
Η θεωρία περί «Ιλλυρικής καταγωγής» ξεκίνησε από Γερμανούς και Αυστριακούς ρομαντικούς γλωσσολόγους του 19ου αιώνα, αλλά υιοθετήθηκε φανατικά από το αλβανικό κράτος (ειδικά κατά την περίοδο της δικτατορίας του Ενβέρ Χότζα) για έναν καθαρά πολιτικό λόγο: για να αποδειχθεί ότι οι Αλβανοί ήταν στην περιοχή πριν από τους Σλάβους και τους Έλληνες, νομιμοποιώντας έτσι τα σύγχρονα σύνορά τους και τις διεκδικήσεις τους.
Η ωμή αλήθεια είναι ότι δεν μπορείς να αποδείξεις συγγένεια με έναν «γλωσσικό νεκρό» που δεν άφησε ποτέ γραπτά ίχνη.
Τι υποστηρίζουν όμως οι εναλλακτικές (και πιο τεκμηριωμένες) θεωρίες ξένων ιστορικών, που θέλουν τους Αλβανούς να κατάγονται στην πραγματικότητα από τη Θράκη ή τη Δακία (σημερινή Ρουμανία) και να μετακινήθηκαν δυτικά πολύ αργότερα;
Εδώ κατασκευάζεταιτεχνητά και με θράσος ένας εθνικός μύθος, χρησιμοποιώντας την αρχαία ελληνική ονομασία «Ιλλυριός» για να καλύψει ιστορικά και πολιτισμικά κενά. Ο Ενβέρ Χότζα εργαλειοποίησε αυτή την έννοια και επιβεβαιώνεται από την αντικειμενική ιστοριογραφία.
«Ιλλυρικό Κράτος» με την έννοια της ενιαίας πολιτικής οντότητας ή έθνους δεν υπήρξε ποτέ. Η Ιλλυρία ήταν ένας γενικός γεωγραφικός όρος που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες για να περιγράψουν μια τεράστια, χαοτική έκταση από τις Άλπεις μέχρι την Ήπειρο.
———————–
[Η Ιλλυρία / Ιλλυρίη / Ιλλυρίς / Ιλλυριάς / Ιλλύριον ονομάσθηκε από τον Ιλλυριό, υιό του Κάδμου (εξ Άργους, βασιλιά των Θηβών Βοιωτίας) και της Αρμονίας. Ή υιός του Πολυφήμου και
της Γαλάτειας, πατέρας του Εγχελέα, του Αυχαριέα, του Δαρδάνου, του Μαίδου, του
Ταύλαντος, του Περραιβού, της Παρθώς, της Ααορθώς και της Δασσαριδος, από τους
οποίους ονομάσθηκαν τα ιλλυρικά φύλα – βλ. Αππ. Ιλ. 3-4, Απολλόδ. 3/5.4, Στέφ.
Βυζ.
Ο Αδρίας, από τον οποίον ονομάστηκε ο Κόλπος (του Αδρία > Αδριατική Θάλασσα) ήταν υιός του Ίωνα ή του Μεσσαπίου – βλ. Σχόλ. Διον. Περ. 94, Ετυμ. Μ.
Η Λιβουρνίς ονομάσθηκε από τον Λιβυρνό, εξ Αττικής. Οι Λιβυρνοί ήταν
περίφημοι για τα σκάφη τους («λιβυρνικά», «λιβυρνικαί νήες») και τον μανδύα του
(«λιβυρνική μανδύη», είδος εσθήτας), τα οποία εφηύρε ο ίδιος. – βλ. Στέφ. Βυζ.,
ΣΟΥΔΑΣ, Πολυδ. 7.60.
