
«Περιτριγυρισμένος από σκέψεις, όσες επιμένουν να έρχονται και να χάνονται, όπως οι σκιές των δέντρων όταν αγναντεύουν τον ήλιο/ κάθεσαι εδώ και ώρα σιωπηρός, λες και περιμένεις να ανοίξει η πόρτα και να περάσει ένας άλλος κόσμος/ όπου φρουροί και άρχοντες δε θα έχουν αξία, ούτε νόμοι ασύστολα δεμένοι στο άρμα κάποιου αρχηγού/ αισιόδοξος; ίσως βαθιά απογοητευμένος από την τόση στασιμότητα, που συσπάται στα πλαίσια μιας κοινωνικότητας αβέβαιης/ ελπίζοντας σ’ ένα καλύτερο αύριο, βαθιά δομημένο σε κάτι λειτουργικότερο μα περισσότερο δίκαιο.» Γιάννης Βέλλης
«Και τι περίμενες; να σταθεί κοντά σου; τόσοι οι ουρανοί παραμένουν αξόδευτοι, εσύ; μια τρικυμία στον χειμώνα/ στάσου στα βράχια τώρα, μέτρησε ορίζοντα, βλέπεις; δεν φτάνει το μέτρο σου, έτσι κι οι αποφάσεις των ανθρώπων/ σήμερα είναι, αύριο δεν είναι, πολλά αλλάζουν, μόνο τα πορτραίτα μένουν ακέραια, στολίζοντας κάποια φυλαγμένη φωτογραφία/ όπως τότε που έλεγες, πήγα στον πόλεμο και γύρισα, μετά σ’ έφαγε η ζωή, τα τρεχάματα, η αγωνία/ τίποτα δεν έμεινε όρθιο, ούτε η εικόνα σου στον καθρέφτη, ούτε ο δρόμος, ούτε η καρδιά σου.» Γιάννης Βέλλης
«Έχεις φτάσει να σέρνεσαι, μετά δυσκολία ξεχωρίζεις το κορμί σου απ’ τη σκέψη σου, στον ίδιο κατήφορο γερμένα περιμένουν/ ούτε το κρύο ούτε η ζέστη σε συγκινούν ή τρομάζουν, όσο εσύ ζεις παράλληλα ή χάνεσαι/ ευκολόπιστος πάντα, έτρωγες φαγητό όπου σου δίνανε, το ξινό άκουγες με χαρά ότι δεν είναι δηλητήριο/ τοξινώθηκες τόσα χρόνια, απ’ την εμπιστοσύνη σου, ακόμα και το χρώμα σου στο γκρίζο χώθηκε, καλύτερα τσαλακώθηκε/ θέλεις να πετάξεις, αλλά δεν βλέπεις φτερά, δεν νιώθεις τίποτα να σου τρώει τις πλάτες/ μέσα στο πλήθος περνάς αόρατος, δεν προκαλείς, δεν μιλάς, δεν ξεχωρίζεις, ακόμα και στον καθρέπτη σου φαίνεσαι ξένος/ για σύνελθε επιτέλους, άλλαξε σακάκι, γραβάτα, πρόσωπο, χρώμα στα μάτια, φωνή, φτερά και φτάσε ψηλά.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε