
Φόρτωσε το άλογο αχάραγα, είπε της μάνας της να ξυπνήσει το Φώτο, θα τον έπαιρνε μαζί της στην Ηγουμενίτσα, ήθελε να του πάρει παπούτσια. Έβαλε το παιδί στα καπούλια και κίνησαν για τη διασταύρωση στη Σίδερη. Εκτός από τα ζαρζαβατικά που είχε μαζέψει, είχε πάρει κι ένα δεμάτι χλωρή τζιούφα, να ρίξει στο άλογο εκεί που θα το’χε δεμένο. Στο δρόμο η τζιούφα είχε κόψει το παιδί στο ποδάρι, αλλά αυτό δεν είπε τίποτα. Έφτακαν στη διασταύρωση της Σίδερης, κατέβασε το παιδί, ξεφόρτωσε το άλογο και πήγε να το δέσει κατήδρομα κάτω από μια ελιά. Του’βγαλε το σαμάρι και του έριξε τη τζιούφα. Πέρασε τα σακιά από την απέναντι μεριά του δρόμου και περίμεναν το λεωφορείο, όπου να’ναι θα’ρχονταν. Ήρθε το λεωφορείο, έβαλε τα σακιά στα ντουλάπια από κάτω, ο εισπράκτορας κάτι μουρμούρισε γιατί ένα σακί έβγαλε λίγα νερά από τα βρεγμένα βλήτα. Ανέβηκε, βρήκε μια θέση και πήρε και το παιδί αγκαλιά. Έφτασε το λεωφορείο στο φυλάκιο του Καλαμά, σταμάτησε κι ανέβηκε ο φαντάρος να ελέγξει τις λευκές ταυτότητες. Έβγαλε το πορτοφόλι από το σακούλι, μέσα είχε μόνο την ταυτότητα ζελατίνα, τη λευκή ξέχασε να την πάρει. Ήρθε ο φαντάρος κοντά, «την άλλη ταυτότητα» της είπε. Δεν την έχω παιδάκι μου την ξέχασα. «Κατεβείτε δεν μπορείτε να ταξιδέψετε». Τι να ταξιδέψω μωρέ παιδάκι μου, στην Ηγουμενίτσα στο παζάρι πάω, να πουλήσω δυό έρμα φασολάκια. «Όχι δεν μπορείτε, κατεβείτε γιατί καθυστερούμε και το λεωφορείο». Με τα πολλά κατέβηκε, ήρθε κι ο εισπράκτορας να ανοίξει για να κατεβάσει τα σακιά. Τράβηξε τα σακιά στην άκρη, κάτσε εδώ είπε του παιδιού θα πάω να πάρω τ’άλογο. Το παιδί ήταν έτοιμο να βάλει τα κλάματα, αλλά τα μάτια της έβγαζαν φωτιές και δεν τόλμησε ούτε να κλάψει. Γύρισε με τ’άλογο, φόρτωσε, έβαλε το παιδί στα καπούλια, έριξε δυό τρεις κατάρες χαμηλόφωνα και γύρισε για το χωριό…

(Καλοκαίρι 1968)
Σχολιάστε