
«Όλοι θέλουν, απαιτούν, πως να σταθεί μια κοινότητα, με απαιτήσεις και εγκαύματα/ η επιβουλή, στοχεύεται ή στοχεύει, μια δημοκρατία/ και η σιωπή, ένα αδιέξοδο ή μια ανοχή, στην καθημερινότητα.» Γιάννης Βέλλης
«Για τα μάτια μιας Περσεφόνης, γύρισα την κόλαση.» Γιάννης Βέλλης
«Οι Αλεξάνδρειες πεθαίνουν, οι άνθρωποι σκοτώνονται, οι Ιθάκες περιμένουν μόνες/ οι ιστορίες αλλάζουν, στα χέρια των νικητών, οι ηγέτες αποσύρονται στη λήθη κι εσύ πάντα αφελής, ερωτεύεσαι τις ήττες σου.» Γιάννης Βέλλης
«Γύριζε, εκεί που χρόνια σφάζονταν
το φως με το σκοτάδι, σιγοτραγουδούσε λες και περίμενε το αύριο, καλύτερο.» Γιάννης Βέλλης
«Ένα γκριζάρισμα, στο φως, μια σκοτεινιά, η ψυχή/ στη σειρά στρατιωτάκια, το έργο παίζεται και θέλει συνέχεια, πολλά επεισόδια/ λίγη οργή, ένα κακό χαμόγελο, ειρωνεία της στιγμής/ φρεσκοξυρισμένα μυαλά, στον ήλιο καίγονται/ περιμένοντας μια οδηγία, ένα αντικείμενο, της παρακμής, για προσκύνημα/ θεός το στρατόπεδο κι οι ρόλοι, θεατρινισμός, το γυαλισμένο άρβυλο/ μαυρίζει το μπλουζάκι, σαν έμπλαστρο πλεγμένο τραβάει το δέρμα, απλόχερα/ σε μια παρεξήγηση, όπου φυλετικά, διακρίνεται το αύριο/ σκοτωμένοι, εδώ και ώρα, ζητούν δικαίωση, σε ένα φαύλο κύκλο/ φωτιάς, μαύρου, παράνοιας, όσο με ευλάβεια, δείχνει τα σύμβολα/ πριν χωρίσει το σκοτάδι, από τη νύχτα μας.» Γιάννης Βέλλης
«Το όνειρο έσβησε, πατήθηκε αλύπητα, λες και στήθηκε να αλλάξει τον κόσμο, τι ειρωνεία, μόνο λίγη αγάπη ήθελε, ίσως, κάποια χαμόγελα ευτυχίας.» Γιάννης Βέλλης
«Δένανε οι ιστορίες, σφικτά, η πόλη μεγάλωνε τις πληγές της, τα σκοτωμένα όνειρα, τις παρατημένες εποχές/ μόνη φωνή που ξεχώριζε, του τρελού, του άστεγου, του χαμένου στις εξελίξεις/ κάπου βαθιά, ξεψυχούσε μια αγωνία για καλύτερο κόσμο, εκεί φώτιζε κι ο ουρανός, άτυχα χρόνια.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε