
Αντώνης Μπέζας – Antonis Bezas Αστυνομικό Μέγαρο: ένα ακόμη στρατηγικό λάθος που συνεχίζεται Παραχώρηση χωρίς αντάλλαγμα – και σε λάθος θέση
Η συζήτηση για τη νέα Αστυνομική Διεύθυνση Θεσπρωτίας, δεν είναι μια απλή τεχνοκρατική υπόθεση. Αποκαλύπτει τον τρόπο που ιεραρχούνται και υλοποιούνται τα τελευταία χρόνια συγκεκριμένες επιλογές στη Θεσπρωτία, αναδεικνύοντας παράλληλα σαφείς πολιτικές ευθύνες.
Κανείς δεν αμφισβητεί την ανάγκη στέγασης της Αστυνομίας σε σύγχρονες εγκαταστάσεις. Το θέμα είναι με ποιους όρους, ώστε να μην λειτουργούν σε βάρος της τοπικής κοινωνίας.
Το 2021, η τότε Δημοτική Αρχή Ηγουμενίτσας παραχώρησε δωρεάν για πέντε χρόνια ένα ακίνητο υψηλής αξίας – δέκα στρέμματα με το υφιστάμενο κτίριο της Σπουδαστικής Εστίας στο στάδιο του φέροντος οργανισμού – χωρίς εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, χωρίς τεκμηριωμένη καταλληλότητα για τη νέα χρήση και χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα.

Η τότε αντιπολίτευση, στην οποία συμμετείχε και ο σημερινός Δήμαρχος, καταψήφισε την απόφαση, επισημαίνοντας – ορθά – την έλλειψη ανταποδοτικότητας. Ωστόσο, για λόγους πολιτικού κόστους και τοπικών ισορροπιών, δεν ανέδειξε τα πιο κρίσιμα ζητήματα, το οποία μέχρι σήμερα αποσιωπώνται.
Πρώτον, ότι η μετατροπή ενός κτιρίου σε Αστυνομικό Μέγαρο, το οποίο έχει σχεδιασθεί, διαστασιολογηθεί και κατασκευαστεί για χρήση Σπουδαστικής Εστίας, συνιστά σχεδιαστική αστοχία λόγω ασυμβατότητας μεταξύ της αρχικής λειτουργικής διάταξης και των απαιτήσεων της νέας χρήσης.
Δεύτερον, ότι η συγκεκριμένη θέση, είναι ακατάλληλη για τη στέγαση μιας Αστυνομικής Διεύθυνσης. Οι αντίστοιχες υποδομές χωροθετούνται σε κεντρικά σημεία των πόλεων, ώστε να ενισχύεται το αίσθημα ασφάλειας και να διασφαλίζεται άμεση πρόσβαση μέσω βασικών οδικών αξόνων.
Το αποτέλεσμα ήταν διπλά αρνητικό: αφενός εκδιώχθηκε το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων από έναν ακόμη χώρο του – όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του ΞΕΝΙΑ – αφετέρου υιοθετήθηκε μια λανθασμένη λύση, ενώ υπήρχαν ορθότερες εναλλακτικές, όπως η αξιοποίηση της υφιστάμενης θέσης του Αστυνομικού Μεγάρου, η αναβάθμιση του οποίου είχε ενταχθεί το 2009 σε πρόγραμμα ΣΔΙΤ που στη συνέχεια ακυρώθηκε.
Παράλληλα, ο Δήμος εκχώρησε σημαντική περιουσία χωρίς να διασφαλίσει ανταποδοτικό όφελος. Το υφιστάμενο Αστυνομικό Μέγαρο, μετά την ολοκλήρωση του νέου, δεν θα περιέλθει στην Αυτοδιοίκηση, αλλά θα επιστραφεί στο Δημόσιο. Με άλλα λόγια, η πόλη παραχωρεί περιουσία για τη στέγαση μιας ήδη υφιστάμενης υπηρεσίας, χωρίς να αποκομίζει κανένα όφελος. Και το ερώτημα είναι απλό: γιατί;
Η επιλογή αυτή δεν είναι μεμονωμένη. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η χωροθέτηση των φυλακών εντός του αστικού ιστού των Φιλιατών. Και στις δύο περιπτώσεις, οι ευθύνες του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη είναι σαφείς: η Θεσπρωτία αντιμετωπίζεται ως η «εύκολη λύση» για την εγκατάσταση τέτοιων υποδομών, σε χώρους και με όρους που δύσκολα θα γίνονταν αποδεκτοί αλλού. «Κατασκευάζεται» έτσι η εικόνα ότι προωθούνται έργα, χωρίς όμως ουσιαστική μέριμνα για την καταλληλότητα των επιλογών και χωρίς πραγματικό όφελος για την τοπική κοινωνία.
Σήμερα έχουν δημιουργηθεί τετελεσμένα και η διαδικασία προχωρά. Ωστόσο, η πρόσφατη επαναφορά του θέματος στο Δημοτικό Συμβούλιο, με αίτημα παράτασης της παραχώρησης για ακόμη τρία χρόνια – τη στιγμή που, πέντε χρόνια μετά την αρχική απόφαση, το έργο δεν έχει καν ξεκινήσει – ανέδειξε μια σοβαρή πολιτική ασυνέπεια.
Η σημερινή Δημοτική Αρχή δεν υπερασπίστηκε στην πράξη όσα η ίδια υποστήριζε ως αντιπολίτευση. Δεν έθεσε ζήτημα ανταποδοτικότητας, δεν διεκδίκησε όρους υπέρ της πόλης, τη στιγμή που η παράταση της παραχώρησης αποτελούσε μια σαφή ευκαιρία επαναδιαπραγμάτευσης.
Για τον λόγο αυτό, οφείλουμε – έστω και τώρα – να πούμε τα αυτονόητα και να θέσουμε το ελάχιστο: με την ολοκλήρωση του νέου Αστυνομικού Μεγάρου, το υφιστάμενο κτίριο να περιέλθει στο Δήμο Ηγουμενίτσας και να αξιοποιηθεί προς όφελος της τοπικής κοινωνίας.
Εμείς δεν θα σιωπήσουμε. Θα συνεχίσουμε να αντιδρούμε στην πρακτική όπου οι ορθολογικές επιλογές υποχωρούν μπροστά στον πρόσκαιρο εντυπωσιασμό, τον πελατειασμό και την ικανοποίηση πιέσεων και επιμέρους συμφερόντων, σε βάρος των πραγματικών αναγκών του τόπου.
Σχολιάστε