
«Και όταν έρθει η άνοιξη, δεν θα περιμένεις, θα τρέξεις/ να αγκαλιάσεις το πρώτο χαμόγελο, κοντά της.» Γιάννης Βέλλης
«Θα ξεπεράσουμε το σκοτάδι, το κρύο, τις παγίδες του ανέμου/ μετά, θα αγκαλιάσουμε το φως, το χαμόγελο, τη ζωή μας/ ό,τι ξεχάσαμε, μόνο, αδικημένο και το τραυματίσαμε.» Γιάννης Βέλλης
«Ανατροπές, η καθημερινότητα που μας τρομάζει, όλα αλλάζουν, χάνονται για την ακρίβεια/ σήμερα χάθηκε αυτό, αύριο το άλλο, μητρώο απωλειών κι ανεκτικότητας, η ζωή μας/ σε λίγο θα σκοτώνουν και τα όνειρα, όσα τόλμησαν να παραδοθούν, αφύλακτα, στο φως της ημέρας/ και εμείς, ως άλλοι ανόητοι, θα ρωτάμε, αλήθεια τι χάθηκε, αφού δεν γεννήθηκε ποτέ;/ έτσι τα εγκλήματα γίνονται πλημμελήματα, μετά μπαίνουν στο αρχείο, ξεχνιούνται/ άνθρωποι γυρίζουν, χωρίς πραγματικά να ακούνε ή να βλέπουν/ μέχρι να πληγωθούν βαθιά, να πονέσουν, τέτοια είναι η ιστορία.» Γιάννης Βέλλης
«Θα πεθάνουμε κι ακόμα θα ψάχνουμε, τι δεν έγινε, τι αγαπήσαμε, τι σκοτώσαμε, τι υπάρχει. «Γιάννης Βέλλης
«Πολλά τα αδιέξοδα των ανθρώπων, έρχονται, δένονται μαζί τους, γιγαντώνονται, λες και γεννήθηκαν μόνο γι’ αυτό/ ακατανόητο πως πλησιάζουν, αγνώριστα κάθε φορά, μετά τρώνε τη σάρκα των ονείρων για καλύτερο αύριο, στο τέλος κάθονται/ με τέτοια ηρεμία, άλλωστε τέλειωσαν το έργο τους επιτυχώς, όσο η αγωνία χαράζει τα πρόσωπα, διαλύει τις ψυχές, μαραζώνει τα λουλούδια, ό,τι καλό υπάρχει ελεύθερο/ και τι μένει; κάποιο παράθυρο ανοιχτό, ξεχασμένο, για λίγο ήλιο, ή ένα πέρασμα του ανέμου σαν χτύπημα, να θυμίζει ότι κάτι κινείται, αισιόδοξο; ίσως, μπορεί και παντελώς αδιάφορο για τη συνέχεια.» Γιάννης Βέλλης
«Η ιστορία σου, μια ατέρμονη συνδιαλλαγή με το χρόνο, τις συγκυρίες, την καρδιά σου, τα ατυχήματα – υπάρχουν κι αυτά.» Γιάννης Βέλλης
«Η υγρασία έτρωγε, αχόρταγα, τα κόκκαλα της ημέρας, ο ήλιος αναστέναζε στο ανέβασμα του ουρανού, οι άνθρωποι μπερδεμένοι σκέφτονταν, τα γεγονότα αλληλοσπαράζονταν/ αυτή η χρονιά, όλο άλλαζε και μας φόβιζε, τα μάτια σκούραιναν και βάθαιναν, παράλληλα, σε κάθε νέα λέξη, κάποιοι αναφέρονταν στη ματαιότητα, άλλοι θέλανε να γίνουν ήρωες/ περίεργο πράγμα, να θέλεις το καλύτερο, αυτό που ομορφαίνει τον κόσμο, μα παράλληλα να σκοτώνεις αλύπητα, κάθε καλή στιγμή/ κι όμως έτσι γινότανε, πάλι, στις απάνθρωπες πόλεις και τα μικρά χωριά, βάραινε η ιστορία, από τις τόσες αθλιότητες, όσο γύριζε ο κύκλος της κάθε ημέρας.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε