Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


Αγαπάμε Καμίτσιανη Τσαμαντά

Τα χρόνια της δεκαετίας του ’50 ήταν δύσκολα στον ακριτικό Τσαμαντά και στα γύρω χωριά της Μουργκάνας. Η γη ήταν φτωχή, οι πόρτες κλειστές και δύσκολα συντηρούσες την οικογένειά σου. Πολλοί άντρες του Τσαμαντά πήραν τη μεγάλη απόφαση. Στράφηκαν σε μια τέχνη δύσκολη και πλανόδια.Έγιναν γανωτζήδες ή αλλιώς καλαντζήδες,συνδέοντας για πάντα το όνομα του Τσαμαντά με τη μυρωδιά του λιωμένου κασσίτερου και του καθαρού χαλκού.Με τα σύνεργα φορτωμένα στην πλάτη και την ελπίδα στην καρδιά, ξεκινούσαν με τα πόδια.Διέσχιζαν βουνά και λαγκάδια με ήλιο και βροχή, φτάνοντας μέχρι τα Γιάννενα, κι από εκεί σε άλλες πολιτείες, ακόμη και ως την Πελοπόννησο. Δεν κουβαλούσαν μαζί τους μόνο τα εργαλεία τους.Κουβαλούσαν τη μαστοριά τους, την εμπειρία αλλά πάνω απ’ όλα ένα ζωντανό κομμάτι του τόπου τους.

Κάθε φορά που ένας Τσαμαντιώτης άναβε το καμίνι του σε μια ξένη αυλή, ήταν σαν να μετέφερε την ανάσα της Μουργκάνας σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Τα χέρια τους μαυρισμένα από την κάπνα, είχαν μια σπάνια επιδεξιότητα. Έτριβαν, καθάριζαν και «άλειφαν» τα μπακίρια με τέτοιο μεράκι, που τα παλιά, θαμπά σκεύη των νοικοκυριών ξαναγεννιόνταν. Στα Γιάννενα, ο δρόμος τους έβγαζε πάντα στο ίδιο μέρος. Στο Γυαλί Καφενέ.Εκεί ήταν το δικό τους καταφύγιο, το στέκι των πλανόδιων μαστόρων. Ύστερα από την κοπιαστική περιπλάνηση έπιναν έναν βαρύ γλυκό καφέ για να σβήσουν την κούραση, έκλειναν τις επόμενες δουλειές και αντάλλασσαν τα νέα της ξενιτειάς και της πατρίδας.Οι Γιαννιώτες τους αγαπούσαν και τους περίμεναν. Γιατί οι γανωτζήδες του Τσαμαντά είχαν τη φήμη ανθρώπων έντιμων, ντόμπρων, αλλά και εύθυμων, που ήξεραν να ξορκίζουν το ζόρι της βιοπάλης με ένα πείραγμα κι ένα χαμόγελο.Κι όταν γύρω τους υπήρχαν αυτιά ξένα και δεν έπρεπε να τους καταλάβουν, οι καλαντζήδες της Μουργκάνας επιστράτευαν τη δική τους, μυστική γλώσσα.Τα Αλειφιάτικα. Λένε ότι πήρε το όνομά της από το «άλειμμα» δηλαδή το γάνωμα του χαλκού. Ήταν ο κώδικας τους, ένας τρόπος να προστατεύονται και να μένουν ενωμένοι στους δρόμους της ξενιτιάς.Στη μνήμη εκείνων των παλιών καλαντζήδων που περπάτησαν τον κόσμο και κράτησαν ζωντανά τα σπίτια τους, ας ψιθυρίσουμε λίγες λέξεις από τα Αλειφιάτικα …όπως …γκότης ο άνδρας,γκόταινα η γυναίκα,τσαχτάι το ψωμί,βοζιώνω καταλαβαίνω,ζάφτω τρώω λαίμαργα,ματσαλάω μασάω άτσαλα,προυτζώνω θυμώνω-κατσουφιάζω,Σιοντόρω η κακοντυμένη γυναίκα,σηντιλεύω ζητιανεύω-διακονεύω,κούρτιαρης ο πρωτομάστορας…….

Και για το τέλος ένα κείμενο που το παίρνω αυτούσιο από τους φίλους στο alifiatika.blogspot.com

Σε τσουφρίζω στις σταφίδες και το γκοτόπουλο και τη λιανοματίνα μας την Τσιέπω.Μου λάγκεψε η φουρτούλω μου του καψερού, να βόζιωνα τόσογιά την μπάνικη την πάτια και το κουργιάρικο το κονάκι με τα τσαγκαδερά και τα βουκέλια μας τα δυο.

που σήμαινε…

Σε φιλώ στα μάτια και το παιδί (μας) το Νάκο και την κόρη μας την Τσιέπω.Μου πόνεσε του δόλιου, η καρδούλα μου, να έβλεπα λιγάκι το καινούριο (μας) το σπίτι και το παλιό καλύβι με τα ζωντανά μας και τα δυο βόδια μας

Σχολιάστε

Ετικετοσύννεφο