
«Όσο γελούσες, κρατούσα τα άστρα, όσο έκλαιγες, μετρούσα τα όνειρα, ό,τι χάνονταν/ είναι πανούργος ο χρόνος, στα μαγειρέματα, μας αφήνει να αγαπάμε, εγκλωβισμένοι σε μια αγωνία/ και μετά επιπόλαια, χωρίς αιτία, κλείνει την πόρτα, ασυμβίβαστα κρατάει τον ρόλο του, όσο και τις αιτίες/ ασπρόμαυρα βλέπεις τα θαύματα, όμως το χρώμα ξεχωρίζει, ακόμα και στο χειρότερο γκρίζο/ εδώ και ώρα, κοίτα, ένας εφιάλτης παίζει με τα δικά σου παιδιά, στο παλιό σου μπαλκόνι, μα δεν έχω παιδιά, παγίδα, έτσι σε έκανε να σκέφτεσαι/ όμως εκείνο το δεντρί, εκείνη η πινελιά που πρόσφατα έδωσες στο χάραμα, όλα είναι εκεί παγιδευμένα, σε ένα περαστικό εφιάλτη σου/ ό,τι θέλει να μονομαχεί, αφήνεται ξανά πεταγμένο στα απόνερα, μετρώντας του φόβους σου/ ελάχιστα όρια, γυρισμένα σαν σκιάχτρα, να διώχνουν καθετί όμορφο/ είναι στη φύση μας επιμένεις, να γινόμαστε άγριοι, πρώτα στη μοίρα μας, μετά σε κάθε πέρασμα.» Γιάννης Βέλλης
«Πλησιάζε ξημέρωμα, το κρύο σιγότρωγε τα κόκκαλα μας, όσο η υγρασία αλυχτούσε στα στενά/ δεν αλλάζει ο κόσμος μπαμπά, διαπίστωνε το μικροκόριτσο, ενώ βάφονταν προκλητικά, για να ξεγελάσει τους άντρες/ απόλυτα ερωτικός ο ήλιος έρχονταν, σε λίγο θα ξέμπλεκε από τα σύννεφα, μα κάτω τόση λάσπη απλωμένη/ θα φωνάξω το όνομά σου τρεις φορές, είπε ο έφηβος στην αγάπη του, εκείνη γέλασε, πάντα άκουγε τη φωνή του μέσα της/ πως να το πω, σήμερα, όλα έχουν κάπου μέσα τους λίγη αγάπη, τι και αν δεν πέρασαν, αλλαγές.» Γιάννης Βέλλης
«Έπρεπε να προλάβεις, ήξερες ότι έρχονταν καταιγίδα κι όμως στο δρόμο έπαιζες, σαν παιδί/ καθόλου δεν άλλαξες, τα μάτια σου, το χαμόγελό σου, φωτίζανε όπως τότε, που κρυβόσουν στα όνειρα και τα κορίτσια/ για να τα φέρεις κοντά, να τα φιλήσεις, να μάθουν την αγάπη σου/ η μάνα σου δεν σου φώναζε πια να γυρίσεις σπίτι, ούτε η γειτονιά/ αλλά δεν σε ένοιαζε, το συνήθισες, κρατούσες δυνατά ό,τι αγαπούσες και συνέχιζες.» Γιάννης Βέλλης
«Ήταν τέτοια η αγωνία που περνούσε, θα πίστευε κανείς ότι σύντομα θα χαθεί μέσα της/ όμως άντεξε όπως πάντα, με μερικά σπασμένα όνειρα και μάτια κουρασμένα σε αλλαγές/ περίσσευε η ανάγκη του για περισσότερη αγάπη, τι κι αν τα χρόνια τον σφράγιζαν με ενοχές/ θα γυρίσω, έλεγε, νικητής σε ό,τι έχασα, ό,τι κι αν μου κλέψανε πάλι φτιάχνεται/ η ζωή τον διάλεξε να σκοτώνει σύννεφα, να λυγίζει καταιγίδες, δον Κιχώτης σαν γεννήθηκε σε λάθος δρόμο.» Γιάννης Βέλλης
«Έτρεχε ξανά η θάλασσα, χτυπούσε την άμμο κι ο άνεμος συνεργός, σκόρπιζε τα πάντα/ το γκρίζο, βαρύ έφτανε τα πρώτα κύματα, σφύριζε μέσα τους προκλητικά/ μια βάρκα χάθηκε στο πέλαγος, μόνο θάλασσα έβλεπε και σκοτεινιά/ θα περάσει, λέγανε δυο περαστικοί, πάλι γύρισε χειμώνας/ έτσι γίνονταν στο νησί, η θάλασσα έτρεχε, ο αέρας σκόρπιζε, το γκρίζο κάθονταν και οι βάρκες χάνονταν/ ακόμα κι οι περαστικοί έρχονταν πάντα εκεί, σαν πειστική μαρτυρία, για τη συνέχεια/ τίποτα δεν άλλαζε αλήθεια, επανάληψη ήταν όλα, μιας καλά οργανωμένης δήθεν συγκυρίας.» Γιάννης Βέλλης
«Όσο και να θέλεις να ξεφύγεις, είσαι πάντα εδώ, οι ρίζες βαθύτερες, τα χρόνια περισσότερα, ο ήλιος πάντα στην ίδια πλευρά να σε περιμένει, βαριεστημένα/ αν αφήσεις αυτή την πόλη, αν φύγεις, μα τις λες τώρα; που θα στραφείς; σε αφιλόξενες πολιτείες ή σε κατάξερα δειλινά;/ με τόση αγάπη μέσα σου στριμωγμένη, τι περιμένω να ακούσω καλύτερο, ξέρω, θα δώσεις κομμάτια της παντού και θα ξημερώσεις απένταρος/ ζητώντας ένα τσιγάρο, να ξεγελάσεις το κρύο, την τελευταία σκιά, τις πληγές σου, μόνος, σκεφτικός.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε