Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


Ο ΣΙΟΥΛΑΣ

                                         Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΗΛΙΘΙΟΥ

                                          (γράφει ο Παλιογκαιρίσιος- Σπύρος Καλογήρου

           Μια μέρα που ήτανε νύχτα, έβαλε η μάνα την τάβλα και το νταβά στη μέση, έφερε και τα χουλιάργια κι μανίτσα πάησε να πλύνει το τυρί, γιατί είχενε πηδούλια. Η θείακω μου έβαλε το μαστραπά με το νερό κι αρχηνήσαμαν το φαϊ, φασούλια μπριάμι είχαμαν, και εκεί που δεν έκρενε καένας είπε η θείτσα: ¨Αύριο θα πάω για ξύλα¨. Τση μανίτσας τσ’ έπεσε το χουλιάρι κι μάνα σταμάτησε να ματσιαλάει το φαϊ. ¨Τ’ είπες τώρεγια μωρή¨ τσ’ είπε η μανίτσα. ¨Αυτό πού ήκουσες¨ τσ’ είπε η θείτσα ¨αύριο το ταχιό θα πάρω τη γομάρα και θα πάω στο λόγγο να κόψω ξύλα¨. Τήρα δω¨ Τσ’ είπε η μανίτσα¨ έχουμε τσι σκοτούρες μας, έχουμε τσ’ αγκούσες μας, δε θα νάχουμε και τσου δικούς σου τσου σιακάδες. Εσύ ορή πλανταμένη σκωνεσαι όταν βουγγάει ο μέλισσας, μέχρι να τανηθείς και να γυαλιστείς πάει γιόμα, μια βολά δε ζαλώθκες τη βουτσέλα να φέρεις νερό, τι ξύλα θα κόψεις που να σ’ είχε κόψει ο Αϊ Λιάς, που χαραμπουρίζεσαι όλη μέρα με τα παιδιά, παίδεψη να σε μάσει και να μη σ’ αφήκει¨. ¨Δεν ξέρω τι λες εσύ μαμά, εγώ αύριο θα πάω για ξύλα το πρωί και το μεσημέρι θα είμαι εδώ με τη γομάρα φορτωμένη. ¨Καητέρα να ‘ρθει ο πατέρας σου απ’ το μαγαζί¨ τσ’ είπε η μανίτσα ¨να σε βαρέσει εκείνος, γιατί εμένα με πονάν τα χέργια απ’ τσι δουλειές.

          Όταν αποφάγαμαν και μαζευτήκαμαν γύρα στη γωνιά, αλύχτησε ο Νταβέλης και καταλάβαμαν οτι έρχεται ο πάππους και σκώθηκε η μάνα κι μανίτσα που είχαν πέσει και η θείτσα κάθονταν στο κούτσουρο κι έβαλαν του πάππου φαϊ και μόλις έφαε ο πάππους κι άναψε την σιουμπάλα του ‘πε η μανίτσα: ¨Η Χαρίκλω κάτι θέλει να σου πεί¨. ¨Μπάμπα¨ είπε η θείτσα ¨αύριο θα πάρω τη γομάρα και θα πάω στο λόγγο για ξύλα¨. ¨Πως θέλεις να στη δώκω¨ τσ’ είπε ο πάππους ¨ορθή η ανάποτη. Εσύ ορή δεν πλένεις ένα σκουτί, έρθες τώρα να μας κάνεις νοικοκυραίους, να κόψεις κανα δάχλο με την κασάρα να αρεντεύουμε στο Φιλιάτι; Κάτσε αυτού που κάθεσαι, φάει άμα βρείς και άφτα τ’ άλλα, σ’ είδαμαν τόσον καιρό, έκοψες κριάσι απ’ το βάρος¨. Η θείτσα μου ήτανε έτοιμη να μπήξει τα κληάματα. ¨Ετσι με κάνετε και δε θέλω να κάνω δουλειές. Μια φορά σας είπα να κάνω και δε μ’αφήνετε. Φταίω εγώ μετά;¨

         Ο πάππους έστριψε κι άλλη τσιγάρα και δεν έκρενε, τήραγε τον πριόβολο μια απ’ έδω μια απ’ έκει και κατόπι είπε ¨Δε γένεται¨. Ετότες η μανίτσα του ‘πε: ¨Άφτην να πάνει μια βολά να κάνει αρχινή κι απογάλια μη ξαναπάνει¨. ¨Κούσε δω¨ είπε ο πάππους¨ στο λόγγο είναι παιδιά με τα σφαχτά, είναι άντρες. Και ποιός μου λέει εμένα οτι δε θα την πιάκει ένας να τη σιάσει με το ζόρι κι άειντε εσύ κατόπι να βγάλεις την αντροπή απο χπάνω σου. Θα σου μείκει ανύπαντρη σαν τη Ρίνα του Φωτοκίτσιου, χώρια που θα σου φέρει και το μπαστί στο σπίτι¨. ¨Ελα καλέ μπαμπά, θα προσέχω¨ του ‘πε η θείτσα και τον χάιδεψε τον πάππου.

          Ξανασυλογίστηκε ο πάππους και κατόπι τσ’ είπε: ¨Μαναχή σου δε θα πάνεις πθενά. Θα πάνεις με το Σιούλα, γιατί άλλο είναι να νοιώθει κάποιος ότι έχεις συντροφιά¨. Η θείτσα πετάχκε μες τη χαρά και το φίλησε τον πάππου κι έφκε για το δικό της το δωμάτιο κι μανίτσα πήγε κι άναψε το καντήλι ¨άει ορ’ Παναήγια μου¨ είπε ¨άμα το κάνεις το θιάμα σου και τη βάλεις σε δρόμο, θα σου φέρω μια λαμπάδα ίσια με το μπόι μου στη χάρη σου¨. ¨Αγκουμπέτι γριά¨ τσ’ είπε ο πάππους ¨γίγκε το δικό σου. Άμα γένει τίποτες όμως θα να ‘σαι υπεύτινη¨. ¨Πέσε¨. Του ‘πε η μανίτσα ¨όλο κακό βάνεις στο μελό σου, δε λες που συνέρθε, βοήθησε η Παναήγια¨ είπε η μανίτσα κι έκανε το σταυρό της. ¨Ναι, η Παναήγια  με τη δική σου την τσιούπρα ανακατεύεται¨ είπε ο πάππους κι έπεσε στην τσέργα ¨άιντε σβησ’ τη λάμπα τώρα και πέσε, γιατί ακρίβηνε και το γκάζι¨. Κατόπι δεν κούγονταν τίποτες και μαναχά ο πάππους που ρούχαζε ακούγονταν και κάτι χουχλουβάγιες στα μολώματα στο παλιό σπίτι του Αλεξηκώστα. 

Σχολιάστε

Ετικετοσύννεφο