
«Σκοτείνιαζε πάλι ο ουρανός, γκριζάριζε απότομα κι όμως εδώ και καιρό έπρεπε να είχε φύγει το φθινόπωρο, ο χειμώνας/ όλα αυτά που μας φοβίζανε, μας παγώνανε, κρατώντας τις σκέψεις σε ετοιμότητα, ήταν ακόμα εδώ/ τι άλλαξε τελικά; γιατί το καλοκαίρι δεν τρέχει εφέτος χαρούμενο στους κάμπους, στις ρεματιές, στις πολιτείες μας;/ τι άλλαξε; κι οι άνθρωποι μπερδεμένοι δεν άφησαν τα χειμωνιάτικα να τρέξουν, με χαμόγελο, στον ήλιο και τη θάλασσα.» Γιάννης Βέλλης
«Τι έμεινε; Αγάλματα, μιας ξεχασμένης ιστορίας, σκοτωμένα θαύματα, θυσίες και υποζύγια.» Γιάννης Βέλλης
«Αυτό το μπέρδεμα με τις αποστάσεις, ξέρεις, εσύ εκεί εγώ εδώ/ μετρήσιμη λες η απόσταση, λάθος, ποτέ κανείς δεν ξέρει την απόσταση/ κάποτε φτάνει η καρδιά ποιο γρήγορα από τη σκέψη, άλλοτε, τις περισσότερες φορές, χάνεται στις σημειώσεις/ είναι κι η αγάπη μια παγίδα, αλλοιώνει ζωές και αποστάσεις, τάζοντας την ξεχασμένη ουτοπία/ κι όμως γεμίζει πληγές, αλλά και χαμόγελα τον κόσμο μας, όσο δεν συμμαζεύεται/ αλλά το θέμα μας είναι οι αποστάσεις, πάλι μετρώ ένα χιλιόμετρο, τακτικά κατανεμημένο/ με διάφορα μέτρα, δικά μου, ξένα, αλληλένδετα, όπως και να το δεις αλλού καταλήγει/ ίσως φτάσουμε κάποτε αυτόν τον παράδεισο, χωρίς χιλιόμετρα ή ενοχές, σαν τερματισμός/ θέμα απόστασης θα πούνε και τιμής, μα τι με νοιάζει όταν χαθώ παντοτινά, εκεί κοντά στο άγγιγμα σου.» Γιάννης Βέλλης
«Πάλι φυτεύαμε λουλούδια, σπέρναμε τους κήπους μας, δίναμε τα χαμόγελα, τι κι αν ο πόλεμος δεν τέλειωνε ποτέ.» Γιάννης Βέλλης
«Δένανε οι ιστορίες, σφικτά, η πόλη μεγάλωνε τις πληγές της, τα σκοτωμένα όνειρα, τις παρατημένες εποχές/ μόνη φωνή που ξεχώριζε, του τρελού, του άστεγου, του χαμένου στις εξελίξεις/ κάπου βαθιά, ξεψυχούσε μια αγωνία για καλύτερο κόσμο, εκεί φώτιζε κι ο ουρανός, άτυχα χρόνια.» Γιάννης Βέλλης
«Πολεμάνε τη φτώχεια; που είναι αυτοί οι πολεμιστές, να σταθούνε με θάρρος, στα άδεια τραπέζια του μεσημεριού;» Γιάννης Βέλλης
«Ανάμεσα σε σιωπές, μοιράζεσαι, όσο το φως, επιμένει να αναλώνεται μέσα σε σκόνες/ μαζί κι οι υγρασίες, χειρότερες απ’ τα ανήλιαγα υπόγεια, τόσο βαθιά κρύφτηκε ο ουρανός/ κι εσύ ψάχνεις, ψάχνεις, ρωτάς, δίνεσαι σε ατέλειωτες απαντήσεις/ χωρίς απάντηση αληθινή, σε κανένα ερώτημα, σε καμία ιστορία, τόσο λάθος.» Γιάννης Βέλλης
«Πολλά τα αδιέξοδα των ανθρώπων, έρχονται, δένονται μαζί τους, γιγαντώνονται, λες και γεννήθηκαν μόνο γι’ αυτό/ ακατανόητο πως πλησιάζουν, αγνώριστα κάθε φορά, μετά τρώνε τη σάρκα των ονείρων για καλύτερο αύριο, στο τέλος κάθονται/ με τέτοια ηρεμία, άλλωστε τέλειωσαν το έργο τους επιτυχώς, όσο η αγωνία χαράζει τα πρόσωπα, διαλύει τις ψυχές, μαραζώνει τα λουλούδια, ό,τι καλό υπάρχει ελεύθερο/ και τι μένει; κάποιο παράθυρο ανοιχτό, ξεχασμένο, για λίγο ήλιο, ή ένα πέρασμα του ανέμου σαν χτύπημα, να θυμίζει ότι κάτι κινείται, αισιόδοξο; ίσως, μπορεί και παντελώς αδιάφορο για τη συνέχεια.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε