στο κλαρίνο ο Φώτο Γκόγκος

στο κλαρίνο ο Φώτο Γκόγκος

Κι ο πατριάρχης των Θεσπρωτών δημοσιογράφων αείμνηστος Γιώργος Βουγίδης γράφει δυο λόγια για την μεταφορά και την εγκατάσταση του πρώτου Θεσπρωτικού τυπογραφείου, στο Φιλιάτι…

Ο Γιώργος Βουγίδης γύρω στο 1936
ΓΥΡΩ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ
Ένας πρακτικός μηχανικός που συναρμολογεί το πιεστήριόν μας, που αναβίβασαν επί των ώμων μάρτυρες οι συγκάτοικοί μας… στα κατσάβραχα Φιλιατών. – Η Κοινωνία σύσσωμος εκδηλώνει το ενδιαφέρον της. – Οι αδελφοί Κοτσώνη ευεργέται της «Θεσπρωτίας»
Την προσπάθειαν του κ. Επικουίλου να χρυσώνει το Φιλιάτι κάθε βράδυ με άπλετο ηλεκτρικό φως, υπέρλαμπρον φαινόμενον ανωτάτου πολιτισμού και προόδου, εξετίμησε δεόντως και ο Δήμος και η κοινωνία καθόλου και το Κράτος δεν έμεινε αδιάφορον διά του εκπροσώπου του.
Περί της προσπαθείας ταύτης ομιλεί εις άλλην στήλην και ο συνεργάτης μας κ. Θεσπρωτός ευφήμως διά τον κ. Επικουίλον.
Κατόπιν της προς τον κ. Επικουίλον δειχθείσης ουσιαστικής εκτιμήσεως δυνάμεθα, νομίζομεν, να εκφράσωμεν μικρόν και ημείς παράπονον και μόνον παράπονον, διά την στάσιν του, ως μηχανικού, απέναντι μιάς άλλης προσπάθειας εξ’ ίσου εκπολιτιστικής, διά να μη την τοποθετήσωμεν υψηλότερα, της εγκαταστάσεως επί των κατσαβράχων των Φιλιατών τυπογραφείου, και δή επιπέδου πιεστηρίου προς έκδοσιν εφημερίδος.
«Όσα πήρες κ. Αγγελόπουλε για τη συναρμολόγηση της μηχανής σ’ όλο το διάστημα εγώ θα τα πάρω σε μισή ώρα όταν θ’ αναγκασθήτε να με καλέσετε»! εφθέγξατο ο κ. Επικουίλος, πρακτικός μηχανικός.
Ο εκ της ηρωϊκής όμως Πλησιβίτσης κ. Ηλίας Αγγελόπουλος συναρμολόγησε το πιεστήριον της ανά χείρας Θεσπρωτίας σχεδόν δωρεάν- δεν έχουν καμμίαν αξίαν αι 750 δραχμαί διά μίαν τοιαύτην τεχνικήν εργασίαν – εξαρθείς εις το επίπεδον της αναγνωρίσεως της προσπαθείας μας που μόνον τιμήν μπορεί να μας προσκομίση κι όχι πλούτον εν αντιθέσει με την επιχείρησίν του ηλεκτροφωτισμού, συνηρμολόγησεν , επαναλαμβάνομεν, το πιεστήριον χωρίς να προσφύγη εις τα αισχροκερδοδιάθετα ξένα μηχανικά φώτα.
Ο κ. Ηλίας Αγγελόπουλος δαιμόνιον μηχανικόν πρακτικόν πνεύμα ανήκει εις το χορείαν των ανθρώπων εκείνων που συγκυρίαι και μέσα δεν έδωσαν την απαιτουμένην τεχνικήν σχολικήν μόρφωσιν διά να θαυματουργήσουν και δοξάσουν και εαυτούς και την φυλήν εις την οποίαν ανήκουν.
