
«Έτσι ξαφνικά μαθαίνεις βάρβαρα την απώλεια, χάνεσαι ολοκληρωτικά πάνω της/ και τι είναι τελικά αυτή η απώλεια; η δική σου βαθιά κατάσταση/ ένα λουλούδι, ένα δέντρο, ένας φράχτης, όλα είναι στρυμωγμένα εκεί μέσα/ βλέπεις να ξεριζώνονται ή να πέφτουν τσακισμένα, από ένα διαβάτη σκονισμένο άνεμο/ που αυθαδιάρικα έρχεται τα τσακίζει και φεύγει βιαστικός, βλάσφημος στην ομορφιά/ μετά μένεις μόνος, διαπιστώνοντας ότι όλα τέλειωσαν και τίποτα δεν υπάρχει/ ούτε το λουλούδι, ούτε το δέντρο, ούτε ο φράχτης, ούτε κάτι άλλο αγαπημένο/ ισοπεδωμένα σαν να μη έζησαν ποτέ, σαν να μη τάχες ποτέ δει ή γεννήσει/ στο μυαλό σου, στην καρδιά σου, στο χρόνο σου, στη ζωή σου/ για να το απλοποιήσουμε, πονάς, σιωπείς, μαθαίνεις να αποφεύγεις τους ανθρώπους, ξεχνιέσαι.» Γιάννης Βέλλης
«Το τραπέζι, στρωμένο
χρόνια τώρα,
τα παράθυρα, ανοιχτά
να κλέβουν ήλιο,
ο παλιός κήπος,
ομορφότερος από ποτέ,
όλα μια λέξη περιμένουν,
για αντάμωμα, αγαπημένων,
εξόριστων, κυνηγημένων.»
Γιάννης Βέλλης
«Ξέρεις, ακόμα σβήνω ερωτήσεις, στο χαρτί, αναπάντητες, προσθέτω κι άλλες/ η ιστορία ίδια, οι λεπτομέρειες διαφορετικές, μπερδεύτηκα στο συμμάζεμα/ κάπου νοσταλγώ τον καθαρό ορίζοντα, κάπου αυτό πνίγεται, στα σύννεφα/ ο διάλογος της απουσίας, με τον καιρό, γίνεται εντονότερος, διχάζεται/ κάτω από την Ακρόπολη, ή δίπλα στη θάλασσα, ακούω τα χαμόγελα της απουσίας σου.» Γιάννης Βέλλης
«Μας αφήσανε ελεύθερους
να πεθάνουμε στην έρημο
και γι’ αυτό, φροντίσανε.» Γιάννης Βέλλης
«Πατούσε βιαστικός τα -πρώτα- σκαλοπάτια ο Σεπτέμβρης μας, μόνος, μελαγχολικός, όπως πάντα/ γκριζαρισμένος, με τα σύννεφα του απλωμένα -μα τόσο ακατάστατα- στον ορίζοντα/ σε λίγο τα φύλλα, στρώμα θα γίνονται, καθώς θα κιτρινίζουν, χρυσαφίζοντας στις σταγόνες της βροχής/ το καλοκαίρι, έκλεισε την πόρτα, όμως κάπου πάλι γυρίζει κι ερωτεύεται/ μαζί του κι εμείς, προσηλωμένοι, σε μια καρδιά αγαπημένη.» Γιάννης Βέλλης
«Λίγα φτερά σκορπίστηκαν στον άνεμο/ έτσι για να θυμόμαστε τα βράδια/ ότι από εδώ πέρασε ένας άγγελος/ πριν φύγει μακριά από τις συνήθειες μας.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε