
«Χάνονταν ο ήχος μιας μελωδίας, παγιδευμένος σε αγάπες και στενά/ μάζευε ο κόσμος τα κομμάτια του, τα επεξηγούσε και τα άφηνε/ ήταν παράξενη αυτή η αντίδραση, όμως ήταν τουλάχιστον δική μας/ σαν φυσαρμόνικα τραβούσε ο άνεμος, τις ξεχασμένες νότες της σκέψης μας/ δεν ήταν η βροχή που φόβιζε πια, ήταν το φεγγάρι που δεν έρχονταν.» Γιάννης Βέλλης
«Έβρεχε πάλι, έτσι απλά, όπως πάντα την ξέραμε, ο αέρας την έστελνε στα παράθυρα, χτυπούσε κι έπεφτε/ κάποιος έγνεφε μακριά, άλλος κοιτούσε επίμονα, ένας σφύριζε, τίποτα καινούργιο για ανάταση; πέρα από συνήθειες/ στο αύριο κλείσαμε ραντεβού, με τις ομπρέλες έτοιμες για κάθε βροχή, αγκαλιές και καρδιοχτυπήματα σε πορεία νίκης.» Γιάννης Βέλλης
«Και μη ξεχνιέσαι να ακούς τη θάλασσα, όσο την κρατάει/ ο άνεμος νοσταλγικά στα χάδια του, νύχτωσε και πρέπει/ να γυρίσεις στη ζωή σου, στα λάθη σου.» Γιάννης Βέλλης
«Κλέβω ένα σύννεφο και κρύβομαι, με τον καιρό συνήθισα, την απουσία της παρουσίας σου/ ξέρεις; η μουσική γίνεται ευαγγέλιο, αρκείς να θέλεις να χαθείς, μέσα της.» Γιάννης Βέλλης
«Όσο παίζεις με τις λέξεις, σκέφτεσαι, σημειώνεις, δεν πετάς κι είναι τόσο μεγάλος ο ουρανός.» Γιάννης Βέλλης
«Μια στάση στη λεμονιά, ο χειμώνας φαίνεται μακριά κι όμως φωλιάζει βαθιά κρυμμένος, ένοχος/ άνοιγμα της πόρτας, το φως δείχνει να τρεμοπαίζει στην ανασφάλεια, κουρνιάζει ο ήχος στο βαρύ της κλείσιμο/ κάπου οι σημειώσεις χωρίζουν τον χρόνο, σαν στρατιωτάκια παίζουν τα νεύρα με τις αντιστάσεις/ πού είναι εκείνη η στιγμή που χάθηκε; ψάχνεις να βάλεις τάξη στην αταξία σου, άτυχος δυστυχώς/ τίποτα δεν έμεινε όρθιο, όλα μπερδεμένα ψάχνουν ισορροπία, εκεί που δεν γεννιέται κάτι/ ατάξιδος, λες ταξιδευτής και όλοι ψάχνουν να δουν τις εικόνες σου, ξεβαμμένες στο πέρασμα της ζωής σου/ θα ξημερώσει πάλι αύριο, με περισσότερες μουδιασμένες σκέψεις, ίσως κι απαντήσεις για το είναι σου/ μα εσύ εκεί, θα αναπνέεις περισσότερη πόλη, καπνίζοντας την τελευταία ελπίδα για αλλαγή.» Γιάννης Βέλλης
«Και τι περίμενες; να σταθεί κοντά σου; τόσοι οι ουρανοί παραμένουν αξόδευτοι, εσύ; μια τρικυμία στον χειμώνα/ στάσου στα βράχια τώρα, μέτρησε ορίζοντα, βλέπεις; δεν φτάνει το μέτρο σου, έτσι κι οι αποφάσεις των ανθρώπων/ σήμερα είναι, αύριο δεν είναι, πολλά αλλάζουν, μόνο τα πορτραίτα μένουν ακέραια, στολίζοντας κάποια φυλαγμένη φωτογραφία/ όπως τότε που έλεγες, πήγα στον πόλεμο και γύρισα, μετά σ’ έφαγε η ζωή, τα τρεχάματα, η αγωνία/ τίποτα δεν έμεινε όρθιο, ούτε η εικόνα σου στον καθρέφτη, ούτε ο δρόμος, ούτε η καρδιά σου.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε