του Γιώργου Τσιώμου – δημοσιεύθηκε στα Νεα των Φιλιατών το 2003

Συνηθισμένη τσαγκαροδευτέρα. Οι κοκκινολαίμηδες πάνω στις κουμαριές, η τσιάφνη κυρίαρχη ολόλευκη κρούστα, η διάθεσή μας για τη ζωή προκλητική, μέσα από το λαμνάτο ντύσιμο και την παιδική άγνοια. Ο Μήτση Πάκος κανονικά, με μια ώρα καθυστέρηση μέσω Κοκκινίστας, πίσω από το υδραυλικό τιμόνι, του Μάγκιουρις- Μάξγουελ φραπέ. Ο Αργύρης εγκαταλείποντας τον ποιμενικό βίο, ενταγμένος πλέον στην σιγουριά και τη γκλαμουριά του 3ου ΚΤΕΛ, με αγανάκτηση καταγγέλλει το χαμηλό επίπεδο των επιβατών- χωριατών, παράλληλα τακτοποιεί πότε τους ντενεκέδες με τα τυριά, πότε τα τσουβάλια με την κάθε λογής αγκρικουλτούρ πραμάτεια.
Οι προστακτικές του δεν αφήνουν περιθώρια: ¨Προχωράτε στο διάδρομο¨. Ευχαρίστως θα πηγαίναμε και στο λίβιγκ ρούμ, αρκεί η σαρδελλοποίηση, να άφηνε στην αδελφοποίηση, ένα εκατοστό για εισπνοές.
Ατμόσφαιρα Αούστερλίτς, αλλά προς το απόγευμα και ενώ έχουν μιλήσει τα κανόνια, μέσα από τα ντουμάνια των εξαρτημένων, στα Αγρινίου σέρτικα.
Οι καψοβάβες με την αγωνία, να προκάνουν το παζάρι και τους πελάτες, ενώ εμείς η μαθητιώσα, ικέτες, να φρακάρομε στο Πηγαδούλι, απ’ τα λασπόνερα. Και αφού στο μεταξύ περάσουν τα Αρχαία- Μαθηματικά, να μείνει ο Μπαραμπούτης ώστε να κάνομε και την πλάκα μας Δευτεριάτικα.
Οι ατμολέβητες- sapiens του οικοτροφείου, θα έχουν πάλι πολλά λίτρα νερό, για να αραιώσομε την υπογλυκαιμία και τη στέρηση. Τώρα αν βρούμε και ‘κανά φασούλι στον ωκεανό των υδάτων, η ηδονή από την γνάθο θα φτάσει στον κόκκυγα. Όλο το παραμύθι της σίτισης με θερμοκρασία υγρού μίγματος τους 75ο Φαρενάιτ. Αποστολή μας είναι η μόρφωση! Μακριά από εμάς το παιγνίδι της κατανάλωσης. Το ¨Ζούλειον Παρθεναγωγείο¨ το ξυλοκρέβατο, ταπεινή προσφορά της Media strom, μας περιμένει Το Σάββατο και κάθε Σάββατο κάνομε κορεοκτονία. Όχι γιατί είχαμε πρόβλημα με τα ζωύφια. Σοφά, η διοίκηση κρατάει ισορροπία στο οικοσύστημα. Το κλίμα των θαλάμων είναι ιδανικό για σεξ, σε επίπεδο παρασίτων. Αντιλαμβάνεστε. Πολύ αργότερα ακούσαμε τους οικολόγους να μιλάνε για χλωρίδα και πανίδα, στον Αντένα. Ήμασταν τόσο μπροστά;
Καταπράσινες λιμνούλες ρομαντισμού και νοσταλγίας του παρελθόντος. Τσαλαβουτάμε με πατριωτική ένταση 220 volt εντός τους και αφού πιάσομε στεριά, πάνω από τις κλαταρισμένες μπουρμπουλήθρες του χτες, διαπιστώνομε μέσα από την αστραφτερή γύμνια, τις πολλαπλές ρευματοαρθροίτιδες.
Ω! εσείς που άδολα την πρώτη ύλη καταθέσατε στα σύγχρονα βιοτεχνικά εργαστήρια προσδιορισμού και προσανατολισμού μας. Μη θορυβείται. Η ένδοξη Μουργκάνα γαληνεύει. Όποιος μη πολυφωνικός ήχος, είναι απλώς βαρβαρισμός.
Γιώργος Τσιώμος
Σχολιάστε