Archive for Ιουνίου, 2026
Ρήμαξαν τα χωριά μας…
ΑΝΑΡΤΗΣΕ: ΠΕΝΤΕ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ (ΟΣΔΙΝΑ) Panagiotis Georgiou ·11 ώρ. ·
Ρήμαξαν τα χωριά μας…
Τις τελευταίες ημέρες διάβασα δύο αναρτήσεις που με συγκίνησαν βαθιά και με έβαλαν σε σκέψεις για την πορεία του χωριού μας και γενικότερα της ελληνικής υπαίθρου.
Η πρώτη ήταν το άρθρο «Κι αποχαιρέτα την, την Ελλάδα που χάνεις», όπου ένας ηλικιωμένος λέει σε έναν χωριανό του που επισκέφθηκε το γενέθλιο χωριό του:
«Μην ψάχνεις το χωριό εκεί κάτω. Το χωριό είναι εδώ πάνω, στο νεκροταφείο.»
Μια φράση σκληρή, αλλά δυστυχώς αληθινή για πολλά χωριά της πατρίδας μας.
Η δεύτερη ήταν η συγκινητική ανάρτηση της Θεοδώρας Μπάτση στην ιστοσελίδα του χωριού μας. Η περιγραφή των άδειων σοκακιών, των μισογκρεμισμένων περιφράξεων, των κλειστών σπιτιών και των χορταριασμένων αυλών ξύπνησε μνήμες και συναισθήματα που δύσκολα περιγράφονται.
Διαβάζοντάς τα, θυμήθηκα μια κουβέντα που μου είπε ένας φίλος μου:
«Τα χωριά πεθαίνουν όταν τα παιδιά τους δεν θάβονται στα κοιμητήριά τους.»
Ίσως ακούγεται υπερβολικό, όμως κρύβει μια μεγάλη αλήθεια. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που επιστρέφουν για να ανάψουν ένα καντήλι, να τιμήσουν τους προγόνους τους, να βρεθούν στο πανηγύρι, να ανοίξουν έστω για λίγες μέρες το πατρικό τους σπίτι, το χωριό εξακολουθεί να αναπνέει.
Πέρυσι, παραμονή της Παναγίας, πριν πάω στη Μίχλα, πήγα στο κοιμητήριο για να ανάψω τα καντήλια των δικών μου ανθρώπων. Μέσα σε λίγη ώρα συνάντησα πολλούς συγχωριανούς μας που είχαν έρθει για τον ίδιο λόγο.
Εκεί, ανάμεσα στους τάφους των αγαπημένων μας, ένιωσα πως οι δεσμοί με τον τόπο παραμένουν ζωντανοί, παρά την ερήμωση και τη σιωπή.
Τα χωριά μας άλλαξαν. Οι φωνές λιγόστεψαν, τα σχολεία έκλεισαν, οι αυλές άδειασαν. Όμως όσο υπάρχουν άνθρωποι που τα θυμούνται, τα επισκέπτονται και τα αγαπούν, δεν έχουν χαθεί οριστικά.
Με αυτές τις σκέψεις με πήρε το παράπονο και έβαλα να ακούσω το τραγούδι «Ρήμαξαν τα χωριά». Ένα τραγούδι που εκφράζει τη νοσταλγία, τη λύπη αλλά και την αγάπη για τον τόπο που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε.
Ας κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη, την ιστορία και την ψυχή του χωριού μας.
Γιατί τα χωριά δεν είναι μόνο τα σπίτια και οι δρόμοι τους.
Είναι οι άνθρωποί τους, οι αναμνήσεις τους και η αγάπη που συνεχίζει να μας φέρνει πίσω σε αυτά.
Με συγκίνηση και αγάπη για τον τόπο μας!
Φιλιάτες 1931, απο τον εορτασμό της Αγίας Τριάδας

απο την εφημερίδα ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ του Γεώργιου Βουγίδη ( Κεντρική πλατεία τότε ήταν ο χώρος που είναι σήμερα ο Άγιος Δημήτριος και Καφενείο Γκιολέκα είναι το Πνευματικό Κέντρο της εκκλησίας- οι φωτογραφίες είναι μεταγενέστερες)
Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ
Μουντός μολυβένιος ο πρωινός ουρανός μας απειλεί πως δεν θα μας αφήσει να εορτάσωμε σήμερα. Βαριά κυλάνε τα γκριζόμαυρα σύννεφα, σφίγγονται οι καρδιές, τα κεφάλια υψώνονται παρατηρητικά στον ουρανό και γεμάτα ικεσία τα μάτια εξετάζουν τον ορίζοντα. Κανένα γαλανό χαμόγελο δεν χαράζει τον θυμωμένο πολεμικό του μέτωπο. Είναι η ώρα 9 πρωινή κι ακόμη καμιά ασυνήθης κίνησης δεν προσδίδει εορταστικό χαρακτήρα. Κι είμεθα βέβαιοι πως δεν θα παραξενευθούμε καθόλου αν καταβαίνοντας διαβάσωμε στον πρώτο άγραφο τοίχο που θα συναντήσωμε την εξής περίπου ανακοίνωση. Πενθούσι την απώλειαν του Ηλίου η πόλις των Φιλιατών, δεν εορτάζει σήμερον». Μία φίλη βροχή που κράτησε μόνο μισή ώρα ευτυχώς, μας απελπίζει. Αλλά παρά πάσαν ελπίδα εσταμάτησε και με την δεύτερη καμπάνα ο κόσμος πλημμυρίζει τους δρόμους. Και για πείσμα του καιρού εμφανίζονται αγέρωχα τα θερινά κουστούμια, τα μεταξωτά φορέματα, τ’ άσπρα παπούτσια, τα σκληρά ψαθάκια, κι οι μαραμένοι παναμάδες. Στο δρόμο συζητάμε γιατί άλλο… για τον καιρό! – Θα βρέξει λες; Και κάποιος καλαμπουριστής απαντά σοβαρά και με πεποίθησης» . Όχι παρεκλήθη υπό του Δήμου μόνο να καταβρέξει.»
Κι ω του θαύματος εμάντευσε, η βροχή εκράτησε, οι προσκυνηταί από τα γύρω χωριά και ιδίως από το Φοινίκι προσήλθον αθρόοι και αργότερα, κατά την λειτουργία στον ενδοχώρα της εκκλησίας και έξω στον περίβολο δεν είχες που να ρίξεις μήλο.
Κι εδώ κλείνουμε την πρωινή περιγραφή μας γιατί το φαγοπότι κι ο ύπνος έστω και υπό την σκιάν των γέρικων της κογκέλας ελιών είναι πεζά πράγματα για μια καμπάνια και μ’ ένα υπνηλόν άλμα βρισκόμαστε στης βραδινές φωτολουσμένες ώρες.
Οι δροσεροί, καταβρεγμένοι δρόμοι γεμάτοι από τον κόσμο που κατεβαίνει οικογενειακώς προς την πλατεία.

Κοσμοπλημμυρισμένη η τελευταία φαντάζει πέρα ως πέρα να είναι ποικιλόμορφο λουλουδοσπαρμένο λιβάδι και στο μέσο υψώνεται βωμός έτοιμος να δηχθεί την προσευχή μας το πρόχειρο ξύλινο πάλκο, στολισμένο με δάφνες, σημαιούλες και γιρλάντες ηλεκτρικές γλόμπων σωστό παραμυθένιο σκιοφειλόμενο στο φιλοπρόοδο και φιλόπονο ωραιομανή και ενεργητικό λαοφιλή Δ)την του οικοτροφείου μας κ. Δ. Φραγκίσκο, και στα πειθαρχημένα παιδιά του.
Ξεχωριστή κάνουν εντύπωση οι Φοινικιώτικες οικογένειες, καμιά εικοσαριά συγκεντρωμένες όλες μαζί δεξιά του καφενείου του Γκιολέκα και φαντάζουν όμορφα οι χρυσογαϊτανομένες ποδιές, οι αρμάδες τα φλουριά, τα μπιρμπιλομένα μαντήλια.
Σε λίγο κατέρχεται η μπάντα του οικοτροφείου υπό την οδηγία του κ. Αρώνη και αρχίζει να εκτελεί τα εξόχως εκτελεσθέντα διάφορα μουσικά κομμάτια του προγράμματος της βραδιάς.

Ο κόσμος υποδέχεται τα παιδιά και το δάσκαλό τους με θερμάς εκδηλώσεις αγάπης και θαυμασμού και το τέλος κάθε κομματιού καλύπτεται από ασυνήθης ζωηρά για το Φιλιάτι χειροκροτήματα. Αχ, πως μου θυμίζουν όλα αυτά Κέρκυρα- Σπιανάδα! Ένα ουρανομήκες μπιζ μου ξεφεύγει, ξαφνιάζονται οι γειτόνοι μου χειροκροτούν κι αυτοί συνεπαρμένοι μαζί μου, και το ¨ταγκό των ρόδων¨ ξαναπαίζεται.
Ακολουθούν ελληνικοί χοροί, τους σέρνουν με χάρι τα λεβεντόπαιδα του Οικοτροφείου και οι παρθενικές αγνές, λυγερόκορμες, λευκοντυμένες νεράιδες τα κορίτσια.

Και πιάνονται σε λίγο στο χορό όλοι οι ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι και τα καλλίτερα της κοινωνίας μας μέλη, ενώ το πάλκο σφίγγεται απ’ το γύρο του χορού που στήσανε τα Φοινικιωτόπουλα.
Και το γλέντι, το ευγενικό και συγχρονισμένο γλέντι ζωηρεύει και το κέφι ξεχύνεται. Τα ιδιάζοντα παραγγέλματα των γκαρσόνων δονούνε την ατμόσφαιρα. Δύο καραφάκια ούζοοο. Τρεις μπύρεεεες και συναγωνίζεται του κοκορετσά η φωνή προκλητική και γρήγορη. Κοκορέτσ. Αλλοοοοοος.: Η εύγλωττη συνηγορία (μυρουδιά) του «ρότι αλλά παλικάρ» μας σκανδαλίζει και κροταλίζοντας τη γλώσσα μας προσκαλούμε. Περνά κι από δω κύριε Κοκορέτση!
Κι έτσι συνεχίζεται στον ίδιο τόνο το γλέντι με κέφι αδιάπτωτο έως την 10 και 1/2 οπότε αναχωρησάντων των οικοτροφείων και της μπάντας υπό τας επευφημίας του πλήθους, φεύγουμε κι εμείς συναποκομίζοντας της καρέκλες μας, που κρέμονται τρυφερά στο μπράτσο μας, με τας καλλιτέρας των εντυπώσεων για την όμορφη την αλησμόνητη αυτή βραδυά που περάσαμε και που έλουσε την ψυχή μας σε νάματα αρρήτου ηδονής και αγαλλιάσεως. Φεύγοντας ακούμε τα τραγούδια των Φοινικιωτών που περνούν το φεγγαρόλουστο για το χωριό τους δρόμο.

Κ…ς
ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΠΕΥΦΗΜΙΩΝ