Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή
… και 30 απο την κυκλοφορία της 1ης διπλής κασέτας στην οποία συμμετείχαν: στο τραγούδι: ΑΥΓΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΛΩΝΤΖΑΡΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΡΟΣ, ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΖΟΥΜΑΣ-μπουζούκι, ΜΑΡΚΟΣ ΜΠΑΛΛΟΣ- κλαρίνο, ΦΟΡΗΣ ΡΟΥΜΠΗς- κιθάρα, ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΤΣΗΣ- πλήκτρα, το βίντεο φιλοτέχνησε η Λουκία και την ευχαριστούμε πολύ!
Άνοιξα τα μάτια και κοίταξα το ταβάνι. Μ’ είχε ξυπνήσει το γκρ γκρρρ από το τρίκυκλο του Μηνά Γιόγιακα που πάενε στο καφενείο του Κίτσιο Σόρογκα για καφέ.
Ήτανε Μάης μήνας, είχε βρέξει και η μυρωδιά από το βρεγμένο χώμα της πλατέας ανακατεμένη με την μυρωδιά από τις ανθισμένες ακακίες ήταν φανταστική. Η κάτω πλατέα, εκεί στην άκρη της ήταν το σπίτι μου, δεν είχε στρωθεί ακόμη, ήτανε με χώμα και κάπου κάπου φύτρωνε κάνα χορτάρι, γομαράγκαθα και τέτοια. Η μάννα είχε ανοίξει το παράθυρο να αεριστεί το σπίτι. Ο ήλιος έβγαινε απ’ τη ράχη, απ’ το σπίτι της Σωτήρη Κίτσιαινας κι ανέβαινε σιγά σιγά ροδίζοντας τον ουρανό. Σκώθηκα πήρα μια καρέκλα και έκατσα στο παράθυρο κουμπώνοντας τα χέρια στο περβάζι. Τήραξα από κάτω ο πατέρας μου κάθονταν σε μια πολυθρόνα με τις μπυτζάμες του και ρούφαγε τον καφέ του, τον βαρύ γλυκό, καπνίζοντας αρειμανίως τον ΑΣΣΟΣ σκέτος. Θα ‘χει ρεπό ο Κίτσιος είπα από μέσα μου. Η μάννα μου η κυρά Λένη σκούπιζε την αυλή μαζί με την αδελφή μου την Ρίνα.
–¨Λένωωω¨, φώναξε ο πατέρας μου.
–¨Ορίστε, τι θέλεις¨, του αποκρίθηκε η μάννα μου.
-¨Τι καλό θα φιάκεις σήμερα να μαζευτούμε το γιόμα, μο γκρούα¨;
-¨Έχω λίγα φασολάκια Σκουπιτσιώτικα, θα κάμω και σαλάτα και ψια τυρί και πάει η μέρα¨.
-¨Καλά, αλλά εγώ αργότερα θέλω και κανά ουζάκι, έχεις πιπεργιές να τηγανίσεις¨;
-¨Καν τη δουλειά σου και θα τα σιάσω όλα εγώ¨, του ‘πε η μάννα.
-¨Πού πήγε η τσιούπρα, μωρή¨- τι ρωτάει ο Κίτσιος.
-¨Για μο χριστιανέ μου πάει να φέρει τσι τηγανίτες¨.
-¨Α, καλά, καλά ξύπνα και τσ’ αλλουνούς να μη κρυώσουν¨.
Στο διπλανό το δωμάτιο ακούγονταν τα ροχαλητά του Μηνά και του Νίκου, τα δυο μεγαλύτερα αρσενικά αδέρφια μου. Πέντε αδέρφια ήμασταν, η Κλεοπάτρα και η Ρίνα ήταν οι αδερφές. Εκείνη την ώρα περνάει η σκουπιδιάρα του Δήμου. Οδηγός ο Ναπολέων ο Τσίκας και πλήρωμα ο Ντόνε Κατσιώνης και ο Πήλιος της Ρίκας.
-¨Καλημέρα κυρ Χρήστος¨, είπαν στον πατέρα μου.
-¨Καλημέρα παιδιά, νωρίς βγηκαταν σήμερα, άιντε να κεράσω καφέ¨, τους είπε ο πατέρας.
-¨Όχι μο Χρήστο, έχουμε πολύ δουλειά, δεν προκάνουμε¨, είπε ο Πήλιος.
-¨Λένωωω… Έεεε… -Βάλε μο από δυο τηγανίτες στα παιδιά να τσι πάρουν κοντά¨.
-¨Τώρα έφτακα, με ζάχαρη τσι θέλουν ή με μέλι¨;
-¨Με ότι νάναι μο παιδί μου, άιντε θέλουν να φύγουν¨.
Φόρεσα το πενταλόνι και κατέβηκα. Μ’ αγκάλιασε με φίλησε γελώντας- ¨άιντε μώρε ντόσι του μπαμπά¨, μου είπε χαϊδεύοντας μου το κεφάλι
-¨Γκρούα, ω γκρούα ξύπνα και τους άλλους κοντεύει μεσημέρι¨.
-¨Καλάααα¨, του απάντησε η μάννα.
Κατέβηκαν κι άλλοι κάτσαμαν στο τραπέζι και φάγαμαν τις τηγανίτες.
-¨Μηνά, ντο τιβα τσιγαρ¨, λέει ο πατέρας του μεγάλου αδερφού μου.
-¨Έφερα ένα¨, του είπε ο Μηνάς.
Εκεί που καθόμασταν και κάναμαν μουαμπέτι, γυρίζει και μου λέει, ¨Ντιάλιο βογάλιο ε τι, βέτε νε παζάρ ντο τε μαρ τρι κιλογκράμ μούκ, εδέ Βασίλη Τσότση ντο τε μαρ νι κιλογκράμ ντιαθ να μέρε παρά, άιντε μανάρι¨. (Στο Φιλιάτι ήμασταν δυο οικογένειες αρβανίτικες, η δικιά μου και η οικογένεια του Αντρέα Αντρέου, ταμία τραπέζης. Μιλούσαν κι άλλοι βέβαια αλλά δεν ήταν αρβανίτες) Όση ώρα ήμασταν στην αυλή περνούσαν απέξω διάφοροι πηγαίνοντας για την αγορά, καλημέριζαν και καλαμπούριζαν με τον πατέρα και τη μάννα.
Η Ντίνα του Ντάλλα, ο Μήτση Λιανός, ο Λία Τζομάκας, ο Τσιάβο Δακούκης, οι Ματσιακαίοι, ο Τσιάβο Λιανός, ο Μπόξας, ο Κώτσιο Ρούσιος, ο Λία Κούφαλης, ο Λιάκο Μπούστρας, ο Τσιάβο Λούμπας.
Για κι Άτσα… -Καλημέρα κυρά Λένηηηη. –Καλημέρα Καλλιόπη, πως ξημερώσαταν, πας για δουλειά, με το καλό.
Από την αντίθετη μεριά ερχόταν ο Βασίλη Δήμας που δούλευε στο στρατιωτικό φούρνο, ήταν από το Μαντζιάρι και ήξερε αρβανίτικα.
-¨Πατέρα πάω να ψωνίσω γιατί μετά θέλω να πάω να παίξω, ικ μου λέει ο πατέρας και μην αργήσεις το γιόμα, έτσι. Αφού θα φέρω τα πράγματα πρώτα μο¨, του είπα.
-¨Άιντε καλά ικ ικ βέτε¨.
Βγαίνω από την πόρτα και πριν προλάβω να σκαπετήσω στη γωνιά του Μηνά Κόντη με φωνάζει η κυρά Λένη του Γιώρη Γρανά,
-¨Σεούληηηη¨.
-¨Τι θες κυρά Λένη¨ τσι’πα.
-¨Θα μου στραμπουλίξεις ορέ μια κότα¨, μου είπε με την κερκυραϊκή προφορά της.
-¨Όχι¨ τσι’πα γω.
-¨Γιατί Σεούλη μου θα σου δώσω πέντε φράγκα¨.
-¨Δεν θέλω λεφτά αφού δεν με αφήνεις να κόβω κούμπουλα, από την κουμπουλιά σου, σου λέω όχι¨. -¨Ο η Παναγιά κοντά σου, να γενούνε πρώτα Σεούλη μου και έλα κόφτα όλα¨.
-¨Εγώ τα θέλω άγουρα όχι ρουμασμένα¨, τσι λέω.
-Η Ρίτα και η Λένα του Δρόσου που παίζαν στην αυλή τους έβαλαν τα γέλια. Για κι Βρίκλεια του Ταρζάν με τη Ρίνα του Γραβιώτη.
-¨Ο Βρίκλεια που ‘ναι ο Τάκης κοιμάται ακόμα¨, τσι λέω.
-Όχι καμάρι σκώθηκε, είναι μαζί με το Φάνη τση Ρίνας και παίζουν καπάκια¨, μου είπε.
-¨Καλά τσις είπα¨ και κοζί για το παζάρι.
Φτάνω στο φούρνο του Αργύρη του Χούλια, μπαίνω μέσα ¨τρία κιλά ψωμί¨, λέω. Ο Αργύρης με το άσπρο το φανελάκι και το Σιτσιλιάνικο το μουστακάκι, του άρεσε να με τσιγκλάει.
-¨Σιγά ρε μάγκα μου λέει πως τρέχεις έτσι, φωτιά τα πατζάκια σου πήρανε. Μπάμπη τρία μπαστούνια στον παίχτη¨. Πλέρωσα πήρα το ψωμί και βγήκα όξω. Ανέβαινα την ανηφόρα για την πάνω πλατέα και χάζευα τα μαγαζιά στο δρόμο, από τη μια ο Πέτρο Νέτης με τα ποδήλατα και τα ποδοσφαιράκια, από την άλλη ο Στεφανίδης με τις φωτογραφίες και τα φλάς. Παραπάνω ο Μάρκο Σκόπας με τσι σίτες και τα μπουριά για σόμπες και απέναντι ο Βαγγέλη Σταυρούλης με τσου καφέδες και τα λουκούμια κι ο Μήτση Λιανός με το ξυλουργείο. Μετά ήταν ο Γιώρη Ταφέκης με τα σαμάρια κι απέναντι το καπηλειό της Νυχτερίδας έτσι λέγαμαν το παλιό σιδεράδικο του Τσιάβο Κολονιάρη που το είχε κάνει ουζερί η Λένη του- εκεί σε λίγο θα άρχιζε τη συναυλία ο Ρούκουνας με το βιολί του. Παραπάνω ο Κόλιε Γούλας με την τσιγάρα στο στόμα και δίπλα του ο Γιάννη Μικρούλης με τα ωραία Κοκ. Για κι ο Τάσιο Σιάτας εκεί, με το μανάβικο, ¨βορέ, την Κυριακή στου Πατσούρα, παίζουμε με τον Παθαναϊκό¨ έλεγε σε κάποιον.. Πίσω από μια κολώνα ο Σωτηρέλης μπάλωνε παπούτσια και έλυνε προβλήματα στα παιδιά. Δίπλα μέσα στο περίπτερο ο Νιόνιο Σκάρλος έκοβε ύπνο του καλού καιρού. Δώθε τση πλατείας ο Νάσιο Καλαμπάκας, ο Λάκη Γούλας κι ο Θόδωρο Μέλλιος τα λέγανε όξω απ’ το καφενείο του Φώτο Κίτσιου. Αριστερά όπως ανέβαινα ο Ρόμπολας έκοβε βόλτες, ο Βασίλη Γκάνιας μάλωνε με μια τσιούπρα κι ο Κώτσια Δήμος δίπλα καθάριζε τα τραπέζια. Οι Ματσακαίοι εξυπηρετούσαν κόσμο και δίπλα ο χασάπης ο Τάκη Καραούσος χειρουργούσε μια προβατίνα. Δίπλα ο κουρέας ο Τσίτος αραχτός περίμενε καμιά κεφαλί με μαλλί και ο Γιώτη Ταφέκης έριχνε νερό στα οπωρολαχανικά του. Απέναντι ο Γάκη Τσιφούτης πάλευε με το κοκορέτσι και ο Γάκη Βουτσής με τα τρίγωνα και τσου καφέδες. Ο Τσέκας με το δίσκο στο χέρι πήγαινε καφέδες στο Νύση Γάτο και στον Τσάτση Κότε, ενώ ο Τέλη Διαμάντης έπαιζε τάβλι με τον Αλκίνο Κοτσώνη όξω από το βιβλιοπωλείο του, ορθός τσου χάζευε ο Χαρίλης ο Ζέρβας ο κουρέας. Όξω από το φούρνο του Σκουτέρη κάθονταν ο φούρναρης ο Νίκο Ράφτης να δροσιστεί, στο ταμείο ο Μπορμπούτσαλος ο Ντίνος. Ο Τσιάβο Ντάλας έσιαζε τα τραπέζια στο εστιατόριο.
Μπαίνω στου Βασίλη Τσότση,
-¨τι θέλεις Γκικόπουλο¨, μου ‘πε.
-¨Ένα κιλό τυρί¨ , του είπα.
-¨Μαλακό ή σκληρό¨ με ρώτησε.
-¨Βγουά, που ξέρω ‘γω μο κ. Βασίλη¨ του είπα.
-¨Καλά θα σου δώσω εγώ, ξέρω τι τρώει ο πατέρας σου¨.
Πέρω το τυρί και φεύγω από δω μεριά, γιατί είχε περάσει η ώρα. Ο Λία Καραμπίνας απίκο, το ίδιο κι ο Βαγγέλη Πέτρος στα μαγαζιά τους. Ο Κίτσιο Πατσούρας καθόοοντανε, στο καφενείο του, του μίλαγε ο Φώτο Κίτσιος κι αυτός πέρα βρέχει. Σκαπετάω σιακάτω από του Μπουκουμάνη και πέφτω απάνω στον πάπα Γιάννη.
-¨Καλημέρα Ελισαίε¨ μου λέει.
-¨Καλημέρα παππούλη¨ και ίσια να του φιλήσω το χέρι.
-¨Τι κάνει ο μπαμπάς η μαμά χαιρετισμούς και να είσαι καλό παιδί¨.
Στρίβω στου Ζαφείρη κατηφορίζω στου Πέτρο Γούλα από τη μια ο Φώτο Τσάτσης έκανε κουμάντο στο Δανίλη το Λούμπα και στο Στάθη το Γαλονάκη πως θα βάλουν το καλαμπόκι στην αποθήκη του Γούλα. Από την άλλη ο Μήτση Λούμπας έκανε παζάρια με τον Πήλιο Καούρη από τη Σπάταρη να του πεταλώσει το γομάρι. Έφτακα στης ωραία Ελένης του Γρανά.
-¨Κυρά Λένη φέρε την κότα και το κασάρι, το τάλιρο και τα κούμπουλα¨.
-¨Τώρα, τώρα Σεούλη¨ λέει αυτή και πάει αρέντα και τα φέρνει. Πιάνω την κότα από τον γκούργκουλα και σε ένα κούτσουρο σηκώνω το κασάρι και …
Ξύπνησα… ήμουνα στο κρεβάτι μου κάπου στο Βύρωνα Αττικής. Φτού γαμώτο λέω, μου χάλασε το όνειρο, θα το συνεχίσω το βράδυ. Γιατί δεν τέλειωσα ότι ήθελα να κάνω εκείνη τη μέρα. Να βρω τα παιδιά, τους Πουλαίους, το Τζιριτζά, τον Πέτρο της Τσεβής, τον Πιτούνη, τον Αριστείδη Μάντζιο, τον Κίτσιο Παπασταύρου, τον Νίκο Κουτούκη, τον Κοτέλη, να πάμε γήπεδο να παίξουμε μπάλα εξωτερικά- οικότροφα και κατόπι να πελεκίσουμε τις γκορτζιές πίσω από το καινούργιο γήπεδο. Κοντά σαράντα χρόνια λείπω αλλά ένα ξέρω και αισθάνομαι. Το σώμα μου είναι εδώ αλλά η ψυχή μου στο Φιλιάτι βορέέέέ.
η σημερινή ανάρτηση θα είναι μόνο φωτογραφίες- να μη λεμε τα ίδια και τα ίδια- όποιος θέλει να δει τα κείμενα ας πάει στις παλιές αναρτήσεις
ο Κώστας Σόρογκας στο ¨απλούν¨ (γύρω στο 1962)
κι εδώ παραλαμβάνει το έπαθλο απο τον δήμαρχο Σπανόπουλο
ο Φόρης ο Θεοδώρου περνάει το νήμα… (1969-1970)
και παίρνει το έπαθλο απο τον Γυμνασιάρχη Ροβίθη
κι εδώ πρέπει να είναι η Γιώτα η Δήμα που παίρνει έπαθλο
και διάφοροι αθλητές του 1969-1970 σε αναμνηστική: Νίκος Τσωνης, Παύλος Τσάνης, Γιώτα Δήμα, ο καθηγητής Κεχαγιάς, Μίλτος Ντουμάζιος, Φόρης Θεοδώρου, μάλλον Κώνστας απο την Φιλιπιάδα και τέλος ο Τακης ο Αντωνίου
(2 δημοσίευση- θα κάνουμε κι άλλες γιατί μας στέλνουν φωτογραφίες)
Κάθε χρόνο, λίγο πριν να κλείσουν τα σχολεία- μέσα Ιουνίου
γινόταν στο παλιό Γυμναστήριο γυμναστικές επιδείξεις.
