
«Κάθε ξύπνημα, ένα φωτεινό πρωινό, ανάμεσα από σύννεφα και λάσπες αντιστεκόμαστε/ πόλεμος στη μετριότητα και στις τόσες μικρότητες, τις ευκόλως μαζεμένες, σε ένα μικροσύμπαν/ ασύμβατη σχέση, με την φαγωμένη πραγματικότητα, κράτημα ψηλά/ η αλήθεια είναι ότι κουραζόμαστε, κατά διαστήματα, όμως επιμένουμε να νικάμε την αθλιότητα.» Γιάννης Βέλλης
«Θα χτυπήσω την πόρτα, όπως τότε κάναμε ως παιδιά, γελάγαμε και μετά τρέχαμε/ ξέρω, δεν θα ανοίξεις, δεν θα σταθείς από περιέργεια να δεις, αν είναι κάποιος γνωστός ή άγνωστος/ αλλά δεν θα το πω σε κανένα πως πέρασα, αφού γνωρίζω την αλήθεια, πάντα λείπεις.» Γιάννης Βέλλης
«Έβλεπες τις παλιές γειτονιές να χάνονται, αναδιπλώνονταν οι σκέψεις σε ορόφους/ χαμένη η πόλη σε τετραγωνικά δυστυχίας, καινούργια χτίζονται, ασφυκτιά ο κόσμος, περιφέρεται/ πάντα ανέβαλλες την όποια αλλαγή, τι κρίμα έφυγε εκείνη πια, δεν σε περίμενε/ τώρα ξενυχτάει με αγάπη άλλη, ερωτεύεται, κλαίει, μοιράζεται μια αγωνία με μια συγχώρεση, αποκαλύπτεται/ τόξερες ότι και μικρόψυχα θα φέρονταν τα λόγια, βουρκώνεις σε ένα χάδι, είχες χάσει κάθε θεό στην αναζήτηση, από αυτούς που γεννούσες κάθε πρωί, ανοίγοντας την πόρτα σου/ σαν έρωτες ξεφτίσαν τα χρόνια, θάμπωσε ο ορίζοντας απ’ τις ανάγκες μας και ζητάει βοήθεια.» Γιάννης Βέλλης
«Οι αναστάσεις, μείνανε στα λόγια, ανεκπλήρωτες κι εμείς, απροετοίμαστοι, κοροϊδευόμαστε.» Γιάννης Βέλλης
«Καθισμένος, κρατούσε την συνείδησή του σε αγωνία/ έφταιγε; ίσως όχι, μα αδυνατούσε να δεχθεί την ήττα/ πάντα ξεκινούσε από ψηλά και έδινε ό,τι μπορούσε/ ήταν φθορά να φτάνεις κάπου και να μη μπορείς να δώσεις τίποτα/ έκανε βόλτες χρόνια τώρα, να το συνηθίσει/ όμως οι βόλτες δεν φέρναν ανάταση, ούτε ειρήνη/ σκέψεις βάζαν για κάτι χειρότερο, ελεεινό ίσως για ήρωα/ όμως η ώρα πάντα έφτανε στη δειλία, μια ενσωμάτωση/ έτσι χαμένος ξεκίνησε και σήμερα, είπαν δεν ξαναγύρισε/ ταξίδεψε μακριά; κανείς δεν ξέρει, τα ίχνη χάθηκαν/ ίσως δραπέτευσε απ’ ότι φοβόταν, άλλωστε ακόμα πηδούσε τους φράχτες όπως παιδί/ ίσως ολοκληρωτικά δόθηκε σε μια ανάγκη, σαν κάθαρση.» Γιάννης Βέλλης
«Ήταν αναγκαίος ο επανακαθορισμός, των πραγμάτων και των ιδεών/ τρώγαμε τα χρόνια μας μαγειρεύοντας χιλιομασημένες ειδήσεις/ ποτέ δεν τέλειωναν, φτιάχνονταν και ξαναφτιάχνονταν στα μέτρα μας/ ο καθένας λάμβανε πορεία και συγκινήσεις ξένες/ φτιαχτές σε κάποιο διάδρομο γύρω από μικρόφωνα και γραβάτες, άλλα κάτω από το τραπέζι/ συντονίζονταν οργανωμένα να δοθούν σωστά, ήταν παγιδευμένος ο κόσμος σε ανακρίβειες/ δίνανε και παίρνανε τα ψέματα, που και που έσκαγε και καμιά αλήθεια/ σαν ψέμα την περιμέναμε, είχαμε χάσει τον κόσμο μας/ κάθε τι που όριζε τις λέξεις άνθρωπος, ψυχή, ελευθερία/ συντονιστήκαμε σε μια συχνότητα ή και περισσότερες, καρτερικά ζούσαμε τον εφιάλτη μας, σαν προβολή της καλύτερης ταινίας/ ήταν και οι ευθύνες, αδίκημα, σαν χρέωση έρχονταν κι όχι ως ανάγκη.» Γιάννης Βέλλης
«Πολλά τα αδιέξοδα των ανθρώπων, έρχονται, δένονται μαζί τους, γιγαντώνονται, λες και γεννήθηκαν μόνο γι’ αυτό/ ακατανόητο πως πλησιάζουν, αγνώριστα κάθε φορά, μετά τρώνε τη σάρκα των ονείρων για καλύτερο αύριο, στο τέλος κάθονται/ με τέτοια ηρεμία, άλλωστε τέλειωσαν το έργο τους επιτυχώς, όσο η αγωνία χαράζει τα πρόσωπα, διαλύει τις ψυχές, μαραζώνει τα λουλούδια, ό,τι καλό υπάρχει ελεύθερο/ και τι μένει; κάποιο παράθυρο ανοιχτό, ξεχασμένο, για λίγο ήλιο, ή ένα πέρασμα του ανέμου σαν χτύπημα, να θυμίζει ότι κάτι κινείται, αισιόδοξο; ίσως, μπορεί και παντελώς αδιάφορο για τη συνέχεια.» Γιάννης Βέλλης
«Έψαχνες μέσα στις στάχτες, για κάτι καλύτερο/ ήταν απλά τα πράγματα, στα καμένα ίσως έβρισκες λύσεις/ συμπαθούσες τη φωτιά, ακόμα και τη φθορά/ περισσότερο θλίψη σου έφερνε το σκοτάδι, είχε πάντα μια υγρασία/ ξένη σε εσένα, στις συνήθειες σου, όπως και το αύριο/ κρατούσες αγκαλιά, τα λάθη, τα πάθη και τις στιγμές σου/ μια σιγουριά η ζωή, έλεγες, όταν δεν φτιάχνει τεχνάσματα.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε