του Γιώργου Δάλλα

Αγαπητέ φίλε, είδα την σημερινή σου ανάρτηση για το Λίμποβο και τον συμπατριώτη μας Σπύρο Κατσαμπούκα και επέσπευσα την ολοκλήρωση μιας αναφοράς για τον καλόγηρο Σαμουήλ, που συνδέεται με την γενιά των Κατσαμπουκαίων. Ενδεχομένως όσα σου στέλνω να είναι ήδη γνωστά και δημοσιευμένα. Όπως πάντα η επανάληψη είναι η μητέρα της μάθησης.
Αναδιφώντας στην ιστορική εφημερίδα Θεσπρωτία και ειδικότερα στα φύλλα 200/24-10-1934 έως και 204/21-11-1934, δημοσιεύεται η Ιστορική ανασκόπηση του καλόγηρου Σαμουήλ Κουγκίτου, συγγραφείσα υπό Οικονόμου Παπαζήση, την οποία συνόψισα ακολούθως, επιλέγοντας κατά την κρίση μου , τα σημαντικότερα.
<<Πολλές φορές θα με ακούσατε να μνημονεύω στην λειτουργία , Ιωάννου ιερέως, Ασήμως πρεσβυτέρας, Βησσαρίωνος ιερομονάχου, Σαμουήλ ιερομονάχου, Ζήσου και Ζήσου ιερέων, Ζαχάρως πρεσβυτέρας και Βασιλικής πρεσβυτέρας. Ο πρώτος ο παπα Ζήσης , ο παππούς μου είναι εκείνος που δηλητηριάστηκε εξ αιτίας του Σαμουήλ , η Ζαχάρω ήταν η μαλέκω μου , η παπαδιά του , που μου διηγόταν όλη αυτήν την ιστορία.
Ο παπα Γιάννης με όλο το χωριό Μαχαλά, κάπου 42 σπίτια, εκτός από 4 που αλλαξοπίστησαν, κι έμειναν εκεί, ήρθαν εδώ στον Λια το 1732, τότε που τα άλλα χωριά, Λινάτι, Μαρκάτι, Γιάνναρη είχαν γίνει Τούρκοι. Ο Μαχαλάς βρίσκεται τώρα ερειπωμένος πέρα από τον Παύλα και συνορεύει με τον Παντελέημονα.>> Προτίμησα στην συνέχεια να μεταφέρω ένα τραγούδι για την μετοικισία, πιο πολύ για να αναδείξω την ακρίβεια της προφορικής παράδοσης, ιδίως των τραγουδιών.
<<Κάτω στον Παντελέημονα και τον πλατύ τον κάμπο
στο μύλο του Μοναστηριού , που τόπαν συνατούρι
οι Μπέηδες συντάχθηκαν μαζί με τους Αγάδες
και φώναξαν τους Χριστιανούς να γίνουνε ραγιάδες
όπως και τ ΄άλλα τα χωριά ραγιάδες εγινήκαν
κι αν θέλουν την ελευθεριά, μπέηδες κι αυτοί να γίνουν,
θε να χαλάσουν εκκλησιές κι όλοι τζαμιά να χτίσουν,
όπως ο Παντελέημονας , οπού έγιναν αγάδες.
Κανένας δεν τους μίλησε , κανένας δεν τους κρένει.
απ΄όλους εκείνους του Χριστιανούς , οπ΄ ήταν συναγμένοι.
Ο παπα Γιάννης σηκώθηκε και με θυμό τους λέει:
Ακούστε αφεντάδες μπέηδες και σεις καλοί αγάδες,
ούτε Τούρκοι γενόμαστε , ούτε σε σας ραγιάδες.
Το βιο μας θε να πάρουμε και ο τόπος ναν΄δικός σας.
Πάλι με χρόνια και καιρούς , πάλι θα ξαναρθούμε,
μον΄ νιώθω πόνο στην καρδιά , σαν δάγκωμα από φείδι
κούγω στον Παντελέμονα χότζα να μπαχλατίζει.>>
Οι Μαχαλιώτες βρήκαν τόπο ελεύθερο, χέρσο, ακαλλιέργητο και λειβάδια , στον σημερινό Λια, που τότε ένα σημείο του, κοντά στην Αγία Παρασκευή, λεγόταν Μαλέσιοβο, από τους Μαλεσιοβίτες κατοίκους του. Ένα άλλο μέρος κατείχαν νομάδες από το Σκαμνέλι Ζαγορίου και από την συγκοπή των λέξεων Μαχαλιώτες, Σκαμνελιώτες, σε Λιώτες, πήρε και το όνομα Λιας.

Το πρώτο μέρος που εγκαταστάθηκε ο παπα Γιάννης στον Λια, ήταν εκεί που σήμερα (1934) βρίσκεται το σπίτι του παπα Μπέσια. Ο αδελφός του Βησσαρίων πήγε να μονάσει στο Άγιο Όρος και αργότερα του πρότεινε να πάει ιερέας στο Πράβι, όπου λειτούργησε για 15 χρόνια. Το Πράβι είναι η σημερινή Ελευθερούπολη Καβάλας, όπως μας απαντά η διαδικτυακή αναζήτηση. Από εκεί επέστρεψε στον Λια ο παπα Γιάννης με χρήματα, αγόρασε χωράφια και πρόβατα και έγινε νοικοκύρης. Δεν έμεινε όμως πολύ και αποφάσισε να ξαναεπιστρέψει στο Πράβι, παίρνοντας τούτη την φορά μαζί του και τον μικρότερο αδελφό του, Σταύρο. Κατά την διαδρομή ο Σταύρος ζήτησε να επισκεφτεί τον θείο του Βησσαρίωνα στο Άγιο Όρος, όπου του άρεσε και έμεινε αρχικά εκεί. Αργότερα περιηγήθηκε διάφορα μέρη και κατέληξε στο Σινά, όπου χειροτονήθηκε ιερομόναχος και έλαβε το όνομα Σαμουήλ, επιλεγόμενος Σιναίτης. Ο παπα Γιάννης στον Λια πήρε το επώνυμο Κατσαμπούκας και τα δυο μεγαλύτερα παιδιά του μετοίκησαν στο Λίμποβο , όπου έμειναν γνωστοί ως Κατσαμπουκαίοι, καθώς και μια αδερφή τους Πανάγιω , νύφη στους Μεμέους. Κανείς δεν είχε μάθει κάτι για τον Σταύρο, μέχρι που στα 1798 εμφανίστηκε στο σπίτι του παπα Ζήση Κατσαμπούκα , τελευταίος γιος του παπα Γιάννη, αρχικού μέτοικου Μαχαλιώτη, στον Λια, ένας ασπρομάλλης ηλικιωμένος καλόγηρος. Ήταν ο Σαμουήλ Σιναίτης πλέον, που ζήτησε να μείνει κρυφή η ταυτότητά του. Ύστερα από λίγο καιρό μετακόμισε στο Λίμποβο, όπου αγόρασε και δικά του κτήματα, έκτισε ένα μικρό κελί, όπου μόναζε και του οποίου τα ερείπια σώζονταν κατά το 1934. Ήταν κοντά στο ξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου και τα κτήματα αυτά τα δώρησε στην Μονή Γηρομερίου. Αναφέρεται ένα σωζόμενο ενοικιαστήριο του 1847, στις οικογένειες Μέμου και Μαρκατσέλη . Επίσης εσώζετο και μια κεντρωμένη αχλαδιά από τον καλόγηρο.
Την εποχή εκείνη ξεκίνησε και ο τελευταίος πόλεμος του Αλή πασά κατά του Σουλίου και η στενή πολιορκία. Ο καλόγηρος Σαμουήλ θεώρησε πατριωτικό καθήκον και θρησκευτική ιεραποστολή να βοηθήσει στον ηρωικό τους Αγώνα. Μετακινήθηκε στην Παλιουρή αρχικά και αργότερα στην Γιουργάνιστα , όπου λειτούργησε για λίγο χρόνο, εφοδιάζοντας με πολεμοφόδια, τρόφιμα και πληροφορίες τους Σουλιώτες. Ανέλαβε και την προσπάθεια να κατασκευάζει μπαρούτι και αφού κατάφερε να φτειάξει αρκετό, μαζί με άλλους 5 Λιμποβίτες, 3 από τους Κοτσουλέους και 2 από τους Θωδαίους , το μετέφερε στο Σούλι, όπου έμεινε γνωστός ως << η τελευταία κρίση>>.
Αυτή η συντροφιά από το Λίμποβο έμεινε μαζί ως την ανατίναξη του Κουγκίου και επιτέλους ας αποκτήσουν και αυτοί το ιστορικό τους όνομα και να μην αναφέρονται αόριστα, ως πέντε νομάτοι και εκείνοι λαβωμένοι, ως να έμειναν εκεί από αδυναμία διαφυγής και όχι επιλογής Θυσίας.
Ο καλόγηρος έγινε στόχος του Αλή πασά , που έβαλε λυτούς και δεμένους να μάθει ποιος ήταν και αν έχει συγγενείς για να τους καταδιώξει ή εξαγοράσει για να τον εκβιάσει. Και όπως πάντα βρέθηκε και ο προδότης Λιώτης, Αργύρης, όνομα και πράμα, που πληροφόρησε για την συγγένεια με τον παπα Ζήση Κατσαμπούκα , τον οποίο συνέλαβαν και μετέφεραν στα Γιάννενα. Από τις προσπάθειες για εξαγορά , πέρασαν στα βασανιστήρια και τέλος 15 μέρες πριν την Πεντηκοστή του 1803 δηλητηριάστηκε. Το ψυχοσάββατο του Αη Ρωσελιού γεννήθηκε και ο γιος του , που κατά την τελευταία επιθυμία του πήρε το όνομά του Ζήσης και έγινε και αυτός παππάς.
Αυτή ήταν συνοπτικά , η ιστορία του καλόγηρου Σαμουήλ, από την γενιά των Κατσαμπουκαίων, την οποία διέσωσε ο αείμνηστος Οικονόμος παπα Ζήσης και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Θεσπρωτία το φθινόπωρο του 1934.
Σύβοτα, Πρωτομαγιά 2026
Γιώργος Δάλλας
Σχολιάστε