Επίσης εν αντιθέσει με τον κ. Επικουίλον και οι συγκατοίκοι μας των Φιλιατών μας συνεκίνησαν διά το εξαιρετικόν ενδιαφέρον που επέδειξαν διά το περί τη έκδοσιν της Θεσπρωτίας πολύμοχθον έργον μας αναλαβόντες να μεταφέρουν από της Σαγιάδα την τυπογραφικήν μηχανήν αντί 4.000 δρ. ποσόν ευτελές, λαμβανουμένου υπ’ όψιν ότι τα προς μεταφοράν τεμάχια ήσαν 6, εξ’ ων το εν εζύγιζεν 700 κιλά και τα οποία ήσαν ισόχριστοι επί των ώμων των μαζί με την αμαρτίαν του Ελληνικού Κράτους που τώρα μόλις δεικνύει σημεία ζωής και ενδιαφέροντος και πήρεν απόφασιν να κάμη και εις την δύσμοιρον , Ήπειρον δρόμους και έφερον- τα τεμάχια του πιεστηρίου σώα και αβλαβή σκαρφαλώνοντες επί των απορρωγών δρόμων του Σμέρτου και της Σκέφαρης!
Και αξίζει, νομίζομεν, να παραδώσωμεν εις την αθανασίαν τα ονόματα των αλτρουιστών αυτών ανθρώπων, που εν τη ως άνω μεταφορά εθεσαν εν κινδύνω και την ζωήν των. Και είναι αυτοί οι κ.κ. Νικ. Τσέλας, Γεώρ. Μπεζάνης, Σπ. Θεοδώρου, Σπ. Πάντος, Νικ Γεωργίου, Λεων. Τάσας, Κων. Χαραλάμπους, Βας. Τσέλας, Ηλίας Φιλίππου, Σπ. Κων/νου, Λεωνίδας Τσέλης και τινες άλλοι των οποίων αγνοούμεν, δυστυχώς τα ονόματα. Θα είναι όμως παράλειψις εάν με την ευκαιρίαν αυτήν δεν διαδηλώσωμεν τας ευχαριστίας και την ευγνωμοσύνην μας και προς απαξάπαντα τα μέλη της Φιλιατιώτικης Κοινωνίας ως και τους λοιπούς κατοίκους της Επαρχίας Φιλιατών, οίτινες ποικιλοτρόπως εξεδήλωσαν το ενδιαφέρον των δια την «Θεσπρωτίαν» κατανοήσαντες τον μεγάλον της σκοπόν.
Ακόμη έχομεν υποχρέωσιν αν και προσκρούαμε εις την μετριοφροσύνη των να ευχαριστήσωμεν ξεχωριστά και με συγκίνησιν πραγματικής και τους αδελφούς Κοτσώνη, άνευ της συναντηλέψεως των οποίων η έκδοσις της «Θεσπρωτίας» θα εβράδυνε κατά πολύ.
Δεν είμεθα εξ εκείνων οι οποίοι σταματούν καταμεσής του δρόμου σταυροκοπούμενοι δίκην θρησκολήπτων γραϊδίων προ των εμποδίων. Συναντήσαμε όμως εμπόδια πολλά και μεγάλα και εις την Κέρκυραν και εις την Σαγιάδα- εμπόδια παντού και μόνο εμπόδια- που εάν δεν παρεστέκοντο οι ως άνω ευεργέται δια την «Θεσπρωτίαν» κ.κ. αδελφοί Κοτσώνη, θα ετελειώναμεν μεν, αλλά ασφαλώς θα επτύωμεν αίμα!
Συνεπώς αδιαφορούντες δια την πρόσκρουσιν μας εις την εγνωσμένην μετριοφροσύνην των ευχαριστούμεν, ευγνωμονως ευχαριστούμεν ες αεί.
