
«Ξέρω ότι υπάρχεις, περισσότερο από ποτέ, κάθε μέρα μέσα μου στέκεις, με το ίδιο χαμόγελο/ και προκλητικά με σκοτώνεις, με την «απουσία» σου, την τόσο πιστευτή αλήθεια.» Γιάννης Βέλλης
«Και έτσι χάθηκε κι ο τελευταίος παράδεισος, έγινε νόστος, ουτοπία/ μια απογραφή στις συνειδήσεις μας, απόλυτη, εκλογικευμένη/ ίσως γιατί εκεί δεν περνούσαν πια παιδιά, ούτε κελάιδισμα ακούγονταν/ τόσο μακριά περάσαμε τη δύση, σκοτεινιάσαμε στους δρόμους/ έρχονταν χρόνια κι άλλα χρόνια, ταξιδεμένα κι αταξίδευτα/ κι εμείς ρωτάγαμε, υπήρχε ποτέ παράδεισος; υπήρχε ποτέ νηνεμία;/ όμως ο άνεμος μάζευε τη σκόνη και την γύριζε κοντά στα μάτια μας, έτσι για να πονέσουμε/ έτσι για να θυμόμαστε τι κάναμε στη ζωή μας, ίσως και στην εικόνα μας.» Γιάννης Βέλλης
«……..αγωνιούσε όταν σιωπούσε, τόσο άδειος γίνονταν ο κόσμος/ και μετά σου λένε δεν υπάρχει έρωτας, μόνο συμπόνοια ή συμφέροντα/ αναγκαία λύση στις αδυναμίες μας, περισσότερο στις ενοχές, πάντα το αρνιόταν/ ήθελες έρωτας και αγάπη να γίνουν ένα, αγκαλιάζοντας το σύμπαν μέχρι το άγνωστο……» Γιάννης Βέλλης
«Είναι δυνατόν να αγαπάς το άπιαστο, κάτι σαν όνειρο παλιό ξεχασμένο;/ κι όμως τον άνεμο διεκδικούσε, πέθαινε για αυτόν καθημερινά/ έρχονταν οι ζευγολάτες και φώναζαν, αγανακτούσαν τόσο για τις ανάγκες της/ τι τον θέλεις τον άνεμο, να μας γεμίζει τα χωράφια διαβολεμένη σκόνη;/ όμως εκείνη έτρεχε σε κάθε άγονη πλαγιά, να τον φτάσει κοντύτερα/ ήταν καταραμένη η ώρα που τον γνώρισε, μα έμοιαζε με ευλογία/ όμως σαν ευχή του έστελνε φιλιά, δεν τον κακολόγησε ποτέ/ πέθαινε για ένα σημάδι ευτυχίας, όσο τον άκουγε να σφυρίζει αμέριμνα/ ήταν δικός της μα πάντα έφευγε, σαν ξένος γύριζε τα χρόνια/ αγωνιούσε όταν σιωπούσε, τόσο άδειος γίνονταν ο κόσμος/ και μετά σου λένε δεν υπάρχει έρωτας, μόνο συμπόνοια ή συμφέροντα/ αναγκαία λύση στις αδυναμίες μας, περισσότερο στις ενοχές, πάντα το αρνιόταν/ ήθελες έρωτας και αγάπη να γίνουν ένα, αγκαλιάζοντας το σύμπαν μέχρι το άγνωστο.» Γιάννης Βέλλης
«………άσπρισε, μακριά από χωριά και αλάνες κι όμως τώρα γυρίζει πάλι στο ίδιο σημείο/ κυνηγώντας την ουτοπία, αυτή που τον έτρεχε τόσα χρόνια/ αδιάφορος για μηνύματα και εντυπώσεις, μόνο να κλέψει ήθελε κάθε παιδικό, ό,τι χρόνια έχανε………» Γιάννης Βέλλης
«Είχες χαθεί πάλι, στα χαρτιά σου, μόνο το μολύβι ακόνιζες κάθε τόσο/ λες και περίμενες με αυτό να σκοτώσεις κάθε κακοτοπιά/ έρχονταν τακτικά σύννεφα, περνούσαν, σε ξέχναγαν/ όμως επέμενες στο ακατόρθωτο, να νικήσεις τις σκιές, όσο σε τύλιγαν/ δεν ήταν κάστρα, ούτε νερόμυλοι που γύριζαν απειλητικά, στην πορεία σου/ ξέρεις, όσο μεγάλωνες καταλάβαινες ότι δεν ήταν έτσι, η αλήθεια/ ένα παιδί έβλεπες, να παίζει ξυπόλυτο στην αλάνα, μα το παιδί δεν υπάρχει πια/ άσπρισε, μακριά από χωριά και αλάνες κι όμως τώρα γυρίζει πάλι στο ίδιο σημείο/ κυνηγώντας την ουτοπία, αυτή που τον έτρεχε τόσα χρόνια/ αδιάφορος για μηνύματα και εντυπώσεις, μόνο να κλέψει ήθελε κάθε παιδικό, ό,τι χρόνια έχανε.» Γιάννης Βέλλης
«Και το χρώμα; και το χρώμα, όλα θα στα κλέψω, φώναξε ο άνεμος, για τιμωρία, τόσο γκρίζο ούτε στον ουρανό, δεν έχει πέρασμα.» Γιάννης Βέλλης
«Ήταν κι η πόλη μια συνήθεια, μεγάλοι δρόμοι, καταστήματα, ανύπαρκτες συνειδήσεις/ όλα δένανε αρμονικά με τις βιτρίνες, αξιώματα, φωνές, δράσεις, αντιδράσεις, κάποια συνέπεια/ έτσι μαθαίναμε τις όποιες αλλαγές, ακόμα και τις θυσίες ή τα προστάγματα εξουσίας/ έρωτας έβραζε τακτικά στη σκόνη, αναζητώντας δροσιά σε ένα φιλί, ακόμα και σε ένα χαμόγελο/ εραστές κρύβανε τα πάθη τους στη νύχτα, μετά επανέρχονταν, κρατούσαν το ίδιο προσωπείο της σεμνότητας, δείγμα ηθών και τρόπων/ μόνο η μουσική τα περνούσε όλα, ακόμα και την κίνηση που καθημερινά κούραζε, συχνά ξενυχτούσε/ ξέρεις αυτή η συνήθεια ήταν η πόλη μου κι εγώ μέσα, μαζί με τις στιγμές ή τις ατυχίες της/ επέμενα να ποτίζω ένα μισόξερο λουλούδι των ορόφων, σχεδόν μελετημένα, πάντα, ζητούσε ακτίνες του ήλιου/ μα σύντομα γύριζε το βλέμμα στη γη, ταπεινωμένο, ψάχνοντας για ρίζες και ζωές, όσες τρέχανε στο ξημέρωμα.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε