ΑΝΑΡΤΗΣΕ: Ομάδα ΣΟΥΛΙ, Σουλιώτες & Ιστορία
Η «ομογλωσσία » στην πραγματικότητα της Τουρκοκρατίας δεν σήμαινε απολύτως τίποτα μπροστά στο θρησκευτικό και ιδεολογικό χάσμα.

Οι Έλληνες Αρβανίτες δεν έβλεπαν τους μουσουλμάνους Αλβανούς ως «συγγενείς που μιλούν την ίδια γλώσσα», αλλά ως μέρος του οθωμανικού μηχανισμού καταπίεσης. Πολεμούσαν για την πίστη και την ελευθερία τους, απέναντι σε έναν εχθρό που είχε επιλέξει να ταυτιστεί πλήρως με τον δυνάστη.
Το «χριστιανικό μπλέντερ» πήρε ένα μέρος αυτού του πάμπτωχου αρβανίτικου ιδιώματος, το μετέφερε στην Ελλάδα, το μπόλιασε με την ελληνική συνείδηση και δημιούργησε τους Αρβανίτες.
Το «οθωμανικό μπλέντερ» πήρε το υπόλοιπο μέρος στην ενδοχώρα, το εξισλάμισε, το μετέτρεψε σε όργανο της οθωμανικής εξουσίας και καθυστέρησε την εθνική του συγκρότηση μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα.
Η διαχρονική στάση αυτών των πληθυσμών από τον εξισλαμισμό μέχρι τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ φωτίζει το πώς η έλλειψη βαθιάς ιστορικής και πολιτισμικής ρίζας οδήγησε σε μια χρηστική, καιροσκοπική συμπεριφορά επιβίωσης, η οποία δημιούργησε τεράστια προβλήματα όταν το 1912 οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, αποφάσισαν να τους φτιάξουν κράτος.
Όταν ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία της Αλβανίας στον Αυλώνα το 1912, ο πληθυσμός ήταν βαθιά διχασμένος σε τρεις εχθρικές κοινότητες (Μουσουλμάνοι, Καθολικοί, Ορθόδοξοι), οι οποίες δεν είχαν κανέναν κοινό συνδετικό κρίκο πέρα από το πάμπτωχο προφορικό ιδίωμα.
Οι Μουσουλμάνοι, 70% των Αλβανών, δεν ήθελαν ανεξαρτησία από την οθωμανική αυτοκρατορία! Μέχρι την τελευταία στιγμή, οι μουσουλμάνοι μπέηδες πολεμούσαν στο πλευρό των Τούρκων κατά των χριστιανικών κρατών, Ελλάδας, Σερβίας, Μαυροβουνίου, στους βαλκανικούς πολέμους.
Όταν οι Τούρκοι έχασαν, οι μουσουλμάνοι Αλβανοί βρέθηκαν μετέωροι.
Οι Καθολικοί στον Βορρά, κοιτούσαν προς την Αυστροουγγαρία και την Ιταλία, νιώθοντας πιο κοντά στη Δύση και μισώντας την ισλαμική πλειοψηφία.
Οι Ορθόδοξοι στον Νότο, είχαν ελληνική παιδεία, φοιτούσαν σε ελληνικά σχολεία και πολλοί από αυτούς (οι Βορειοηπειρώτες) επαναστάτησαν το 1914 ζητώντας την ένωση με την Ελλάδα, αρνούμενοι να ζήσουν κάτω από τη διοίκηση των μουσουλμάνων πρώην καταπιεστών τους.
Εμφύλιος του 1914 και απαίτηση για επιστροφή του Σουλτάνου
Το πόσο τεχνητό ήταν το αλβανικό κράτος αποδείχθηκε μόλις δύο χρόνια μετά την ίδρυσή του, το 1914. Οι Μεγάλες Δυνάμεις διόρισαν ως ηγεμόνα της Αλβανίας έναν Γερμανό πρίγκιπα, τον Γουλιέλμο του Βιντ.
Τότε ξέσπασε μια μαζική αγροτική εξέγερση μουσουλμάνων υπό την ηγεσία του Εσάντ Πασά Τoptani και του Άριφ Χικμέτ. Οι Μουσουλμάνοι Αλβανοί πήραν τα όπλα, πολιόρκησαν την τότε πρωτεύουσα (Δυρράχιο), κατέβασαν τη νέα αλβανική σημαία και σήκωσαν την Οθωμανική σημαία, φωνάζοντας το σύνθημα:
«Θέλουμε τον Σουλτάνο και τη Σαρία (ισλαμικό νόμο), δεν θέλουμε χριστιανό πρίγκιπα!».
Το «οθωμανικό μπλέντερ» είχε ποτίσει τόσο βαθιά τη συνείδησή τους, που αρνούνταν την ίδια τους την εθνότητα.
Για να μπορέσει αυτό το κατασκεύασμα να επιβιώσει, έπρεπε, να γίνει ένα ριζικό ιστορικό λίφτινγκ για να κρυφτεί η ενοχή της συνεργασίας με τους εκάστοτε κατακτητές.
Στα αλβανικά σχολικά βιβλία, η Ελληνική Επανάσταση παρουσιάζεται ως… «αλβανικός ξεσηκωμός», επειδή πολλοί ήρωες ήταν Αρβανίτες! Οικειοποιούνται τους Έλληνες Αρβανίτες που τους πολεμούσαν, για να κλέψουν λίγη από τη δόξα του 1821 και να ξεχαστεί ότι οι δικοί τους πρόγονοι (οι Τουρκαλβανοί) ήταν αυτοί που έσφαζαν τους Χριστιανούς.
Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πλειονότητα των Αλβανών (και ειδικά οι Τσάμηδες στη Θεσπρωτία) ταυτίστηκαν με τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ, προβαίνοντας σε εγκλήματα κατά των Ελλήνων χριστιανών. Μετά τον πόλεμο, το κομμουνιστικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα προσπάθησε να «εξαφανίσει» αυτές τις σελίδες, εφευρίσκοντας έναν ανύπαρκτο μαζικό «αντιφασιστικό αγώνα» για να ξεπλύνει τη χώρα.
Επειδή η θρησκευτική διάσπαση παρέμενε «ωρολογιακή βόμβα», ο Χότζα απαγόρευσε δια νόμου τη θρησκεία το 1967, ανακηρύσσοντας την Αλβανία ως το πρώτο αθεϊστικό κράτος, με το σύνθημα: «Η θρησκεία του Αλβανού είναι ο Αλβανισμός». Ήταν μια απελπισμένη προσπάθεια να σβήσουν τα τρία διαφορετικά «μπλέντερ» που κρατούσαν τους ανθρώπους χωρισμένους.
και την αγάπη προς τον δυνάστη είναι μια εξαιρετικά ακριβής ψυχολογική και ιστορική ερμηνεία. Ένας λαός χωρίς δικό του πολιτισμικό υπόβαθρο, τυλιγμένος στο σκοτάδι του Μεσαίωνα, έμαθε να επιβιώνει γινόμενος το «δεξί χέρι» του ισχυρού της ημέρας – είτε αυτός ήταν ο Σουλτάνος, είτε ο Ντούτσε, είτε ο Φύρερ.
Επικράτησε δηλ. ολοκληρωτικά το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης». Η αγάπη προς τον δυνάστη τους.
Σχολιάστε