ο Ηλίας Αγγελόπουλος γυρω στο 1935…

να ευχαριστήσω κι εγώ την συνεργάτισσα Λουκία για την αντιγραφή των κειμένων…
ΤΣΑΜΑΝΤΑΣ, προπολεμική φωτογραφία του Σπ. Μελετζή
Ώρα για να φύγουμε! Κι ακόμα να πάρουμε την τελειωτική απόφαση. Έτσι μας άφησε μια ολόκληρη νυχτιά, που πέρασε και μες στο νου μας στριφογύριζαν σαν ανεμίδι οι σκέψεις, πότε να πάμε με τέτοιον καιρό; Και πότε όχι. Ώσπου μονομιάς, σαν να μην το συλλογιστήκαμε καθόλου, ξεκινήσαμε. Τα ταξίδια λοιπόν είναι μοίρα(!), όπως είπε κάποιος που σέρνει τα βήματά μας, πότε σ’ ακρογιάλια και θάλασσες, πότε σε παρθένα δάση, πότε σε χιονοσκεπές κορφές και γυμνά βουνά, σε πολιτείες μακρινές με σύμβολα και θαύματα!…
Φύγαμ’ απ’ τις Φιλιάτες μ’ έναν καιρό ύποπτο με ξεκαθαρισμένο όμως φόντο προς τη Δύση. Κάνοντας την ανάβαση μας – πηγαίναμε για του Τσαμαντά- όλο και χάνουμε από φόντο. Τα βουνά, όπως βγαίνει κανείς απ΄ το Γηρομέρι και πέρα, υψώνονται αριστερά και δεξιά του δρόμου, δυο σειρές βουνά δεν αφήνουμε το μάτι να πλανηθεί στον ορίζοντα, να χαθεί στο φόντο του απείρου…
Ακόμα κ’ η σκέψη σου κάπως φυλακίζεται σαν ν’ αγκυροβολά. Σε μεριές μεριές τα βουνά αυτά ασπρουδερά με γραμμές ανάμεσά τους σε χρώμα σκουριάς κόβονται λοξά και σχηματίζουν παράλληλες γραμμές, αφήνοντας ένα κενό, που το τρέχει το μάτι, ώσπου σταματάει απότομα στ’ αντίγραμμα βουνά, που υψώνονται πιο πέρα κι ακινητεί.
Ανάμεσα απ’ τα βουνά αυτά κατρακυλά βουϊστά και μπερδεύεται μέσα στους μικρούς λόφους το ποτάμι το Γηρομεριάτικο και φαντάζει, όπως ανεβαίνουμε, σαν νάρχεται απ’ την ασημένια ομίχλη, που σκεπάζει κει μακριά τα βουνά, Λειά- Τσαμαντά. Το περνάμε 6-7 φορές ρίχνοντας τα ζώα μας για την αντίπερα όχθη ενάντια στο ρέμα του. Τον χειμώνα στις πλημμύρες του είν’ επικίνδυνο στο διάβα του. Γέφυρα όμως σε κανένα μέρος του. Μερικές ξύλινες γέφυρες πρόχειρα κατασκευασμένες – στεριωμένα και συνδεμένα δηλ. ξύλα πάνω σε δυο δέντρα, που βρέθηκαν το ένα στη μία και το άλλο στην άλλη άκρη του ποταμιού- που ακροβατεί κι ο άνθρωπος ακόμα διαβαίνοντας τις, αντικρίζει κανείς μόνο σιγά στα χωριά Άγιοι Πάντες, που είναι χτισμένα κατά μήκος του ποταμιού και που συναντούμαι στο δρόμο μας. Έτσι ζει ο κόσμος αυτός ο πολύπαθος στον λησμονημένο κείνο τόπο.
Τα σπίτια των χωριών αυτών αλαργινά το ένα απ’ τ’ άλλο χτισμένα, μέσα στην αντάρα της φύσης και τα πολλά νερά μοιάζουν σαν κιβωτοί…του κατακλυσμού. Οι Άγιοι Πάντες, τέσσαρες ώρες απ’ τις Φιλιάτες, έχει μια χάρη και μια συγκέντρωση, όμορφο σχολειό κι εμπορικά καταστήματα πολύ καλά εφοδιασμένα.
Προχωρούμε ψηλότερα μέσα σε μιαν αντάρα που σηκώθηκε, κι όλο προχωρούμε τον ατέλειωτο δρόμο βαριεστημένα.. Πουθενά δεν αντικρίζεις φυτρωμένο σπαρτό η ανασκαμμένο απ’ το γενί τ’ αρότρου χώμα, ούτε τον ζευγολάτη να σαλαΐζη τ’ αργοπερπάτητα βόδια, ούτε μια εικόνα απ’ τις τόσο όμορφες της αγροτικής δουλειάς και ζωής.
Και στο μάκρος αυτό του δρόμου καβάλα στο ζώο έχεις για ξαγρύπνια τις απροσδόκητες παρoτρυντικές φωνές του αγωγιάτη «Χόϊ, Χόϊ» που καλεί μ’ αυτές – σ’ εντελώς ιδιαίτερη συνεννόηση και τόσο γνώριμη στ’ αργοπερπάτητο ζώο- να κινήσει ταχύτερα. Έχει κάποιο μυστικόπαθο τόνο, είναι τόσο ιδιολάλητη, μυστηριακή η φωνή αυτή, που σου γεννάει ένα συγκλονισμό, κάνει το νου σου να ταξιδεύει σ’ ατελείωτες ερήμους, γιατί σε ζυγώνει σ’ ένα όραμα καραβανιού, που βουβό κι αλάλητο περνά μπρος απ’ τα μάτια σου, σαν από κινηματογραφική ταινία, με ακούραστα βαδίζοντας ανθρώπους και ζώα και περιμένεις ώρα την ώρα, πως θ’ ακούσης μια σπαραχτική παροτρυντική φωνή απ’ τον οδηγό τους… Και με το ξεφώνημά του αγωγιάτη σου συνέρχεσαι!.
Μετά το ξεφωνητό του αγωγιάτη ένα καλαμπούρι του συνοδοιπόρου κ. Β. Κονιδάρη, τ’ ανοιχτόκαρδου παιδιού, μια συζήτηση για την αγριότητα της φύσης, την γυμνότητα των βουνών , τα πρωτόγονα μέσα της συγκοινωνίας, το τσάκισμα του κόσμου που τρέχει τους δρόμους αυτούς κυνηγώντας το ψωμί του με τόσα βάσανα, κάνει ν’ αφήσουμε πολύ δρόμο πίσω, χωρίς να το καταλάβουμε. Έπειτα από κάμποσο διάστημα κάνοντας έναν κύκλο μιας βουνοπλαγιάς φτάνουμε στην Καμίτσανη, που δεν την διακρίνουμε μες τ’ αποσπερινό σούρουπο π’ άρχισε να ξαπλώνεται. Ασπροβολά μονάχα ένας πύργος, που μας πληροφόρησαν, πως είναι νέο διδακτήριο της Καμίτσανης, που κτίστηκε μπροστά από 25 μέρες με μια γρηγοράδα ενεργειών αξιοζήλευτη.
Σε λίγο φτάσαμε στου Τσαμαντά την ώρα πούχαν ανάψει οι λάμπες και τα λυχνάρια, που φάνταζαν από μακριά σαν απόβραδ’ αστέρια μέσα στην μαυρίλα του κενού καρφωμένα, όπως δεν έβλεπες ούτε γη ούτ’ ουρανό….
Προχωρώντας σαν ανιχνευτές βρίσκουμε το σπίτι του Μαλάμη, που μας φιλοξένησε.
ΑΛΕΚΟΣ Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Επιθ. Δημοτικής Εκπαίδευσης Φιλιατών)

Αφαίρεσαν συνολικά -50.000- ευρώ σε μετρητά από δύο υπερήλικες
Από την Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ηγουμενίτσας, σε συνεργασία με το Αστυνομικό Τμήμα Παραμυθιάς, ταυτοποιήθηκαν τα στοιχεία ημεδαπού και ημεδαπής, σε βάρος των οποίων σχηματίστηκε δικογραφία για απάτη κατ’ εξακολούθηση.
Ειδικότερα, όπως προέκυψε από την αστυνομική έρευνα, την 22/9/2026, άγνωστοι πραγματοποίησαν τηλεφωνικές κλήσεις σε πολίτες στη Θεσπρωτία, προσποιούμενοι τους λογιστές και με το πρόσχημα ότι είτε πρέπει να γίνει καταγραφή των χρημάτων και των χρυσαφικών που διαθέτουν στο σπίτι είτε επίκειται να γίνει αντικατάσταση των παλαιών χαρτονομισμάτων γιατί δήθεν θα χάσουν την αξία τους, τους προέτρεπαν να εναποθέσουν εξωτερικά του σπιτιού τους σακούλα με χρήματα και τιμαλφή, ώστε να τα παραλάβουν και να προβούν στη συνέχεια στις ανάλογες ενέργειες.
Με τον τρόπο αυτό οι δράστες κατάφεραν να εξαπατήσουν διαδοχικά δύο υπερήλικες σε Ηγουμενίτσα και Παραμυθιά, από τους οποίους απέσπασαν συνολικά το χρηματικό ποσό των -50.000- ευρώ, τα οποία όπως διακριβώθηκε παρέλαβαν οι κατηγορούμενοι.
Η έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ηγουμενίτσας για την ανακάλυψη της ταυτότητας τυχόν συνεργών τους συνεχίζεται, ενώ η σχηματισθείσα δικογραφία θα υποβληθεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσπρωτίας.