Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή





ΚΑΘΑΡΟΣ

ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ 24-32 ΥΓΡΑΣΙΑ 31% ΑΝΕΜΟΙ 4BF ΔΥΤΙΚΟΙ



στο θεατράκι πίσω απο τα ΕΛΤΑ



για μια εγγυημένη και παραδοσιακά Ηπειρώτικη διασκέδαση- όπως μας βεβαιώνουν όσοι το απόλαυσαν πέρσι …


                         ΄΄ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΑΛΑΜΑ΄΄ απο τα ΝΕΑ των Φιλιατών (2001)

                                                  Του Θεοδώρου Κώτσιου.

    Κείνο τον καιρό, όταν ο πατέρας γύριζε από τα Γιάννενα, εμείς, τα παιδιά του, μαζευόμαστε γύρω του και τον ρωτούσαμε και τον ξαναρωτούσαμε, πως τα πέρασε, τι είδε και τι άκουσε. Κι αυτός, άλλο που δεν ήθελε, άρχιζε να λέει και να ξανάλεει, χωρίς τελειωμό. Το ταξίδι διαρκούσε δύο μέρες για τον πηγαιμό, κι άλλες δυο για την επιστροφή. Όταν μας περιέγραφε την πρωτεύουσα της Ηπείρου εμείς χαζεύαμε και όλα μας φαίνονταν σαν ένα παραμύθι. Τις βασικές τοποθεσίες τις είχαμε μάθει, προτού τις επισκεφθούμε. Πλατεία, Ρολόι, Κουμπαράς, Γυαλί Καφενέ, Κριθαροπάζαρο, Τζαμί, Σεράι του Αλή, Παμβώτιδα, νησάκι. Χάνια με άλογα, μπουγάτσες νόστιμες και φούρνοι πολλοί φούρνοι.. Και μας έφερνε μπακλαβά και άσπρο ψωμί, ΄΄λευκό΄΄ το λέγαμε, που το τρώγαμε χωρίς προσφάι. Κι ακόμα, που και που, έφερνε και χέλια από τη λίμνη, που τα ψήναμε σε κεραμίδι, πάνω στη θράκα και ήταν νόστιμα και πολύ μας άρεσαν.

   Εκείνο, όμως, που μας εντυπωσίαζε και σταματούσε την αναπνοή μας, ήταν το μέρος της διήγησης, που αναφερόταν στο ΄΄Πέρασμα του Καλαμά΄΄, το χειμώνα, τότε που ήταν ορμητικός και άγριος φουσκωμένος και στο διάβα του παρέσερνε τα πάντα.

   Μας μίλαγε, λοιπόν, ο πατέρας για μια ΄΄Καλάθα΄΄, αν καλοθυμάμαι κοντά στη Μενίνα, που ο ίδιος έμπαινε μέσα και αυτή κινούνταν εναερίως, με ροδέλες, πάνω σ’ ένα συρματόσχοινο, δεμένο γερά σε δυο μεγάλα πλατάνια, το ένα από τη μια μεριά και το άλλο από την απέναντι. Κι αυτός από ψηλά παρατηρούσε με δέος, ενώ από κάτω το θεριό κυλούσε και βούιζε και χούγιαζε και απειλούσε. Και εμείς, με αγωνία, αναρωτιόμαστε τι θα γινόταν αν η ΄΄Καλάθα΄΄ τρύπαγε κι έπεφτε ο πατερούλης στα νερά και μέναμε ορφανά. Μα αυτός γελούσε και μας βεβαίωνε, πως όλα ήταν στεριά και γερά και καθόλου δεν κινδύνευε. Κι έτσι ησυχάζαμε και κοιμόμαστε, χωρίς εφιάλτες.

   Ακόμα, μας έλεγε όπως ήταν ο καιρός ήταν καλός, το ποτάμι χαμήλωνε και ημέρευε και τότε όλα ήταν εύκολα και περνούσαν από τους πόρους, τα περάσματα, τα μέρη εκείνα όπου το υγρό στοιχείο ήταν απλωμένο σε μεγάλο πλάτος κα το βάθος του μίκραινε.

   Τα χρόνια, σιγά-σιγά, πέρασαν και ήρθε η σειρά μου να δω από κοντά και να γευτώ ο ίδιος τι σήμαινε ΄΄Πέρασμα του Καλαμά΄΄.

   Αρχές του Σεπτέμβρη ήταν και ο καιρός καλοκαιριάτικος, όταν μαζί με τον πατέρα ξεκινούσαμε, πρωί-πρωί, από το χωριό, με προορισμό την Παραμυθιά, για να δώσω εξετάσεις στο Γυμνάσιο. Ύστερα από δυο ώρες πορεία φτάσαμε στο Φιλιάτι. Κάναμε μια στάση στο ΄΄Πούσι το Πλατύ΄΄, ήπιαμε νερό, μετά ανηφορίσαμε στο λιθόστρωτο και σταθμεύσαμε στο Σαμαράδικο του Μπάρμπα- Σταύρου, από το Γηρομέρι, φίλου μας οικογενειακού.

   Το μεσημεράκι, το φορτηγό μας περίμενε έξω από ένα εστιατόριο. Η καρότσα ξεσκέσπατη. Μερικές σανίδες, τοποθετημένες εγκάρσια, χρησίμευαν για καθίσματα. Ήταν απλάνιστες, κι αν δεν είχες γερά παντελόνια, κινδύνευες να τραυματιστείς. Πατούσες σ’ ένα σιδεράκι και με ένα σάλτο βρισκόσουν στο υπερώο. Ένα γεροντάκι το σηκώσανε στα χέρια. Βολευτήκαμε κι εμείς στις μεσαίες σειρές. Το αυτοκίνητο, σφύριξε δυνατά, δείγμα ότι ετοιμάζεται να ξεκινήσει. Ένας γύρισε τη μανιβέλα πολλές φορές και αγάλια- αγάλια πήρε μπροστά και μπήκε κατευθείαν στον κατήφορο. Αντίο Φιλιάτι, αντίο Μεγάλο Πηγάδι. Οι πευκόφυτες κογκέλες, με τις απότομες στροφές, δεν επιτρέπανε μεγάλες ταχύτητες. Το Φοινίκι, κρεμασμένο στην κατηφοριά του απέναντι βουνού, μας χαιρετούσε. Τα σπίτια, δίπατα και τρίπατα, με πόρτες μεγάλες, αψιδωτές και τα παράθυρα με σιδεριές. Ένας μικροκάμπος, που τριγυρίζετε από όγκους ορεινούς μας υποδέχεται. Το ποταμάκι, που του κόβει σε φέτες δυο, διαβήκαμε χορεύοντας. Οι ρόδες του μεταφορικού μέσου κύλησαν απότομα και με τριγμούς, πάνω στις ξερές στρογγυλές πέτρες, που μόνο από τον Οκτώβριο

Και μετά θα βαφτιζόταν στα νερά. Και μετά ισότοπα. Στο αριστερό μας χέρι και σε μικρή απόσταση η Σίδερη, μας κρυφοκοιτούσε με χαμόγελο. Τα συχνά ταρακουνήματα τα αποζημίωνε η φύση με τις ομορφιές της. Κοπάδια στο δρόμο με τσοπάνηδες και τσοπανούλες. Σε ορισμένα καφενεία σταματούσαμε. Γεμάτα κόσμο, που παίζανε, που πειράζονταν, που βροντοφώναζαν. Άλλοι ανέβαιναν στο όχημα και άλλοι κατέβαιναν. Ταξίδια ΄΄η ταλαιπωρία΄΄ έτσι έπρεπε να τα βάπτιζαν.

   Σε λίγο ο ΄΄Καλαμάς΄΄, σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια, απλώνεται μπροστά μας. Αν είχε στόμα να μας πει τις ιστορίες του. Τουλάχιστον τις πρόσφατες. Με τους φασίστες από το ένα μέρος και το στρατό μας από το αντίθετο. Κι αυτός να χαμογελάει από τη μια πλευρά και να βρίζει από την άλλη.

    Πρώτη φορά έβλεπα μεγάλο ποτάμι. Στο χωριό, βέβαια υπήρχαν δυο λάκκοι, που το χειμώνα είχανε νερό, κι αυτό λιγοστό. Όταν έβρεχε φυσικά, γινόταν ορμητικοί και απέραστοι. Η κυρία Έλενα, η αρσακειάδα, δασκάλα στην ιδιαίτερη πατρίδα, μας μάθαινε γεωγραφία. Ποια είναι τα ποτάμια της Ηπείρου, μας ρωτούσε. Αν ξεχνούσαμε το Θύαμη, τρώγαμε τρεις χαρακιές. Αν λησμονούσαμε τον Αχέροντα δυο. Αν δεν θυμόμαστε το Λούρο ή τον Άραχθο ή τον Αώο μια. Ακόμα και σήμερα δεν έχω καταλάβει με ποια κριτήρια έκανε αυτή τη βαθμολόγηση και κλιμάκωνε την τιμωρία.

  Γέφυρα δεν υπήρχε κείνο τον καιρό. Μια ΄΄Σχεδία-Πλατφόρμα΄΄ αρκετά μεγάλη, ειδική για τις περιστάσεις, μας περίμενε. Άνθρωποι, αυτοκίνητο και ζώα, στον ίδιο χώρο. Κινούταν, με τη βοήθεια τροχαλίας, πάνω σ’ ένα γερό συρμάτινο σχοινί, στηριγμένο στις δύο όχθες. Μετά φόβου Θεού. Πρώτη φορά έρχομαι σε επαφή με τον κινούμενο όγκο. Βάζω το χέρι στο νερό και σχεδιάζω με τα δάχτυλα. Κοιτάζω το χοντρό σύρμα και τρομάζω μήπως και κοπεί. Εν τω μεταξύ, ένας ηλικιωμένος δίπλα μου φούμαρε του καλού καιρού και μου ’ριχνε τον καπνό στη μύτη. Που να ’ξερε το καημένο το γεροντάκι πως και ο πιτσιρίκος που έστεκε κοντά του, έχει γευτεί τη γλύκα της νικοτίνης, πριν το σκάσει από τ’ αυγό. Όλα, σχεδόν, τα παιδιά στο χωριό τη κατοχή καπνίζαμε σαν φουγάρο.

   Σε λίγο βρισκόμαστε στην απέναντι όχθη. Πατάμε τη γη και χαιρόμαστε. Νιώθουμε σίγουροι. Να το βλέπουμε το ποτάμι, ναι. Να το παίρναμε, όμως, με τέτοιες συνθήκες, να λείπει το βύσσινο. Μακριά από τέτοια πράγματα. Ορεινοί εμείς δύσκολα πιάναμε φιλίες με τα πολλά νερά και τις θάλασσες που τα δέχονται.

   Αρχές Σεπτεμβρίου έκανε ζέστη ακόμα. Ο Καλαμάς την εποχή εκείνη ήσυχος. Τα νερά του κατακάθαρα. Με τις χούφτες μας ήπιαμε και πλυθήκαμε. Που να ’ξερε, ο ιστορικός ποταμός, πως θα έρχονταν καιρός, που θα γινόταν το μήλο της Έριδος, ανάμεσα στους Γιαννιώτες και τους Θεσπρωτούς, με θέμα τον πλουτισμό του ή όχι με ιχνοστοιχεία από την πλούσια καθημερινή τροφική επεξεργασία των ανθρώπων εκείνης της μεγαλούπολης, που στα παλιά χρόνια ήταν πρώτη στα γρόσια και στα γράμματα.

    Στη συνέχεια, ένα άλλο φορτηγό μας παρέλαβε και από κει στη διακλάδωση της Μενίνας. Το απόγευμα ένα αυτοκίνητο της ΥΕΚΑ, γεμάτο αλεύρια, μας μετέφερε στην Παραμυθιά. Βγήκαμε από την καρότσα στο Γαλατά κάτασπροι, λες και αποχωρούσαμε από  αλευρόμυλο εν ενέργεια.

   Οι μέρες, όμως, τρέξανε γρήγορα και με τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές πέρασαν και πάλι τον Καλαμά με τον ίδιο τρόπο και μετά Φιλιάτες και με τα πόδια στο χωριό.

  Δωδεκάμερα στην πατρίδα, ένα όνειρο. Καλό φαγητό, αλλά και παιχνίδι και βόλτες και χαρτοπαιξία. Εκκλησίασμα, ιεραγράμματα, γιορτάσια, ευχές, αλλά και πόκερ και τριάντα μία και ζάρια. Μικροί και μεγάλοι εν δράσει. Η κωμόπολη είχε την όψη ενός πελώριου καζίνου. Ένα μικρό ΄΄Λας Βέγγας΄΄ φορτωμένο στην παραμεθόριο.

    Ήταν απόγευμα της Παραμονής των Φώτων, όταν ο Μπάρμπα-Γιάννης, που με το γαιδουράκι του το Μπάσο είχε στήσει καθημερινή μεταφορική μηχανή από Πλεσίβιτσα-Φιλιάτες και αντίστροφα, μας πληροφόρησε ότι το πέρασμα από τη Βρυσέλλα μεριά, ήταν κλειστό. Η Σχεδία-Πλατφόρμα είχε χαλάσει. Όποτε, όλος ο μαθητόκοσμος, έπρεπε να αλλάξει δρομολόγιο.

   Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, μια ώρα νύχτα, όλα τα μαθητούδια ξεκινήσαμε για την Ηγουμενίτσα με τα πόδια, επτά ώρες δρόμο. Μαζί μας και ο Μπάρμπα-Γρηγόρης, ο αγωγιάτης, που στο ζώο του είχε φορτωμένα ένα σωρό σακουλάκια, αντάμα και τις πραμάτειες μας.

    Το επάγγελμα του αγωγιάτη, εκείνο τον καιρό, ήταν συνηθισμένο στην ύπαιθρο. Μετέφεραν οι άνθρωποι αυτοί με καλοθρεμμένα άλογά τους εμπορεύματα και κάθε είδους μικροπράγματα. Εκτελούσαν παραγγελίες και γενικά προσέφεραν υπηρεσίες ταχυδρόμου. Εξυπηρετούσαν πολύ κόσμο, γιατί αμέσως μετά τον πόλεμο, οι συγκοινωνίες και οι επικοινωνίες ήταν σχεδόν στο μηδέν.

    Ήταν ακόμα μισοσκόταδο και ακολουθούσαμε τον Nτορή με βήματα προσεκτικά. Τα μονοπάτια κατηφορικά και απότομα. Στους πρόποδες του βουνού πηγές με άφθονο νερό. Στο δρόμο ένας νερόμυλος. Σταματήσαμε να τον απολαύσουμε. Ένα κτήριο διώροφο λιθόκτιστο, κεραμοσκεπασμένο. Από ψηλά έπεφτε με  ορμή στη φτερωτή, κι αυτή με τις περιστροφές της έθετε σε κίνηση τη μυλόπετρα, που άλεθε το στάρι και το καλαμπόκι. Ο μυλωνάς ο Κυρ-Βαγγέλης, ο πατριώτης μας, βγήκε στην πόρτα και μας καλημέρισε. Απ’ έξω κοπάδια από κότες και δίπλα χωράφια καταπράσινα.

   Περπατούσαμε με βήμα γοργό. Ο ουρανός μουντός. Θεέ μου, να μη βρέξει, λέγαμε, να φτάσουμε στεγνοί. Το ποτάμι, εν τω μεταξύ, θολό και άγριο. Ο μπάρμπα-Γρηγόρης φώναξε το βαρκάρη από απέναντι. Αυτός έκανε με προσοχή την ταξιθέτηση. Στη μέση της βάρκας έβαλε το ζώο κι από τις δυο μεριές τους ανθρώπους. Κι εκείνος όρθιος, με ένα ξύλο μακρύ, που το βύθιζε στο νερό, οδηγούσε. Δεν το πήγαινε εργκάσια. προς τα κάτω και πλάγια. Η καρδιά μας χτύπαγε, από μπάνιο τίποτε. ‘Ένα γέρικο πλατάνι μας παρακολουθούσε. Τα κλαδιά του είχαν απλωθεί και σχεδόν αγκάλιαζαν το υγρό στοιχείο, το καλόπιαναν. Το ζώο, σ’ όλη τη διαδρομή, δεν κουνήθηκε στάλα. Γρήγορα αποβιβαστήκαμε στην Ηγουμενίτσα και τα μεσάνυχτα στην Παραμυθιά. Από την επομένη, μαθήματα σε ποικιλία. ΄΄Λύκος διώκει αμνόν, ο διαμνός εις ναόν καταφεύγει΄΄.

   Πέρασαν μήνες και χρόνια και μια ανοιξιάτικη μέρα, για δουλειά της Τράπεζας, έπρεπε να επισκεφθώ το Μαντζάρι. Μπήκα, λοιπόν, στο μεταφορικό μέσο της γραμμής, κατέβηκα στη Μενίνα και ακολούθησα το δρόμο προς το ποτάμι περπατώντας. Ο ουρανός καταγάλανος, ο ήλιος ολόχρυσος, όλα ανθισμένα, το πράσινο οργίαζε, τα πλατάνια καμάρωναν, τα λουλούδια έφκιαχναν τάπητες πολύχρωμους σε ποικιλία και τα πουλιά, με όλες τις μουσικές κλίμακες, μου πήραν το μυαλό, με απογείωσαν. Περπατούσα πετώντας. Ο Βαρκάρης, με την καλημέρα του, με συνέφερε και με οδήγησε απέναντι, τραγουδώντας άσματα ηπειρώτικα. Αυτό ήταν το τελευταίο ΄΄Πέρασμα΄΄ που είχα άμεση επαφή με τα νερά του Θύαμη.

   Από τότε, ταξίδεψα πολλές φορές για το χωριό. Τη στιγμή, όμως που το αυτοκίνητο διέρχεται με ταχύτητα τη γέφυρα, πιάνω τον εαυτό μου απόντα, αφηρημένο, αιωρούμενο, διαλογιζόμενο, ονειρευόμενο. Κείνη την ώρα σκέφτομαι τη ΄΄Καλάθα΄΄, που ο πατέρας χειμωνιάτικα έμπαινε μέσα της και εναερίως μεταφερόταν στην απέναντι πλευρά, τη ΄΄Σχεδία Πλατφόρμα΄΄, που στηριζόταν σε συρματόσχοινο χοντρό, τη βάρκα στη Μονή Ραγίου, όπου το άλογο έμπαινέ στο κέντρο της κι εμείς δίπλα του, ακίνητοι σαν σε εκκλησιά, το Βαρκάρη που με πήγε στο Μαντζάρι, άδοντας σε ρυθμούς παραδοσιακούς. Ακόμα, φέρνω στο νου μου, το Ντώνα και το Βαγγέλη, που με τα φορτηγάκια τους έκαναν το δρομολόγιο, Φιλιάτι-Καλαμά, Καλαμά-Φιλιάτι, Φιλιάτι-Καλαμά, Καλαμά-Φιλιάτι.

   Οι άνθρωποι, ζούμε με τις αναμνήσεις μας, με το παρελθόν μας, αγκαλιασμένοι τα αλλοτινά, τα περασμένα. Θέλουμε, μα δεν μπορούμε να λησμονήσουμε.


ΓΙΑ ΤΑ ΛΕΦΤΑ

Είν’ αλήθεια βρε παιδιά, πως τα γράφετε καλά

Κάκω μου καλή μου Κάκω, μας το σέρβιρες στο πιάτο

Μας την πήραν τη λαλιά, δε μας δίνουν τα λεφτά

Τους νέους τους πληρώνουν & παλιούς μας καπελώνουν

Δήμαρχε βρες αντικλείδι, πρίν να πάει στο Σκανδαλίδη

Αν το μάθει θα θυμώσει και θα πεί: να τους πληρώσει!

Δεν θα γράψω άλλη φορά αν τα δώσεις τα λεφτά

Θα σου βράσουν τραχανά, αν τα δώσεις βρέ Μηνά

Και ξανά θα σε ψηφίσουν, Δήμαρχο θα σε βαφτίσουν.

Πάρτο ποίημα και στο σπίτι, φιλικά από τον Πίπη!

                           Ο Σπύρος ο Πάντος


ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Γεια και χαρά βρε Τσαμαντά

Με τα κρύα, λαμπρά νερά σου

Με τις ψηλές βουνοκορφές

Και τα’ όμορφα παιδιά σου

Βγαίνοντας πάνω στον Αη Λιά

Σε εκείνη τη ραχούλα

Βλέπεις αγνάντια το χωριό

Σου καίγεται  η καρδούλα

Πάνε τα χρόνια τα παλιά

Που βόγκαγε του Τσαμαντά

Απ’ τον πολύ τον κόσμο

Νέους γερόντους και παιδιά

Που γέλαγαν και χόρευαν

Στ’ αλώνια τραγουδώντας

Ανέβαιναν κατέβαιναν

Επάνω από το βουνό μας

Κι εσείς που είστε ξενιτιά

Τον πόνο σας τον ξέρω

Αυτόν τον έζησα κι εγώ

Σαράντα χρόνια μαρασμό

Όσοι μπορείτε νάρχεστε

Για να σας βγαίν’ ο πόνος

Να βλέπεται του Τσαμαντά

Που έμειν’ έρημος μόνος

Μα τώρα εμένα μ έφερ’ ο Θεός

Εδώ στην πέτρα επάνω

Εδώ όπου γεννήθηκα

Και θέλω να πεθάνω

Να με πάνε εκεί στην εκκλησιά

Που σμίγουν τα ποτάμια

Που είν’ ο ίσκιος ο βαρύς

Με τα πολλά πλατάνια

Εικάζομαι τον Βάρβα μας

Με πλάκα από την Τσιέρα

Μα θέλεις νιούς και γέροντες

Να χαίρονται γιός & θυγατέρα

Να λένε τα τραγούδια μας

Που έχουν τραγουδήσει

Τόσες και τόσες οι γενιές

Που εδώ έχουνε ζήσει

Χρυσάνθη Οικονόμου-Πάντου

Τσαμαντάς Γενάρης του 2007

Ετικετοσύννεφο