του αείμνηστου Κώστα Σπυρόπουλου
Μιλήσαμε στην προηγούμενη συνεργασία μας με αυτήν εδώ την εφημερίδα, για τις χαρές που ήταν συνυφασμένες με την ομαδική ανά Πέμπτη έξοδο κατοίκων των χωριών αντρών και γυναικών προς το παζάρι.
Αυτή η έξοδος απόχτησε με τον καιρό τόση σημασία, που το παζάρι σαν όνομα, επικρατούσε του ονόματος της πόλης. Θα προσθέσουμε στη συνέχεια ότι οι ετοιμασίες για το… μεγάλο ταξίδι άρχιζαν το απόγευμα της τετάρτης και ήταν γνωστή η συνήθεια των γυναικών να ρωτάει η μια την άλλη:
-Ω Ζώνια θα πας Φιλιάταις αύριο; Κι η Ζώνια απαντούσε.
-Δεν ξέρω, στα δυο το ‘χω. Να ξημερώσει ο Θεός την ημέρα πρώτα και κατόπι βλέπουμε. Αν πάνω θα σου κρίνω το πουρνό;
-Εγώ δεν μπορώ να καρτερέσω ως το πουρνό που μου λες εσύ, εγώ θέλω να βρω άνθρωπο σίγουρο απόψε, απαδε να τα μάσω και να τσακιστώ να πάνω στο παζάρι μαναχή μου. Εγώ τσιότσιο πράμα ήθελα και είπα μη γένει τσαρές και με εξυπηρετήσει κάποιος να μη τζαρίζομαι στα σοκάκια.
-Τι να σου πω η μαύρη μωρ’ Ζώνια μου, τόσο πράμα που θέλεις εσύ, δεν είναι μανιές μεγάλος, αλλά για, είμαι ακόμα με δέκα γνώμες.
Συνηθίζονταν άντρες και γυναίκες που θα πήγαιναν στο παζάρι να ρωτάνε αδύναμες ηλικιωμένες γυναίκες, αν θέλουν να τους φέρουν κάτι.
-Ω Κάκω, το ‘χω να πάω αύριο στο παζάρι, θέλεις να σου φέρω τίποτα;
-Όχι μωρ’ τσιούπρα μου, απαντούσε συνήθως η Κάκω, τι να μου φέρεις εσύ εμένα, πλανταμό έχω το σπίτι γιομάτο, μια ψυχή είμαι τι θα φάω: αν δεν σου χαλάει η δουλειά φέρε μου δυο σπυριά καφέ. Τον ανταμώνω με το κριθάρι και μου περνάει η ώρα.
Η παραγγελιά του καφέ ήταν συνηθισμένη, δεν ήταν όμως μοναδική, αφού η γυναίκα που έλεγε ότι θα πάει στο παζάρι, δέχονταν πολλές παραγγελίες. Κι όσο λυπησιάρα, κι όσο καλοπέσουλι ήταν, τόσο μεγαλύτερο σακούλι έπρεπε να κρατάει για να χωρέσουν οι παραγγελίες που δέχονταν από ηλικιωμένους χωριανούς.
Η έξοδος της Πέμπτης προς το παζάρι ήταν ευχάριστη γι αυτούς που είχαν τις τσέπες γεμάτες. Ήταν όμως και πολλοί, οι περισσότεροι, που έρχονταν στο παζάρι με τρύπιες τσέπες. Αυτοί ήλπιζαν να αγοράσουν τα απολύτως απαραίτητα βερεσέ. Γράφτα, λέγανε στον έμπορο. Τα προβλήματα άρχιζαν όταν ο έμπορος δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να κάνει πίστωση. Σ’ αυτή την περίπτωση γύριζαν στο χωριό με άδεια σακούλια.
Σ’ αυτή την τραγική κατάσταση βρέθηκε μανα με τέσσερα παιδιά, το ένα μικρότερο από το άλλο. Δεν μπόρεσε να αγοράσει τίποτα, ούτε λίγο αλεύρι, και γύρισε στο χωριό με άδεια χέρια. Ντρέπονταν όμως να μπει στο χωριό με άδειο σακούλι και τι έκανε; Το γέμισε ως επάνω με αγριόχορτα και κλαριά. Τα παιδιά της που την περίμεναν, πέταξαν από τη χαρά τους όταν είδαν το γεμάτο σακούλι. Η συνέχεια γνωστή. Λίγο πολύ τη ζήσαμε όταν ήμασταν μικρά παιδιά εκείνα τα χρόνια.
Σχολιάστε