Ξεκινούσαν με τον όρκο του αθλητή- εδώ τον δίνει ο
Χριστόφορος Θεοδώρου-
και συνέχιζαν με τον ύμνο: «αρχαίο
πνεύμα αθάνατο…»
Συνέχιζαν με σουηδική γυμναστική, με όμορφα σχέδια, χορούς και τραγούδια που τραγουδούσαν ειδικά τα παιδιά δημοτικών σχολείων.
ο Γυμναστής Χαμπίμπης καθοδηγεί την αυτοσχεδια ορχήστρα των τοτε μαθητών Αχιλλέα Μαντζούκη- κλαρίνο, Δημήτρη Πατσουρα- κιθάρα, Γιώργου Κωτση και Μιχάλη Μάνου- ακκορδεόν και ντραμερ ο Γ.Μιμής
Χήστος Σωτηρίου, Μιμή της Μαρκέλλας…
Συνέχιζαν με αγωνίσματα, χορούς των μαθητών και άλλα πολλά. (ο Πέτρος Σορομάνης… πετάει)
και παίρνει το έπαθλο…
Ήταν ένα πανηγύρι της νεολαίας. Τα νιάτα μας έδειχναν την ζωντάνια και την χάρη τους. Η εκδήλωση γινόταν Κυριακή, άλλη μέρα τα Δημοτικά Σχολεία, άλλη το Γυμνάσιο, η Οικοκυρική Σχολή κλπ. (η παρακάτω φωτογραφία απο το αρχείο του Θανάση Τσάτση- 3ος στη σειρά, ενώ 1ος είναι ο αείμνηστος Βασίλης Κουλίσης (καρνέρας) δίπλα ο Θανάσης Λαγός κλπ κλπ)
Στην τελευταία είναι η Σύνη, Μιμή, Ευγενία Μεσχίνη, Κοντονάτση Βασιλική…
Το γήπεδο γέμιζε ασφυκτικά κόσμο, άλλος να δει τα παιδιά του κι άλλος να καμαρώσει τα νιάτα της πατρίδας. Για να γίνουν αυτές οι εκδηλώσεις όλα τα παιδιά όλον τον χρόνο στο σχολείο στο μάθημα της Γυμναστικής έκαναν προετοιμασίες.
Αυτά γινόταν στο παλιό το Γήπεδο, κάτω από το Οικοτροφείο, εκεί που τώρα έχει γίνει το Κλειστό Γυμναστήριο. Εκεί μαζευόταν και τα παρακολουθούσε πάρα πολύς κόσμος. Άλλος να δει τα παιδιά του κι άλλος να καμαρώσει τις επιδείξεις στον αθλητισμό της νέας γενιάς. Ήταν κάτι το πολύ όμορφο και δεν ξέρω γιατί σταμάτησε να γίνεται- νομίζω σταμάτησε γύρω στο 1980;. Και άλλοι αθλητικοί αγώνες γινόταν αλλά όχι συστηματικά και πάντως δεν είχαν την ομορφιά και την χάρη εκείνων των Γυμναστικών Επιδείξεων.
και 30 απο την κυκλοφορία της 1ης διπλής κασέτας στην οποία συμμετείχαν: στο τραγούδι: ΑΥΓΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΛΩΝΤΖΑΡΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΡΟΣ,Μπουζούκι:ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΖΟΥΜΑΣ κλαρίνο:ΜΑΡΚΟΣ ΜΠΑΛΛΟΣ, κιθάρα: ΦΟΡΗΣ ΡΟΥΜΠΗς, πλήκτρα: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΤΣΗΣ το βίντεο φιλοτέχνησε η Λουκία και την ευχαριστούμε πολύ!
απο το πάνω δημοτικό σχολείο- δεκαετία ’50-, ο δάσκαλος στην κορυφή είναι ο Κώτσης, οι άλλοι δυο δασκαλοι με τα γυαλιά ο Κορδής και η Κορδή- άλλους δεν γνώρισα αν και μια στο κέντρο μοιάζει με την Κούλα του Τσούβαλου…
Written
on 07/06/2021