Κατά Κλαύδιο Πτολεμαίο:
Ἡ Ἰλλυρὶς περιορίζεται ἀπὸ μὲν
ἄρκτων ταῖς δυσὶ Παννονίαις κατὰ τοὺς ἐκτεθειμένους ὅρους· ἀπὸ δὲ δύσεως τῇ Ἰστρίᾳ
κατὰ γραμμὴν, ἧς τὸ μὲν πρὸς τῇ Παννονίᾳ τῇ ἄνω πέρας ἐπέχει μοίρας λ _ με
τὸ δὲ ἐπὶ τὸν Ἀδρίαν κόλπον λ
_ μδ _γ ἀπὸ δὲ ἀνατολῶν Μυσίᾳ τῇ ἄνω κατὰ γραμμὴν τὴν ἀπὸ τῆς εἰρημένης ἐκτροπῆς τοῦ Σαούου / ΣΑΒΟΥ ποταμοῦ μέχρι τοῦ κατὰ τὸ
Σκάρδον ὄρος πέρατος, οὗ θέσις μζ μα γο’ ἀπὸ δὲ μεσημβρίας μέρει τε τῆς
Μακεδονίας κατὰ γραμμὴν τὴν ἀπὸ τοῦ εἰρημένου πέρατος φθάνουσαν ἐπὶ τὸν Ἀδρίαν
κόλπον, ἧς πέρας με μα΄ καὶ τῇ ἐντεῦθεν τοῦ Ἀδρίου πλευρᾷ μέχρι τοῦ εἰρημένου
πρὸς τῇ Ἰστρίᾳ πέρατος]. https://arxeion-politismou.gr/2022/01/arxaia-elliniki-illyria.html
———————
Η περιοχή κατοικούνταν από δεκάδες διαφορετικές, συχνά εχθρικές μεταξύ τους, φυλές (όπως οι Ταυλάντιοι, οι Αρδιαίοι, οι Δάρδανοι). Ήταν πληθυσμοί με ημινομαδικό χαρακτήρα, που βασίζονταν στην κτηνοτροφία. Στην αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή γραμματεία, οι Ιλλυριοί ήταν διαβόητοι όχι για τον πολιτισμό τους, αλλά για την πειρατεία στην Αδριατική, τις ληστρικές επιδρομές στα μακεδονικά και ηπειρωτικά σύνορα και τον βίαιο τρόπο ζωής τους. Δεν άφησαν πίσω τους γραπτό πολιτισμό, φιλοσοφία, θέατρα ή οργανωμένη κρατική δομή.
Το πάθος για να στοιχειοθετηθεί βαλκανική αρχαία καταγωγή, έφερε το «εφεύρημα» των ονομάτων και του λεξιλογίου όπως το όνομα Ιλίρ (Ilir) και την τεχνητή ταύτισή του με τη λέξη «ελεύθερος» (i lirë στα αλβανικά) είναι ένα κλασικό παράδειγμα αναδρομικής ετυμολογίας (folk etymology) που στερείται επιστημονικής βάσης. Η λέξη «Ιλλυριός» είναι αρχαία ελληνική (πιθανότατα από τη μυθολογία, από τον Ιλλυριό, γιο του Κάδμου και της Αρμονίας).
Κατά την περίοδο του Χότζα, το αλβανικό καθεστώς επέβαλε τη μαζική ονοματοδοσία των παιδιών με «ιλλυρικά» ονόματα (Ilir, Teuta, Agron, Gent) για να δημιουργήσει μια τεχνητή ψυχολογική σύνδεση του σύγχρονου πληθυσμού με την αρχαιότητα.
Το γεγονός ότι προσπαθούν να συνδέσουν το ελληνικό «Ιλλυριός» με το αλβανικό «i lirë» (ελεύθερος) είναι μια εθνικιστική απόπειρα να «ελληνοποιηθεί» η ρίζα της λέξης προς όφελός τους και να εμπλουτιστεί το λεξιλόγιό τους με ιστορικό βάρος που δεν του ανήκει.
Ο αλβανικός εθνικισμός πήρε την πιο επικίνδυνη και επιθετική του μορφή υπό το κομμουνιστικό καθεστώς του Χότζα (1944–1985). Επειδή η Αλβανία ήταν διεθνώς απομονωμένη (είχε διακόψει σχέσεις με ΗΠΑ, Σοβιετική Ένωση και Κίνα), το καθεστώς έπρεπε να δώσει στον λαό μια ιδεολογική «ένεση» ανωτερότητας για να αντέξει την πείνα και την καταπίεση.
Η κρατική αρχαιολογία,χρηματοδότησε ανασκαφές με μοναδικό σκοπό να «αποδείξουν» ότι κάθε αρχαίο εύρημα στην περιοχή ήταν ιλλυρικό και όχι ελληνικό ή ρωμαϊκό. Στο πλαίσιο αυτό, ξεκίνησε η συστηματική προσπάθεια παρουσίασης των αρχαίων Ηπειρωτών (όπως ο Βασιλιάς Πύρρος) ως «ιλλυρικών-αλβανικών» φύλων, αλλοιώνοντας πλήρως την ελληνικότητα της αρχαίας Ηπείρου.
Αυτή η γραμμή δεν σταμάτησε με την πτώση του κομμουνισμού. Αντίθετα, συνεχίζεται μέχρι σήμερα στα σχολικά βιβλία και την επίσημη ρητορική των Τιράνων, τροφοδοτώντας θεωρίες περί «Μεγάλης Αλβανίας» και δημιουργώντας μόνιμη εστία αστάθειας στα Βαλκάνια, μέσω παραποίησης της Ηπείρου.
Επί τέλους πρέπει να ξεσκεπαστεί αυτό το παραμύθι, που επιστημονικά μπάζει από παντού, ενώ χρησιμοποιείται πολιτικά με τεράστια θρασύτητα. Η επίσημη αλβανική ιστοριογραφία διαχειρίζεται τα καθαρά αρχαία ελληνικά τοπωνύμια που βρίσκονται διάσπαρτα σε ολόκληρη την επικράτειά της (όπως η Απολλωνία, το Βουθρωτό, η Επίδαμνος (Δυρράχιο), η Αμαντία, η Αντιγόνεια κ.ά.) είναι το πιο τρανταχτό παράδειγμα της «θρασύτητας» και της παραποίησης.
Η διεθνής επιστημονική κοινότητα γνωρίζει, βάσει των αρχαίων πηγών (Στράβων, Θουκυδίδης, Αριστοτέλης), ότι οι πόλεις αυτές ιδρύθηκαν ως ελληνικές αποικίες (κυρίως από Κορινθίους και Κερκυραίους). Ωστόσο, η εθνικιστική σχολή των Τιράνων, προκειμένου να μην καταρρεύσει το αφήγημα της «ιλλυρικής αυτόχθονης συνέχειας», χρησιμοποιεί τρεις απίστευτες μεθόδους για να «αλβανοποιήσει» αυτά τα μνημεία:
1. Η θεωρία των «Πελασγών» (Η απόλυτη παραποίηση). Όταν τα αρχαιολογικά ευρήματα (ελληνικές επιγραφές, ναοί του Απόλλωνα, αρχαία θέατρα) είναι τόσο οφθαλμοφανώς ελληνικά που δεν μπορούν να τα αρνηθούν, επιστρατεύουν το Πελασγικό παραμύθι τους. Ισχυρίζονται ότι οι Πελασγοί ήταν οι κοινοί πρόγονοι Ελλήνων και Ιλλυριών, αλλά οι «πραγματικοί» κληρονόμοι της πελασγικής γλώσσας είναι οι Αλβανοί. Με αυτό το τέχνασμα, υποστηρίζουν ότι οτιδήποτε αρχαίο ελληνικό στην περιοχή είναι στην πραγματικότητα… «προ-αλβανικό».
2. Παράλογες ετυμολογίες ελληνικών ονομάτων. Αντί να αποδεχθούν την προέλευση των ονομάτων από την ελληνική γλώσσα, προσπαθούν να τα ετυμολογήσουν με βάση τη σύγχρονη αλβανική, οδηγώντας σε επιστημονικά κωμικά συμπεράσματα:
Βουθρωτόν (Butrint): Ενώ η λέξη είναι καθαρά ελληνική (από το Βούς + θρωτός, δηλαδή το σημείο όπου πληγώθηκε ή θυσιάστηκε το βόδι), στα αλβανικά σχολικά βιβλία επιχειρείται η σύνδεσή του με ιλλυρικές ρίζες.
Απολλωνία. Η πόλη που ονομάστηκε προς τιμήν του θεού Απόλλωνα, παρουσιάζεται συχνά στα αλβανικά μέσα ως ένας τόπος όπου οι Έλληνες ήταν απλώς «περαστικοί έμποροι» και η πλειονότητα του πληθυσμού ήταν Ιλλυριοί, άρα η πόλη τούς ανήκει πολιτισμικά.
3. Το επιχείρημα του «ιλλυρικού περίγυρου». Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, οι ελληνικές αποικίες ήταν απλώς μικρές «νησίδες» μέσα σε έναν απέραντο ιλλυρικό ωκεανό. Ισχυρίζονται ότι οι Ιλλυριοί, οι οποίοι ήταν νομάδες χωρίς γραπτό πολιτισμό «εκπολιτίστηκαν» και έχτισαν αυτές τις πόλεις μαζί με τους Έλληνες, οικειοποιούμενοι έτσι την αρχιτεκτονική, τα νομίσματα και την τέχνη των αρχαίων Ελλήνων.
Σλαβικά τοπωνύμια
Το πιο ειρωνικό είναι ότι ενώ προσπαθούν απεγνωσμένα να σβήσουν την ελληνική ιστορία, η ίδια η γεωγραφία της Αλβανίας τούς διαψεύδει. Η συντριπτική πλειονότητα των επαρχιακών τοπωνυμίων στην κεντρική και βόρεια Αλβανία δεν είναι ούτε ιλλυρικά ούτε αλβανικά, αλλά σλαβικά (π.χ. Πόγραδετς, Τσεροβόντα, Μπεράτι), αποδεικνύοντας τις μαζικές μεταναστεύσεις των Σλάβων τον 7ο αιώνα, οι οποίες εξαφάνισαν κάθε ίχνος των αρχαίων πληθυσμών της περιοχής.
Η ιστορία των Βαλκανίων δυστυχώς, έχει υποφέρει ανεπανόρθωτα από τέτοιες κρατικές προπαγάνδες, οι οποίες προσπαθούν να βαφτίσουν το «μηδέν» σε «αυτοκρατορία».
Σχολιάστε