Αγαπάμε Καμίτσιανη Τσαμαντά Τα παιδιά του Τσαμαντά
Την δεκαετία του 1950, στον Τσαμαντά της Θεσπρωτίας τα χρόνια ήταν δύσκολα, φτωχά, μα παράξενα όμορφα.

Οι πατεράδες συχνά έλειπαν ξενιτεμένοι, κάποιοι ήταν καλαντζήδες.Και οι μανάδες όμως δεν προλάβαιναν να ξαποστάσουν. Χωράφι, ζώα, σπίτι, ξύλα από το βουνό. Έτσι τα παιδιά μάθαιναν από μικρά να μεγαλώνουν μόνα τους και να προσέχουν το ένα το άλλο.Η μεγάλη θυγατέρα γινόταν δεύτερη μάνα. Ένα κοριτσάκι έξι χρονών μπορούσε να κρατά στην αγκαλιά του το μωρό, να το ταΐζει και να το νανουρίζει, όσο η μάνα πάλευε με τις δουλειές της ημέρας. Δεν υπήρχε χρόνος να είσαι παιδί για πολύ.Τα παιδιά όμως ήξεραν να χαίρονται.Στις αυλές και στους δρόμους έβρισκαν τον δικό τους κόσμο. Ένα κονσερβοκούτι και ένα σχοινί μπορούσαν να γίνουν αυτοκινητάκι. Για τα κορίτσια, ένα κομμάτι από παλιό τσόλι γινόταν κούκλα. Δεν χρειάζονταν πολλά. Λίγο χώμα, πέτρες, δέντρα και πολλή φαντασία.
Το καλοκαίρι η πείνα τους κοβόταν κάπως όταν βρίσκανε στα δέντρα, ένα σύκο, ένα αχλάδι ή ένα κούμπουλο .Ήτανε αρκετό για να γλυκάνει η μέρα.
Ο χειμώνας ήταν αλλιώτικος.Το κρύο περνούσε τις πόρτες και τα παράθυρα και το φαγητό μετριόταν. Ακόμη και ένα λουκούμι είχε την αξία του θησαυρού. Η μάνα το έκρυβε καλά, σε ένα ντουλάπι ή μέσα σε μια βαλίτσα. Δεν ήταν για τα παιδιά. Ήταν για τον ξένο που μπορεί κάποτε να περνούσε το κατώφλι, για να τον κεράσουν κάτι.Διοτι η φιλοξενία στα χωριά ήταν ιερή ,τι και αν η μάνα θα ήθελε αυτό το λουκούμι να γλυκάνει τα παιδιά της ,έκανε την καρδιά της πέτρα και τα έκρυβε. Τα παιδιά το ήξεραν. Και περίμεναν. Αν βρισκόταν λίγη ζάχαρη στο σπίτι η μάνα έβρεχε μια φέτα ψωμί και την έριχνε πάνω. Καθώς τα παιδιά δεν είχαν σοκολάτες και γλυκά αυτό γινόταν για εκείνα μεγάλη γλυκιά λιχουδιά.
Πολλά παιδιά στήνανε πλάκες για να πιάσουν κοτσύφια.Και αν η τύχη τούς χαμογελούσε και έπιαναν μερικά, γύριζαν στο σπίτι περήφανα. Η μάνα τα μαγείρευε στο ταψί με ρύζι και τότε μέσα στο φτωχικό σπίτι γινόταν μια μικρή γιορτή.
Στις αυλές υπήρχαν ακόμη τα σημάδια του πολέμου. Κάποιες φορές έβρισκαν σφαίρες και έπαιζαν μαζί τους, χωρίς να γνωρίζουν τον κίνδυνο που έκρυβαν,ιδίως αν τολμούσαν να τις ρίξουν στην φωτιά .θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο.Ήταν μια εποχή που ο πόλεμος είχε τελειώσει, αλλά τα απομεινάρια του βρίσκονταν ακόμη παντού.
Και ύστερα ήταν το σχολείο.Πήγαιναν με τα πόδια, χειμώνα καλοκαίρι. Τα αγόρια με ένα κοντό παντελονάκι, που έπρεπε να βγάλει ολόκληρη τη χρονιά, κι ένα ζευγάρι παπούτσια που έπρεπε να αντέξει όσο μπορούσε. Βιβλία δεν είχαν όλοι. Μα μάθαιναν όπως μπορούσαν.Και η βίτσα του δασκάλου ήταν πάντα εκεί. Μερικές φορές μάλιστα τα ίδια τα παιδιά έπρεπε να τη φέρουν στο σχολείο.Και όμως όταν τελείωνε το μάθημα, έτρεχαν πάλι στις αυλές και στους δρόμους. Εκεί ξεχνούσαν για λίγο τη φτώχεια, την κούραση και τα βάσανα των μεγάλων.
Το βράδυ γύριζαν στο σπίτι.Η μάνα μπορεί ακόμη να μην είχε καθίσει. Να γυρνούσε ζαλωμένη με ξύλα, να τάιζε τα ζώα, να ετοίμαζε το λιγοστό βραδινό. Κι εκείνα την περίμεναν.Και ίσως αυτή να είναι η πιο δυνατή ανάμνηση από εκείνα τα χρόνια.Όχι η φτώχεια.Αλλά η ζεστασιά της μάνας.
Ένα φρούτο από το δέντρο. Ένα αυτοκινητάκι από κονσερβοκούτι. Ένα ζεστό ταψί με ρύζι. Το λουκούμι που ήταν κρυμμένο για τον ξένο. Μια παρέα στην αυλή. Και στο τέλος της ημέρας, η αγκαλιά της μάνας.
Έτσι μεγάλωσαν τα παιδιά του Τσαμαντά…
Σχολιάστε