Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή




ΑΝΑΡΤΗΣΕ: Κηφη Φιλιατών

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα ψυχικής υγείας είχαμε την χαρά να συνεργαστούμε με την Ψυχολόγο του Κέντρου Κοινότητας Δήμου Φιλιατών Κωνσταντίνα Νάκα , σε μια βιωματική δράση με θέμα <<Φροντίζοντας την Ψυχική μας Υγεία στην Τρίτη Ηλικία>>

7 ώρ. ·


του Βαγγέλη Αγγελόπουλου

Φιλιάτι  1946 – 1953.

Χρόνια παιδικά, νεανικά, χρόνια δημιουργικά, γεμάτα φαντασία, όνειρα και ελπίδες για ένα λαμπρό μέλλον, για μια ζωή ευτυχισμένη, χαρούμενη και υγειή. 

Έτος 2008, πέρασαν από τότε πολλά χρόνια, πέρασαν δεκαετίες και πάνω από μισός αιώνας ζωής.

Κι’ όμως όταν σκέφτεσαι, φαίνεται τόσο κοντά, φαίνεται σαν να ήταν χθές.

Όλα φαίνονται σαν μιά κινηματογραφική ταινία που έχει μείνει για πάντα στο μυαλό μας, στη σκέψη μας, στην καρδιά μας.

Μια ταινία που αν και η αρχή και το τέλος της, απέχουν μεταξύ τους μια ολόκληρη ζωή,

εντούτοις δέν χρειάζονται παρά μόνο μερικά δευτερόλεπτα για να τη δούμε με το νού μας.

Παιδικά, τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μας: σχολείο, μόρφωση, έκπαίδευση, γυμναστική, φαντασία, όνειρα, ελπίδες, φίλοι, παιχνίδια, γέλια, χαρές, πάρτυ, τσακομοί, χτυπίματα, εκδρομές, περίπατοι, έρωτες, διασκέδαση, μιά ζωή δημιουργική αλλά και ανέμελη στην παιδική μας ηλικία.

Αυτό μπορεί να παραληφθεί για οικονομία χώρου.

************************************************************************Χρόνια και αναμνήσεις που θυμώμαστε για όλη μας τη ζωή, όπως μας λέει και το τραγούδι του Α. Δασκαλόπουλου:   

Που ‘ναι τα χρόνια:

Πήγα στα μέρη που σε είχα πρωτοδεί,

μικρό κορίτσι ήσουν κι ήμουνα παιδί.

(Ρεφρέν).

Πού ‘ναι τα χρόνια, ωραία χρόνια,

που ‘χες λουλούδια μεσ’ στην καρδιά,

πού ‘ν’ η αγάπη, γλυκιά μου αγάπη

να μας ζεστάνει στην παγωνιά.

Στ’ αρχοντικό σου το σπιτάκι το φτωχό

ήρθα να κλάψω με παράπονο πικρό. 

(Ρεφρέν).

Κλεισμένη η πόρτα και χαμένα τα κλειδιά,

βρέχει στους δρόμους και στην άδεια μου

καρδιά.

(Ρεφρέν). 

Στοίχοι: Α. Δασκαλόπουλου,

Μουσ.:  Σ. Κουγιουμτζή.        Έως εδώ.

************************************************************************

Ήταν κάποιο ήρεμο και ήσυχο Σάββατο απόγευμα, και εκεί που διάβαζα, μεταξύ των άλλων, και το ιστορικό της Ιεράς Μονής Γηρομερίου, ο νούς μου ξαφνικά πέταξε πολλά χρόνια πίσω, στα σχολικά, παιδικά μου χρόνια 1946 – 1953.

Θυμήθηκα, πόσο μου άρεσε, όταν άρχισα να πηγαίνω στο Δημοτικό σχολείο με όλα τα άλλα γειτονόπουλα, τις χαρές, τις φωνές και τα παιχνίδια που κάναμε όλη την ημέρα μέχρι αργά το βράδυ.

Θυμήθηκα, τα πρώτα μου βήματα, όταν άρχισα να μαθαίνω την άλφαβήτα, να συλλαβίζω, να διαβάζω και να γράφω.

Από τους δασκάλους μου, πολύ αμυδρά, θυμάμε την Κα Νίκη, τον Κον Κώστα και τον Διευθυντή του σχολείου, τον Κον Κορδή.

Το σχολείο βρισκόταν στην γειτονιά μας και η μάντρα του συνόρευε με το σπίτι του Βαγγέλη Τσάγκου. 

Ήταν ένα ωραιότατο πέτρινο κτίριο, δυόροφο με ταράτσα, όπου ήταν χτισμένο ένα σπιτάκι. Από όσο θυμάμε, στο σπιτάκι αυτό έμενε για ένα διάστημα ο Διευθυντής του σχολείου με την οικογένειά του.

Στα άκρα του κτιρίου, δεξιά και αριστερά, ήταν δύο μεγάλες και επιβλητικές καμάρες που οδηγούσαν στις τάξεις του εισογείου και του πρώτου ορόφου.

Το σχολείο είχε μια τεράστια αυλή κλεισμένη γύρω-γύρω με τοίχο και σιδερένια κάγκελα και είχε δύο καγκελόπορτες, μιά μεγάλη στην εμπρός πλευρά, που ήταν η κυρία είσοδος, και μιά μικρή στην απάνω πλευρά που οδηγούσε στα αποχωρητήρια και στον κήπο.

Κατά μήκος της μάντρας υπήρχαν ψυλά και ωραία δένδρα που όταν την άνοιξη έβγαζαν ροδόασπρα λουλούδια, σαν φούντες με κλόσια, μοσχοβολούσε όλη η γύρω περιοχή. Δεν είναι υπερβολή να πώ ότι η ωραία αυτή μυρωδιά με συνοδεύει σε όλη μου την ζωή και ακόμα και τώρα, μου θυμίζει το ωραίο μας σχολείο.   

Στην αριστερή πλευρά της αυλής ήταν τα μαγειρία και πιό πέρα ένα μικρό πηγάδι, ενώ στην δεξιά πλευρα ήταν μια τεράστια αποθήκη γεμάτη με διάφορα πράγματα του σχολείου.

Στήν  αριστερή και πίσω πλευρά του σχολείου ήταν μιά πόρτα που οδηγούσε στο πίσω κήπο του σχολείου. Ήταν ένας κήπος τεράστιος με πολλά δένδρα και ποικίλλα πανέμορφα λουλούδια.

Απέναντι και έξω από την αριστερή πλευρά του σχολείου ήταν τα αποχωρητήρια και πιό πέρα ένας άλλος κήπος, γεμάτος από μικρά δενδράκια και από πολλά είδη λουλουδιών.

Τα λουλούδια ήταν φυτεμένα σε διάφορα σχέδια, στρόγγυλα, παραλληλόγραμμα, και με πολλούς διαδρόμους που έκαναν τον κήπο ένα πραγματικό πανώραμα.

Αυτό ήταν το πανέμορφο και γιγάντιο (όπως μας φαίνονταν τότε) σχολείο όπου περάσαμε τα πρώτα αξέχαστα σχολικά μας χρόνια.

Ασφαλώς όλοι οι συμαθητές μου θα το θυμούνται, όπως και εγώ.

Ένα σχολείο που θα το ζήλευαν οι μαθητές όλων των σημερινών δημοτικών σχολείων και κυρίως της περιφέρειας Αττικής.

Βέβαια σήμερα υπάρχει μόνο το σχολείο με την αυλή του, ενώ οι κήποι και όλα  τα άλλα έχουν εξαφανησθεί.  

  • Θυμάμε το πρόγραμμα που ακολουθούσαμε κάθε μέρα:

– Κάθε πρωϊ, ψάλλοντας τον Εθνικό μας Ύμνο, κάναμε την έπαρση της Σημαίας μας που κυμάτιζε περήφανη όλη την ημέρα στην ταράτσα του σχολείου.

– Μετά  είχαμε το πρωϊνό συσσίτιο, γαλα σκόνη με κακάο, ψωμί και κάποτε κάψουλες από μουρουνέλαιο, για περισσότερες βιταμίνες.

– Ακολουθούσε η προσευχή με το « Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας, ο πανταχού παρών, και τα πάντα πληρών, κ.λ.π.».

– Μετά μπαίναμε στις τάξεις και κάναμε τα μαθήματά μας.

– Ακολουθούσαν τα διαλείμματα, με τις φωνές και τα παιχνίδια στην αυλή του σχολείου.

Εκτός από τα μαθήματα είχαμε την ώρα της γυμναστικής που κάναμε στην αυλή του σχολείου αλλά και την ώρα της κηπουρικής που καθαρίζαμε και φτιάχναμε τους δύο ωραίους κήπους του σχολείου μας.

  • Θυμάμε, τις ωραίες εκδρομές που κάναμε την άνοιξη, στην Κόντριζα, στην Βάναρη, στου Τάκα και στην Κογκέλα, που τα χρόνια εκείνα ήτανε μέρη πανέμορφα, γεμάτα από πολύχρωμα λουλούδια και πρασινάδε.

********************************************************************

  • Θυμάμε, κάθε Χριστούγεννα, που στον πρώτο όροφο του σχολείου κάναμε μιά μεγάλη σκηνή με την φάτνη του Χριστού στο κέντρο και στο αριστερό της μέρος στολίζαμε ένα μεγάλο έλατο.

Παραμονές Χριστουγέννων που γινόταν η γιορτή, η αίθουσα γέμιζε από κόσμο.   

Χριστουγεννιάτικα σκετσάκια, ποιήματα και όλα τα τραγούδια των Χριστουγέννων ήταν το πρόγραμμα της γιορτής.

  • Θυμάμε, τις γιορτές και τις παρελάσεις που κάναμε στις εθνικές μας γιορτές της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου.

********************************************************************

  • Πέμπτη και Έκτη τάξεις δημοτικού, θυμάμε ακόμα τα κρύα πρωϊνά του Φλεβάρι και τα ωραία πρωϊνά του Ιούνι, όταν ξυπνούσα 5 με 6 το πρωϊ για να κάνω επανάληψη των μαθημάτων για τα διαγωνίσματα.
  • Τέλος θυμάμε ακόμη πολύ καλά, την ημέρα που πήγαμε στην Ηγουμενίτσα για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Γυμνάσιο, Ιούνιος ή Ιούλιος 1953.

Ήταν τότε Γυμνασιάρχης ο αξέχαστος για την αυστηρότητά του Κος Σουλβίνος, για όσους δεν τον θυμούνται.

Αυτές και πολλές άλλες οι αξέχαστες και ωραίες στιγμές και αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων.

Θα μπορούσαμε να γράφομε πολλές σελίδες ακόμα απαριθμόντας τες.

Όμως πρέπει να πούμε ότι, στην ζωή του ανθρώπου η κάθε ηλικία έχει τις δικές της καλές και κακές στιγμές και αναμνήσεις, γιατί αυτή είναι η ζωή μας και κάθε στιγμή που ζούμε έχει και την δική της ανάμνηση.

Και κλείνοντας θα ήθελα να συμπληρώσω τα εξής:

Στην ζωή σου :  Ονειρεύσου ότι επιθυμείς να ονειρευτής,

                           πήγαινε όπου αγαπάς να πας,

                           να είσαι αυτό που θέλεις να είσαι,

                           διότι έχεις μόνο μιά ζωή,

                           και μόνο μιά ευκαιρία για να κάνεις

   όλα τα πράγματα που θέλεις να κάνεις.

   Απόλαυσε την Ζωή σου σήμερα,

   διότι το χθές έχει φύγει, και

   το αύριο μπορεί να μην έρθη ποτέ.

Για αυτό ζήσε ευτυχισμένος το Σήμερα. 

tosxoleio.doc

19/03/2008/ Β.Α.


Λίγα για την ονομασία του μαζί με «μνήμες παλαιές,γλυκειές κι αστοχισμένες»

Γράφει ο Παύλος Λ. Αλεξίου

Έκλεισε με επιτυχία κι ο φετινός ο «Λάμποβος», που παρά την αναπόφευκτη,μέσα στα χρόνια, αλλαγή του χαρακτήρα του, συνεχίζει να αποτελεί ένα σημαντικό για την περιοχή κοινωνικοοικονομικό γεγονός, με πολύ μεγάλη επισκεψιμότητα, ένα αντάμωμαγια πολλούς,έστω και φευγαλέο. Πολύ τον έχει αγαπήσει ο κόσμος και θα τον περάσει τουλάχιστον μια φορά. Και ενώ άλλοι κάνουν τους απολογισμούς τους, άλλοι φέρνουν στο μυαλό τους μνήμες παλιές,γλυκιές, έστω και λίγο ξεθωριασμένες.

 Ένα ζήτημα που απασχόλησε πολλούς, είναι η προέλευση της ονομασίας του, γιατί είναι η μοναδική εμποροπανήγυρη της Ελλάδας, που έχει ένα τέτοιο όνομα. Δεν ξέρω όμως κατά πόσο είναι γνωστή η αναφορά που κάνει ο μπαρμπα-Σπύρος (ο Μουσελίμης) στο βιβλίο του «Ιστορικοί περίπατοι στη Θεσπρωτία», όπου στη σελίδα 100, καταχωρώντας την προέλευση των ονομάτων των χωριών και των τοπωνυμίων, γράφει για το «Κεφαλόβρυσο» (τώρα «Κρυσταλλοπηγή»), αναφορά που κρίνω χρήσιμο να επαναφέρω …έτσι για να τον θυμηθούμε και για ξανατιμήσουμε την προσφορά του:

Στην θέση «Πλάτανος τ΄Αράπη», που πήρε τ΄όνομά του από κάποιον αράπη φύλακα του κάμπου που κάθονταν στον ήσκιο ή είναι αυτή τούτη η αρβανίτικη λέξη ράπ μεταφρασμένη στην Ελληνική (ράπ=πλάτανος),υπήρχε βυζαντινός οικισμός που σώζονται τα ερποθέμελα του και η βρύση. Τούτος αποτελούνταν από μετοίκους του Λαμπόβου της Βορείου Ηπείρου.Αυτοί έφεραν στην Παραμυθιά και την εμποροπανήγυρη «Λάμποβο».

Είναι λοιπόν πιθανόν οι μέτοικοι αυτοί να έτρεφαν στον πλούσιο κάμπο της Λιμνοπούλας(«Χότχοβας») ζώα, να ασχολούνταν με το εμπόριο των ζώων ή να ήταν διαπραγματευτές («τσαμπάσηδες») στις αγοραπωλησίες ζώων και στις αρχές φθινοπώρου, που έκλεινε ο ένας κύκλος των αγροτοκτηνοτροφικών εργασιών, να μετέφεραν ή να έστησαν την δραστηριότητα τους αυτή στο πολυπληθέστερο αστικό κέντρο της περιοχής που ήταν η Παραμυθιά, γιατί παλιότερα ο «Λάμποβος» ήταν γνωστός και ως «Ατπαζάρ», δηλαδή παζάρι ζώων.

Κατά μία άλλη εκδοχή στη θέση «Λιμπόνι» υπάρχουν χαλάσματα εκκλησίας, της Παναγίας της Λαμποβήθρας, που φαίνεται να ιδρύθηκε από αυτούς τους μέτοικους από το «Λάμποβο».(Σημειωτέον ότι στο χωριό αυτό γεννήθηκαν και οι εθνικοί ευεργέτες Ευάγγελος και Κωνσταντίνος Ζάππας).   

Και ας έρθουμε στις δικές μας ξεθωριασμένες μνήμες του 1960-70, όπου στη θέση «Γαλατάς» μέχρι εκεί που πουλάνε τώρα τα χαλιά, ήταν γεμάτος με ζώα, άλογα, μουλάρια, γομάρια, αλλά ακόμη και γελάδια, πρόβατα και γίδια και κόσμος που τα κοίταζε στα δόντια, ανοίγοντας το στόμα τους, για να προσδιορίσει την ηλικία τους, τα «έκοβε», τα «ζύγιαζε»και έκανε τα παζάρια του. Αυτή την εικόνα με τα πολλά ζώα -το  «Ατπαζάρ»- ήταν η πρώτη που αντικρύζαμε από την είσοδο της πόλης, εμείς οι Σκαλοπανίσιοι, παιδιά και μεγάλοι, που ξεκινάγαμε «ταχιά το πρωί» και ερχόμαστε με τα ποδάρια από τα χωριά μας, από εκεί, που αλλάζαμε τα παλιά σκονισμένα παπούτσια μας, για να βάλουμε τα «καλά» μας, που δεν θέλαμε να τα χαλάσουμε στο δρόμο.

Τα λαμποβίσια μαγαζιά ήταν μέσα στην πόλη, κυρίως στο ιστορικό κέντρο της Παραμυθιάς, Πυρήνας τους ήταν το μέρος κοντά στο ζαχαροπλαστείο του Γούσια, το φούρνο του ΛαμπροΜίχου, το καφενείο «Τα τρία αδέρφια» των αδελφών Φούρκα  (σήμερα Εθνική Τράπεζα), με το ξενοδοχείο «Κύπρος» πάνω από αυτό, το φαρμακείο του Κανδηλά, το φωτογραφείο του Σταύρο Μόσχου,το περίπτερο του Πέκου, το ιστορικό καφενείο του Γιάννη Τσίλη, το εστιατόριο του Πατσιούρα. Λίγο πιο πέρα,στην Πλατεία Βούλγαρη, το καφενείο «Το γεφυράκι»,το μαγαζί με τα υφαντά του Παρόλα, το λαναριστήριο του Σακαρέλη στο υπόγειο και το άλλο εστιατόριο, του Πρόνιουκαι το χάνι για τα ζώα λίγο παρακάτω (γεμάτα ήταν τότε όλα τα χάνια της πόλης). Και δίπλα στο παλιό Δημαρχείο,με το φωτογραφείο του Γιώργο Τσεκούρα από κάτω, ήταν το ΚΤΕΛ, με το καφενείο της Μαρίτσας, με τα λεωφορεία και τα λίγα αμάξια να κινούνται μέσα από τον κεντρικό δρόμο της πόληςσε διπλή κατεύθυνση, (δεν υπήρχε ο πάνω και κάτω περιφερειακός), όπου γινόταν πολλές φορές μεγάλος «χαμός».

Και τα πρόχειρα μαγαζιά φτιαγμένα με καδρόνια και τσίγκα πουλούσαν κυρίως ρούχα της δουλειάς και άλλα, φλοκάτες, βελέντζες, κουβέρτες, σαΐσματα και κάπες, παπούτσια, μπότες και αδιάβροχα, στολίδια και μπιχλιμπίδιαή στον δρόμο γυναίκες πουλούσαν μαλλί, πυτιές και τυρί, τσάϊ και ρίγανη, καρύδια, αμύγδαλα και φρούτα, φασούλια, ρύζι, αλεύρι και άλλα όσπρια από το Φανάρι. Πολλοί είχαν και ξερά τομάρια από αρνοκάτσικα, που είχαν σφάξει παλιότερα, τεντωμένα με ξύλα, που τα μάζευαν κάποιοι δερματέμποροι (θυμάμαι τον ΤηροΛάγιο, που είχε αποθήκη στην κάτω μεριά της πόλης).

Κοντά σε αυτά, άλλα μαγαζιά πουλούσαν κουδούνια, κυπριά και τσιοκάνια με ξύλινα κουλούρια για τα ζώα, ξύλινα και μεταλλικά καρδάρια για άρμεγμα, μπινιότες (δοχεία μεταλλικά) για το γάλα, βλάτες για ξυνόγαλο και βούτυρο, τάβλες, μπούκλες, και κλειδούς, ξύλινες κουτάλες και σουγιάδες του Τέλη (Πιτένη).

Άλλα χρήσιμα εργαλεία που αγόραζε ή επισκεύαζε ο κόσμος ήταν χαλκώματα (κατσαρόλες, τηγάνια, κακάβια, τενεκεδένιες λάμπες και άλλα) από καλαντζήδες καιχαλκουργεία (θυμάμαι του Αληγιάννη, απέναντι από το φωτογραφείο του Μπρέστα, κοντά στο περίπτερο του Γιώτη Λίτση, που τρόμαζε με τις φωνές και τη θωριά του τα παιδιά) ή κασάρες, κόσες, τσεκούρια, κασμάδες, φτυάρια και τσαπιά από σιδηρουργεία, (θυμάμαι εκείνο του Πασχάλη, όπου βλέπαμε τα κάρβουνα, την φουφού και τα χτυπήματα του πυρωμένου σίδηρουμε τη βαριά, δίπλα το καφενείο του Φρατζαλά, πάνω από την  όμορφη «Βρύση του Κατή», στα «Γύφτικα»).

Πολλοί αγόραζαν ή επισκεύαζαν σαμάρια και σέλλες, αγόραζαν καπίστρια και τριχιές από σαμαρτζήδες που είχαν μαγαζιά ή άλλους υπαίθριους.

Όλα αυτά είχαν σχέση με την παραγωγική δραστηριότητα του κόσμου εκείνη την εποχή, που ήταν κυρίως αγροτοτοκτηνοτροφικού χαρακτήρα.

Παραπέρα προς το «Καρκαμίσι» ήταν κι άλλα πολλά μαγαζιά και παράγκες, ο φούρνος του Βαϊμάκη που πούλαγε και κρασιά Ζίτσας και το «Μονοπώλιο» που πούλαγε, τα κρατικά προϊόντα, αλάτι, πετρέλαιο, σπίρτα και τράπουλες.

Εκείνο όμως που ήταν συγκλονιστικό για μας τα παιδιά ήταν «Ο γύρος του θανάτου», που περιμέναμε ουρές για να τον απολαύσουμε. Ήταν μια στεγασμένη και καλά στερεωμένη κυλινδρική, συνήθως ξύλινη κατασκευή, ύψους ύψος 6 με 8-10 μέτρα και λίγο μικρότερη διάμετρο, όπου στο εσωτερικό της ανάπτυγμα κινούνταν οριζόντια, με ιλιγγιώδη ταχύτητα, κάνοντας επικίνδυνους ελιγμούς, ένας μοτοσυκλετιστής, που ξεκινούσε από τον πυθμένακαι τον παρακολουθούσαμε με κομμένη την ανάσα από το χείλος της. Ο ξανθός Κωνσταντίνος Νικολαΐδης ήταν συχνός μοτοσυκλετιστήςστο «Λάμποβο» και ίνδαλμα των παιδιών.

Παρά δίπλα ήταν και μια φτωχική, σχετικά με το σήμερα, παιδική χαρά με αιώρες, κούνιες και μεταλλικές βάρκες, που πηγαινοέρχονταν. Κοντά σε αυτά δεν έλειπαν και μαγαζιά όπου έκανε κανείς σκοποβολή με «φλόμπερ» σε κυκλικούς στόχους, κερδίζοντας-δύσκολα- κουτιά με γλυκά, ποτά και άλλα δώρα ή έριχνε πλαστικούς κρίκους σε μπουκάλια με ποτά, μπύρες, κρασιά, αναψυκτικά και άλλα, που κέρδιζες-κι εδώ δύσκολα- αν ο κρίκος έμπαινε στο λαιμό τους. Σε κάποιες περιπτώσεις είχαν παρουσιαστεί και παπατζήδες. Στο «Καρκαμίσι» τέλος υπήρχαν μαγαζιά που το βράδυ γλεντούσε ό κόσμος με ορχήστρες μεκλαρίνα και με ελκυστικές «ντιζέζ»-τραγουδίστριες,που ήταν κλεισμένα γύρω- γύρω με λινάτσες για να μη βλέπουν οι «τσαμπατζήδες», ενώ οργανοπαίχτες έπαιζαν και την ημέρα στα καφενεία.

Κάποιες φορές ερχόταν και κάποιοι μασίστες που έδιναν παραστάσεις μυϊκής δύναμης στους δρόμους, θυμάμαι τον Τζιμ Αρμάου, που δενόταν και λυνόταν με αλυσίδες ή τις έκοβαν, σήκωναν υπερβολικά βάρη, χτυπούσαν με το κεφάλι τους σιδερένιες βαριές, τους πατούσαν με βαριά αντικείμενα και έκαναν άλλα «θιαμαστά» πράγματα.

Σουβλάκια υπήρχαν πολύ λίγατότε -μόλις είχαν εμφανιστεί-κυρίως ψητά με κρέας ή κοτόπουλο, κοψίδια και σπληνάντερο, με φημισμένο εκείνο του Σιαμά, δίπλα στο καφενείο του Φούρκα. Και για μας τα παιδιά, μαλλί της γριάς, ζαχαρωτά, καραμέλες κούφιες και άλλες, «Αχιλλεύς» ΙΩΠΑ, γλειφιτζούρια και παστέλια και από παιγνίδια, μπάλες λαστιχένιες, τόπια, μπίλιες, σβούρες, τόξα, πλαστικά ντουφέκια με τάπες και κανένα ψεύτικο αμαξάκι.

Και τα είδη των πιοτών λιγοστά, με κυρίαρχο το ούζο, που έρρεε άφθονο, του Αγουρίδη και του Πιλαβά, του Χάχαλη και τοπικό από Παραμυθιώτικαουζοποιεία, με φημισμένο εκείνο του ΤσίληΜάρα, ενώ υπήρχαν και αναψυκτικά, πορτοκαλάδες, λεμονάδες, γκαζόζες και μπιράλ, από ένα τοπικό μικρό εργοστάσιο «ΚΑΛΗ», της οικογένειας Παππά.

Πολλοί συγγενείς, φίλοι και γνωστοί έδιναν ραντεβού και αντάμωναν μετά από πολύ καιρό στο «Λάμποβο», από τον οποίο δεν έλειπαν άλλες εμπορικές πράξεις και συμφωνίες, συνοικέσια και προξενιά, ενώ τις μέρες αυτές στην «βόλτα» που γινόταν πέρα-δώθε, στο νυφοπάζαρο, πολλά μάτια έκλεβαν τις καρδιές νέων αγοριών και κοριτσιών.

Όλη αυτή η ατμόσφαιρα με τους ήχους και τις φωνές, τις φορεσιές, τα χρώματα και τις μυρουδιές προκαλούσαν έναν εκκωφαντικό θόρυβο και μια μοναδική εικόναλαϊκού πανηγυριού, ένα κοινωνικό γεγονός, μέσα στο οποίοξεχωριστή παρουσία είχαν χαρακτηριστικοί τύποι της πόλης, ο ΜιχοΚάτσιος που έκανε μεταφορές με τα γαϊδουράκια του, ο φορτοεκφορτωτής Πίπη Τσιώτας με αλευρωμένα τα κουρελιασμένα ρούχα του από τα τσουβάλια που ξεφόρτωνε, ο αξιοπρεπής τελάλης κύριος Σπύρος Αλεξίου (κάποιοι παλιότεροι μιλούσαν για τον Κοσταμό, που είχε πολύ δυνατή φωνή) και ο τυφλός με το ραβδί του, που ερχόταν κάθε χρόνο στο «Λάμποβο» και επαναλάμβανε «Κόσμο ακούω και κόσμο δεν βλέπω. Ελεήστε κύριε τον αόμματο».

Λειψές είναι σίγουρα οι ξεθωριασμένες αυτές εικόνες με πολλές απουσίες και λάθη, που μπορούν να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν από κάποιους άλλους παλιότερους ή με δυνατότερη μνήμη. Και μπορεί να μας προκαλούν σήμερα μια γλυκιά παραλυτική νοσταλγία, αλλά πίσω από αυτές τις εικόνες υπήρχε φτώχεια, πόνος και δυσκολίες, γιατί ο κόσμος, «τέκνο της ανάγκης», βίωνε και τότε μια σκληρή οικονομική πραγματικότητα, που με άλλους όρους την βιώνει και σήμερα και υπήρχαν περίοδοι που οι εκθέτες ήταν λιγότεροι και έλεγαν «φτωχότερος ήταν εφέτος ο Λάμποβος».

Άνθιζε όμως και τότε,μέσα σε αυτές τις δυσκολίες, το χαμόγελο, ο κόσμος έπαιρνε τα αναγκαία «καλούδια» και δύναμη για να συνεχίσει τον αγώνα, τον δύσκολο χειμώνα και τον χρόνο που έρχονταν. Ας κάνουμε κι εμείς ό,τι μπορούμε για να ανθίσει και σήμερα το χαμόγελο και η ελπίδα και ας ευχηθούμε «Να είμαστε καλά» και «Του χρόνου» στο «Λάμποβο».


Ανοίγει στις 14 Οκτωβρίου η ηλεκτρονική πλατφόρμα υποβολής αιτήσεων για την οικονομική ενίσχυση της μετεγκατάστασης πολιτών στους Δήμους Σουλίου και Φιλιατών,  σε συνέχεια της δημοσίευσης της σχετικής Κοινής Υπουργικής Απόφασης με την οποία το πρόγραμμα επεκτείνεται στους δύο δήμους της Θεσπρωτίας.

Για τους Δήμους Σουλίου και Φιλιατών προβλέπεται η δυνατότητα ενίσχυσης έως 80 δικαιούχων, έως 40 στον Δήμο Σουλίου και έως 40 στον Δήμο Φιλιατών, με το ποσό ενίσχυσης να ανέρχεται σε 10.000 ευρώ ανά δικαιούχο. Δικαιούχοι μπορεί να είναι ενήλικοι άγαμοι, χήροι, διαζευγμένοι ή σε διάσταση Έλληνες πολίτες καθώς και νοικοκυριά που αποτελούνται από ένα γονέα με ένα ή περισσότερα παιδιά ή από έγγαμα ζευγάρια και ζευγάρια με σύμφωνο συμβίωσης, με ή χωρίς παιδιά. Προβλέπεται επίσης η δυνατότητα συμμετοχής Ελλήνων πολιτών που κατοικούσαν σε άλλο κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και αποφοίτων πανεπιστημιακών τμημάτων μετά την 1η Ιανουαρίου 2025, υπό συγκεκριμένους όρους.

Βασικές προϋποθέσεις είναι η υποβολή φορολογικής δήλωσης κατά τα τρία προηγούμενα φορολογικά έτη, η μεταφορά της κύριας κατοικίας στην περιοχή μετεγκατάστασης από την 1η  Ιανουαρίου 2025 και μετά και η απόδειξη της κατοικίας μέσω ιδιοκτησίας, μίσθωσης ή παραχώρησης ακινήτου. Για τα νοικοκυριά με ανήλικα τέκνα προβλέπεται, όπου εφαρμόζεται, φοίτησή τους σε σχολική μονάδα της περιοχής. Δεν ορίζονται εισοδηματικά κριτήρια.

H ηλεκτρονική εφαρμογή για την υποβολή αιτήσεων ανοίγει την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου και είναι προσβάσιμη μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr), στον σύνδεσμο: https://relocation.vouchers.gov.gr/home .

«Η οικονομική ενίσχυση μπορεί να κάνει πιο εύκολη την απόφαση για μετεγκατάσταση, βοηθώντας ουσιαστικά στα πρώτα έξοδα. Κάθε άνθρωπος, κάθε οικογένεια που επιλέγει να εγκατασταθεί, να δουλέψει και να μεγαλώσει την οικογένειά του εδώ είναι μια ανάσα ζωής για τον τόπο μας», δήλωσε ο Βασίλης Γιόγιακας.

Επισυνάπτεται η σχετική ΚΥΑ


Εγκρίθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή 120 θέσεις συνοριοφυλάκων, εκ των οποίων 60 θέσεις στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσπρωτίας και 60 θέσεις στην Περιφερειακή Ενότητα Ιωαννίνων, όπως ενημέρωσε ο Υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης τους βουλευτές Θεσπρωτίας Βασίλη Γιόγιακα και Ιωαννίνων Μαρία – Αλεξάνδρα Κεφάλα, αντίστοιχα.

Πρόκειται για μια εξέλιξη που αναμένεται να ενισχύσει τις επιχειρησιακές δυνατότητες των αρμόδιων υπηρεσιών, συμβάλλοντας στην αποτελεσματικότερη φύλαξη των συνόρων και στην πρόληψη και αντιμετώπιση της παράνομης διέλευσης.

Επίσης, η εξέλιξη αυτή έρχεται να επαναφέρει και να εμπεδώσει περαιτέρω το αίσθημα ασφάλειας των κατοίκων των παραμεθόριων περιοχών που δοκιμάστηκαν τα τελευταία χρόνια από τις αθρόες συνταξιοδοτήσεις στα Σώματα Ασφαλείας που αποδυνάμωσαν νευραλγικές υπηρεσίες στην ελληνοαλβανική μεθόριο.

 «Η ενίσχυση των υπηρεσιών στη Θεσπρωτία και τα Ιωάννινα με 120 συνοριοφύλακες αποτελεί ουσιαστικό βήμα για την καλύτερη επιτήρηση των συνόρων και την ασφάλεια των δύο ακριτικών περιοχών μας. Ευχαριστούμε θερμά τον Υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνο Πλεύρη, για την καθοριστική συμβολή του στην αποδοχή του ελληνικού αιτήματος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Με την αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων ενισχύουμε τις δυνατότητες των υπηρεσιών που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της ασφάλειας», δήλωσαν οι βουλευτές.


Ηπειρωτική Εταιρεία

Του Τασου Κοκκινιδη

Όταν οι άνθρωποι σκέφτονται την ελληνική μετανάστευση στις Ηνωμένες Πολιτείες, συνήθως τους έρχονται στο μυαλό η Νέα Υόρκη, το Σικάγο και η Βοστώνη.

Ωστόσο, οι Έλληνες μετανάστες εγκαταστάθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, ακολουθώντας συχνά τις ευκαιρίες απασχόλησης και όχι τις ήδη οργανωμένες ελληνικές κοινότητες. Πήγαν στα ορυχεία της Γιούτα και του Κολοράντο, στα εργοστάσια της Νέας Αγγλίας, στους σιδηροδρόμους της Μοντάνα και του Γουαϊόμινγκ και στις βιομηχανικές πόλεις της Πενσυλβάνιας και της Ιντιάνα.

Άνοιξαν εστιατόρια και παντοπωλεία, ίδρυσαν εκκλησίες και σχολεία και, σε ορισμένες περιοχές, δημιούργησαν συνοικίες που έγιναν γνωστές ως ελληνικές κοινότητες ή ακόμη και ως «Ελληνικές Πόλεις» («Greek Town»).

Πολλές από αυτές τις κοινότητες έχουν έκτοτε εξαφανιστεί ή έχουν αλλάξει τόσο πολύ, ώστε να είναι πλέον αγνώριστες.

10. Καρλάιλ, Πενσυλβάνια

Το Καρλάιλ δεν είναι μια πόλη που συνδέεται συνήθως με την ιστορία της Ελληνοαμερικανικής Κοινότητας. Ωστόσο, Έλληνες άρχισαν να εγκαθίστανται εκεί στις αρχές του 20ού αιώνα.

Ένας από τους πρώτους μετανάστες ήταν ο Γκας Κοκόλης, ο οποίος γεννήθηκε στη Σπάρτη το 1898 και έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1912. Τελικά εγκαταστάθηκε στο Καρλάιλ, όπου μαζί με τον αδελφό του Άγγελο άνοιξαν επιχείρηση λουστραρίσματος παπουτσιών και πουλούσαν φιστίκια, προτού στραφούν στον χώρο των μπιλιάρδων.

Ακολούθησαν και άλλοι Έλληνες μετανάστες, ενώ τα εστιατόρια αποτέλεσαν σημαντικό κομμάτι της κοινότητας.

Μια ιστορική καταγραφή της ελληνικής κοινότητας του Καρλάιλ, που δημοσιεύθηκε από τη Βιβλιοθήκη Γκάρντνερ, αναφέρει περίπου 45 οικογένειες ελληνικής καταγωγής στην περιοχή και καταγράφει τις προσπάθειές τους να δημιουργήσουν θρησκευτικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Το Καρλάιλ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η ελληνική μετανάστευση επεκτάθηκε πολύ πέρα από τις μεγάλες αμερικανικές πόλεις. Ακόμη και λίγες οικογένειες μεταναστών μπορούσαν να δημιουργήσουν τη δική τους κοινότητα.

9. Νιούπορτ, Νιου Χάμσαϊρ

Οι Έλληνες μετανάστες άρχισαν να φτάνουν στο Νιούπορτ τη δεκαετία του 1890, ενώ μεγαλύτεροι αριθμοί εγκαταστάθηκαν εκεί στις αρχές του 20ού αιώνα.

Πολλοί εργάζονταν σε υποδηματοποιεία και εργοστάσια, ενώ άλλοι άνοιξαν εστιατόρια, παντοπωλεία, οπωροπωλεία, κουρεία και άλλες μικρές επιχειρήσεις.

Καθώς οι οικογένειες εδραιώνονταν, η κοινότητα άρχισε να δημιουργεί τους δικούς της θεσμούς. Μέχρι τη δεκαετία του 1920, το Νιούπορτ διέθετε ελληνικό σχολείο.

Επειδή η κοινότητα ήταν πολύ μικρή για να έχει δικό της μόνιμο ιερέα, κληρικοί από άλλες κοινότητες του Νιου Χάμσαϊρ ταξίδευαν στο Νιούπορτ για βαπτίσεις, γάμους και κηδείες.

Τελικά ιδρύθηκε ο ελληνορθόδοξος ναός του Αγίου Βασιλείου, γεγονός που αντανακλούσε την ανάπτυξη και τη σταθερότητα της κοινότητας.

Σήμερα, το Νιούπορτ είναι ελάχιστα γνωστό για την ελληνική ιστορία του. Ωστόσο, επί αρκετές δεκαετίες, οι Έλληνες μετανάστες αποτελούσαν μέρος της βιομηχανικής και εμπορικής ζωής της πόλης.

8. Ιντιανάπολη, Ιντιάνα

Μέχρι το 1900, η Ιντιανάπολη διέθετε έναν μικρό αλλά αναπτυσσόμενο ελληνικό μεταναστευτικό πληθυσμό.

Σύμφωνα με την Ιστορική Υπηρεσία της Ιντιάνα, οι Έλληνες της πόλης ασχολούνταν με ένα ευρύ φάσμα επαγγελμάτων. Ορισμένοι ήταν ζαχαροπλάστες, ιδιοκτήτες παντοπωλείων και οπωροπωλείων, εργαζόμενοι σε εστιατόρια, κουρείς και υπάλληλοι των σιδηροδρόμων.

Η απογραφή του 1900 κατέγραψε μόλις 29 Έλληνες στην Ιντιανάπολη, αλλά η κοινότητα σύντομα επεκτάθηκε.

Το 1910, Έλληνες μετανάστες προχώρησαν στην επίσημη ίδρυση της κοινότητας που εξελίχθηκε στον ελληνορθόδοξο ναό της Αγίας Τριάδας. Η εκκλησία υποστήριζε επίσης την ελληνόγλωσση εκπαίδευση των παιδιών της κοινότητας.

Η αρχική ελληνική συνοικία έχει σε μεγάλο βαθμό εξαφανιστεί, αλλά η ίδια η κοινότητα δεν χάθηκε. Η Αγία Τριάδα μεταφέρθηκε τελικά από το κέντρο της Ιντιανάπολης και σήμερα βρίσκεται στο Κάρμελ.

Επομένως, η ιστορία της Ιντιανάπολης δεν είναι τόσο η ιστορία της εξαφάνισης μιας ελληνικής κοινότητας όσο της μεταμόρφωσής της, καθώς τα μέλη της εγκατέλειψαν την αρχική μεταναστευτική συνοικία.

7. Πίτσμπουργκ, Πενσυλβάνια

Το πρώτο σημαντικό κύμα ελληνικής μετανάστευσης στο Πίτσμπουργκ σημειώθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα.

Στις 9 Δεκεμβρίου 1893, περίπου 50 Έλληνες άνδρες έφτασαν στην πόλη για να εργαστούν στα ορυχεία και στα εργοστάσιά της.

Η κοινότητα αναπτύχθηκε γρήγορα. Μέσα σε 15 χρόνια, περισσότεροι από 800 Έλληνες ζούσαν στο Πίτσμπουργκ, ενώ περίπου 3.500 κατοικούσαν σε ολόκληρη την κομητεία Αλεγκένι.

Πολλοί από τους πρώτους μετανάστες εργάζονταν στη βαριά βιομηχανία, αλλά σύντομα οι Έλληνες άρχισαν να δημιουργούν δικές τους επιχειρήσεις. Εστιατόρια, παντοπωλεία, ζαχαροπλαστεία και κουρεία έγιναν γνώριμα στοιχεία της κοινότητας.

Η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία αποτέλεσε επίσης σημαντικό θεσμό. Ο ελληνορθόδοξος Καθεδρικός Ναός του Αγίου Νικολάου ανάγει την ιστορία του στο Πίτσμπουργκ στις αρχές του 20ού αιώνα.

Ο ελληνικός πληθυσμός του Πίτσμπουργκ δεν απέκτησε ποτέ την ίδια προβολή στη συλλογική αμερικανική συνείδηση με τις ελληνικές κοινότητες της Νέας Υόρκης ή του Σικάγου. Ωστόσο, επί γενιές, οι Έλληνες αποτελούσαν μέρος της βιομηχανικής ιστορίας της πόλης.

6. Μιζούλα, Μοντάνα

Η Μοντάνα είναι μια ακόμη Πολιτεία της οποίας η ελληνοαμερικανική ιστορία εύκολα παραβλέπεται.

Η συλλογή προφορικής ιστορίας του Πανεπιστημίου της Μοντάνα περιλαμβάνει συνέντευξη του Αλεξάντερ Τζορτζ, η οποία ηχογραφήθηκε το 1986.

Ο Τζορτζ θυμόταν ότι ο πατέρας του είχε έρθει στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1909 και μετακόμισε στη Μιζούλα για να εργαστεί στην επέκταση του σιδηροδρομικού δικτύου.

Η συνέντευξη περιγράφει επίσης την πρώτη ελληνική κοινότητα της Μιζούλα και τις ελληνικές οικογένειες που ζούσαν σε άλλες περιοχές της Μοντάνα.

Η ιστορία αυτή είναι σημαντική επειδή οι Έλληνες μετανάστες που έφτασαν στη Μοντάνα συμμετείχαν στο ευρύτερο μεταναστευτικό ρεύμα εργατών προς την αμερικανική Δύση.

Οι σιδηρόδρομοι άνοιγαν νέες αγορές και συνέδεαν κοινότητες που προηγουμένως ήταν απομονωμένες. Οι Έλληνες μετανάστες, όπως και άλλοι νεοφερμένοι, ακολουθούσαν τις θέσεις εργασίας.

Η Μιζούλα δεν απέκτησε ποτέ ελληνικό πληθυσμό συγκρίσιμο με εκείνον του Σικάγου ή του Λόουελ. Ωστόσο, οι Έλληνες δημιούργησαν οικογένειες και κοινοτικά δίκτυα σε μια περιοχή της Αμερικής που σπάνια περιλαμβάνεται στις αφηγήσεις για την ελληνική Διασπορά.

5. Σεγιέν, Γουαϊόμινγκ

Το Σεγιέν ήταν μία από τις σημαντικότερες σιδηροδρομικές πόλεις της αμερικανικής Δύσης. Εκεί αναπτύχθηκε επίσης μια ελληνική κοινότητα.

Έλληνες μετανάστες έφτασαν στο Γουαϊόμινγκ στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, με τους σιδηροδρόμους να αποτελούν σημαντική πηγή απασχόλησης.

Η ελληνορθόδοξη κοινότητα ίδρυσε τελικά τον ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Σεγιέν, ενώ το Κέντρο Ελληνικής Κληρονομιάς («Hellenic Heritage House») της ενορίας διατηρεί φωτογραφίες, έγγραφα και άλλο υλικό σχετικό με τους Έλληνες μετανάστες της Πολιτείας.

Ο ιστορικός Πάτρικ Πέις έχει μελετήσει την ιστορία των Ελλήνων στο Γουαϊόμινγκ και έχει περιγράψει την ελληνική κοινότητα του Σεγιέν και τη σημασία της για την ελληνική παρουσία στην Πολιτεία.

Η ελληνική ιστορία του Σεγιέν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της σύνδεσης της πόλης με την αμερικανική μεθόριο.

Οι Έλληνες δεν ζούσαν μόνο στις μεγάλες μεταναστευτικές πόλεις της Ανατολής. Εργάζονταν και δημιουργούσαν κοινότητες και στις σιδηροδρομικές πόλεις της Δύσης.

–

4. Ντένβερ, Κολοράντ

–

Το Κολοράντο προσέλκυσε Έλληνες μετανάστες λόγω των ορυχείων, των μεταλλουργικών εγκαταστάσεων, των σιδηροδρόμων και των αναπτυσσόμενων πόλεών του.

Το Ντένβερ ανέπτυξε τη δική του ελληνική κοινότητα, με επιχειρήσεις και κοινωνικούς θεσμούς, αλλά μεγάλο μέρος της αρχικής ελληνικής συνοικίας εξαφανίστηκε σταδιακά, καθώς οι Έλληνες κάτοικοι μετακόμισαν σε άλλες περιοχές της πόλης.

Αυτό ήταν ένα συνηθισμένο φαινόμενο στις ελληνοαμερικανικές κοινότητες.

Η πρώτη γενιά ζούσε συχνά κοντά στα εργοστάσια, στους σιδηροδρομικούς σταθμούς ή στις επιχειρήσεις του κέντρου όπου εργαζόταν.

Καθώς η οικονομική κατάσταση των οικογενειών βελτιωνόταν, αυτές μετακόμιζαν αλλού. Έτσι, η παλιά συνοικία έχανε σταδιακά τον ελληνικό χαρακτήρα της.

Το Ντένβερ αποτελεί επομένως ενδιαφέρον παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο μια ελληνική κοινότητα μπορούσε να εξαφανιστεί ως γεωγραφική οντότητα, χωρίς να εξαφανιστούν οι ίδιοι οι Έλληνες από την πόλη.

3. Λόουελ, Μασαχουσέτη

Η ελληνοαμερικανική ιστορία του Λόουελ είναι μία από τις πιο αξιοσημείωτες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το 1890, λιγότεροι από 100 Έλληνες ζούσαν σε αυτή τη βιομηχανική πόλη της Μασαχουσέτης, γνωστή για τα κλωστοϋφαντουργεία της.

Ελληνικό καφέ στο Λόουελ. Φωτογραφία: Center for Lowell History

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ωστόσο, ο ελληνικός πληθυσμός αυξήθηκε εντυπωσιακά. Το Λόουελ απέκτησε τελικά τον τρίτο μεγαλύτερο ελληνικό πληθυσμό στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά τη Νέα Υόρκη και το Σικάγο.

Οι Έλληνες μετανάστες έφτασαν κυρίως για να εργαστούν στα κλωστοϋφαντουργεία. Παράλληλα, ίδρυσαν επιχειρήσεις και κοινοτικούς θεσμούς.

Ο ελληνορθόδοξος ναός της Αγίας Τριάδας ανάγει την ιστορία του στο Λόουελ στη δεκαετία του 1890, όταν ο αυξανόμενος ελληνικός πληθυσμός άρχισε να οργανώνει θρησκευτικές Λειτουργίες.

Η κοινότητα ίδρυσε τελικά ελληνικό σχολείο, ενώ το 1913 άνοιξε στο Λόουελ ελληνικό προξενείο.

Οι ελληνικές επιχειρήσεις πολλαπλασιάστηκαν επίσης. Μέχρι το 1920, Έλληνες μετανάστες κατείχαν εκατοντάδες επιχειρήσεις στην πόλη, μεταξύ των οποίων εστιατόρια, καφενεία, παντοπωλεία και άλλα μικρά καταστήματα.

Η κοινότητα αργότερα συρρικνώθηκε, καθώς η κλωστοϋφαντουργία άρχισε να παρακμάζει και οι ελληνικές οικογένειες μετακινήθηκαν σε άλλες περιοχές.

Το Λόουελ παραμένει σημαντικό ελληνοαμερικανικό κέντρο, αλλά ο ρόλος του ήταν κάποτε πολύ μεγαλύτερος.

2. Πουέμπλο, Κολοράντο

Το Πουέμπλο είναι μία από τις πιο απροσδόκητες πόλεις αυτού του καταλόγου.

Μεταξύ 3.000 και 3.500 Ελλήνων ανδρών μετανάστευσαν στο Πουέμπλο για να εργαστούν στην εταιρεία Colorado Fuel and Iron. Φωτογραφία: Pueblo County History

Οι βιομηχανίες χάλυβα, εξόρυξης, μεταλλουργίας και σιδηροδρόμων της πόλης προσέλκυσαν μεγάλους αριθμούς μεταναστών, μεταξύ των οποίων και Έλληνες.

Σύμφωνα με την ιστορία του ελληνορθόδοξου ναού του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, μεταξύ 3.000 και 3.500 Έλληνες άνδρες έφτασαν στο Πουέμπλο για να εργαστούν στην εταιρεία Colorado Fuel and Iron, στους σιδηροδρόμους και στα κοντινά ορυχεία.

Η εκκλησία εκτιμά ότι έως και 15.000 Έλληνες βρίσκονταν στο Κολοράντο μεταξύ 1900 και 1920.

Η ελληνική κοινότητα οργανώθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα και ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή ολοκληρώθηκε το 1907.

Η εκκλησία εξελίχθηκε σε περιφερειακό κέντρο για τους Έλληνες που ζούσαν σε ολόκληρο το νότιο Κολοράντο και σε τμήματα γειτονικών Πολιτειών.

Ο ελληνικός πληθυσμός του Πουέμπλο μειώθηκε καθώς άλλαζε η βιομηχανική οικονομία της πόλης, αλλά η εκκλησία παραμένει ορατή υπενθύμιση της κοινότητας που κάποτε υπήρχε εκεί.

Για ένα διάστημα, το Πουέμπλο υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά κέντρα δυτικά του ποταμού Μισισιπή.

1. Σολτ Λέικ Σίτι, Γιούτα

Το Σολτ Λέικ Σίτι αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας ελληνικής συνοικίας που έχει σχεδόν ολοκληρωτικά εξαφανιστεί.

Ελληνική παρέλαση στη Γιούτα. Στο άρμα, τα άτομα που είναι ντυμένα με γυναικεία ρούχα είναι άνδρες. Φωτογραφία: Hellenic Cultural Association of Utah

Η ελληνική μετανάστευση προς τη Γιούτα αυξήθηκε γύρω στις αρχές του 20ού αιώνα, με πολλούς νεοφερμένους να βρίσκουν εργασία στα ορυχεία και στους σιδηροδρόμους.

Μια συνοικία του Σολτ Λέικ Σίτι έγινε γνωστή ως «Greek Town» («Ελληνική Πόλη»). Εξελίχθηκε στο κέντρο της κοινωνικής και εμπορικής ζωής των Ελλήνων της πόλης.

Σύμφωνα με την Ελληνική Πολιτιστική Ένωση της Γιούτα, μέχρι το 1916 η συνοικία διέθετε 116 επιχειρήσεις ελληνικής ιδιοκτησίας, μεταξύ των οποίων εστιατόρια, καφετέριες, παντοπωλεία, καφενεία, κουρεία, βιβλιοπωλεία, φαρμακεία και οικοτροφεία.

Άλλες 78 επιχειρήσεις ελληνικής ιδιοκτησίας λειτουργούσαν κοντά στο κέντρο της πόλης.

Η ελληνική παρουσία επεκτεινόταν και πέρα από την πόλη. Ελληνικές κοινότητες αναπτύχθηκαν σε μεταλλευτικούς και βιομηχανικούς οικισμούς γύρω από την κομητεία Σολτ Λέικ και σε άλλες περιοχές της Γιούτα.

Η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της ευρύτερης περιοχής του Σολτ Λέικ αναφέρει ότι μέχρι το 1912 περισσότεροι από 4.000 Έλληνες μετανάστες εργάζονταν στα ορυχεία, στους σιδηροδρόμους και σε συναφείς βιομηχανίες της κομητείας.

Η «Greek Town» άρχισε σταδιακά να παρακμάζει. Η Μεγάλη Ύφεση έπληξε σοβαρά τις επιχειρήσεις, ενώ όλο και περισσότερες οικογένειες εγκατέλειπαν την αρχική συνοικία.

Μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μόνο ένας μικρός αριθμός ελληνικών επιχειρήσεων είχε απομείνει στην παλιά περιοχή και, στα μέσα του 20ού αιώνα, η συνοικία είχε σε μεγάλο βαθμό εξαφανιστεί ως ξεχωριστός ελληνικός θύλακας.

Η ελληνική κοινότητα επέζησε. Όμως η συνοικία που κάποτε φιλοξενούσε περισσότερες από εκατό επιχειρήσεις ελληνικής ιδιοκτησίας είχε χαθεί.

Μια ελληνική Αμερική πέρα από τη Νέα Υόρκη και το Σικάγο

Η ιστορία αυτών των κοινοτήτων δείχνει πόσο ευρέως εξαπλώθηκαν οι Έλληνες μετανάστες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πήγαν όπου υπήρχαν δουλειές.

Κάποιοι εργάστηκαν στα κλωστοϋφαντουργεία της Μασαχουσέτης και στα εργοστάσια υποδημάτων του Νιου Χάμσαϊρ. Άλλοι κατευθύνθηκαν στα ορυχεία και στα χαλυβουργεία της Πενσυλβάνιας και του Κολοράντο ή ακολούθησαν τους σιδηροδρόμους προς τη Μοντάνα, το Γουαϊόμινγκ και τη Γιούτα.

Πολλοί αρχικά σκόπευαν να εργαστούν για λίγα χρόνια και να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Αντί γι’ αυτό, έμειναν.

Έφεραν συγγενείς τους. Άνοιξαν επιχειρήσεις. Παντρεύτηκαν και δημιούργησαν οικογένειες. Ίδρυσαν εκκλησίες, σχολεία και κοινοτικές οργανώσεις.

Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, πολλές από τις συνοικίες που δημιούργησαν άλλαξαν. Οι βιομηχανικές θέσεις εργασίας εξαφανίστηκαν. Οι οικογένειες μετακόμισαν στα προάστια. Οι επιχειρήσεις έκλεισαν ή μεταφέρθηκαν αλλού. Οι επόμενες γενιές ενσωματώθηκαν στην ευρύτερη αμερικανική κοινωνία.

Σε ορισμένες περιοχές, η ελληνική παρουσία παραμένει ιδιαίτερα εμφανής. Σε άλλες, έχουν απομείνει ελάχιστα πέρα από μια εκκλησία, ένα παλιό κτίριο, ένα νεκροταφείο, μια φωτογραφία ή μια συλλογή εγγράφων σε κάποιο τοπικό αρχείο.

Η Ιστορία της Ελληνοαμερικανικής Κοινότητας, επομένως, δεν γράφτηκε μόνο στη Νέα Υόρκη, στο Σικάγο και στη Βοστώνη.

Γράφτηκε επίσης στις μεταλλευτικές πόλεις της Γιούτα, στις βιομηχανικές πόλεις του Κολοράντο, στις σιδηροδρομικές πόλεις της Μοντάνα και του Γουαϊόμινγκ και στις κοινότητες των εργοστασίων της Νέας Αγγλίας.


https://allnews-epirus.blogspot.com/2026/10/blog-post_888.html


Ετικετοσύννεφο