Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή

Archive for Μαΐου, 2017

φανταστικό…


αναρτηθηκε απο EPIRUSGATE

ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΠΑΛΑΙΩΜΕΝΟ ΤΣΙΠΟΥΡΟ:Το απόσταγμα που έκανε σκωτσέζο να υποκλιθεί στη γεύση του!!! Σκηνοθεσία-Μενέλαος Συκοβέλης Menelaos Sykovelis Zitsa Wines – Zoinos Winery Pantelis Lathiotakis

Νοσταλγικό ποίημα Φιλιατιώτη…


αφιερωμένο σε όλους τους ξενιτεμένους-όχι μόνο στους εικονιζόμενους- μια όμορφη εικόνα «πρωινό της Μεγ. Παρασκευής στην πάνω πλατεία»… μόνο 2 απο τους 8 μένουν εδώ!

1 Φιλιάτες, Με......

(απο την εφημερίδα ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ του 1936)

Ο ΝΟΥΣ ΜΟΥ

Δημοσιεύομεν ευχαρίστως κι’ ως ακριβώς έχει το παρακάτω ποίημα γιατί μέσα του κλείνει τη νοσταλγία και τον μεγάλο πόνο του ξενίτη προς την γλυκειάν πατρίδα, γιατί ο στίχουργήσας τις γραμμές αυτές κελι από κληρονομιά στον εσωτερικό του άνθρωπο έναν κόσμο ευαγγελικό, γιατί ο θρηνωδός αισθάνεται διάπλατη την πατριωτική έννοια.

Χαρακτηριστικό ακόμη ιδιαίτερο του έμμετρου θρήνου του, είναι και η θύμησι προσώπων, που εξέλειπαν ή ευρίσκονται ακόμη εις ζωήν, τα οποία ανήκουν ή ανήκον εις αρχαίας πατριαρχικάς οικογενείας, που άλλοτε είχον επιβληθεί ευεργετική ως επί της κοινωνίας, εκ μιας των οποίων οικογενειών προέρχεται και ο ίδιος.

Εις εσένα Θεσπρωτία
υποσχέθηκα σαν τάμα
πως κι εγώ καμία ημέρα
θα σου γράψω ένα γράμμα.

Γιατ’ εσύ κάθε εβδομάδα
δεν λυπάσαι, δεν μ’ αφίνεις
ακουσίως έναν πόνον
της καρδιάς μου να μου ξύνης.

Από τέταρτον αιώνος
κι άλλα δύο χρόνια ακόμα
της γενετειράς μου χώρας
εγκατέλειψα το χώμα

Σε διαβάζω με λαχτάρα
απ’ την μια στην άλλην άκρη
και χωρίς να θέλω τρέχει
απ’ το μάτι μ’ ένα δάκρυ.

Αυτό το μικρό χαρτάκι
όλα μου τ’ ανακατεύει
στη στιγμή κάνει τον νούν μου
να πετά να ταξειδεύη

Έρχεται αυτού κοντά σας
σας θωρώ τη δυστυχία
μ’ ανοιχτά τα μάτια βλέπω
Κρίμα είνε οπτασία!

Κ’ όπου πάνω και γνωρίζω
και φωνάζω νάτο, νάτο
πόσα βλέπω πόσα βλέπω
προχωρώντας παρακάτω.

Τη Σαγιάδα και τους μύλους
και την Σκέφαρη την Λιόψη
σαν τα βλέπω κιτρινίζω
και αλλάζω αμέσως όψι.

Εις την Σπάταρη κυττάζω
αν ακόμα εκεί ζη
τον καλόν τον αγωγιάτη
τον Ζεϊνέλη τον Χατζή.

Αν και έχω απ’εκείνον
μια ανάμνησιν πικράν
γιατί πρώτα τ’ άλογά του
μ’ έφεραν τόσον μακράν.

Νάτο κ ένα που με ρίχνει
απ’ τον πόνο στο κρεβάτι
εδώ σταματά ο νου μου
στο γλυκό μου το Φιλιάτι.

Πρώτα στην Αγιά Τριάδα
εκεί πέρα στο λοφίσκο
τους δικούς μου κλαίγω λίγο
που τα μνήματα δεν βρίσκω.

Ποιος θυμάται ευεργέτας
αν παρέλθουν οι καιροί
ποιος θα πη «αυτά την κτίσαν,
και ας ανάψω ένα κερί».

Να την Σίδερι την βλέπω
της Μανούλας μου χωργιό
τον Αηγιάννη με τ’ ωραίο
το μικρό καμπαναριό.

Πάγω και φιλώ το μνήμα
στέκω λίγω σκεπτικός
εις τον Ντάϊκο τον Δημήτρη
της μανούλας μου αδελφός

Τύπος μιάς καρδιάς αγίας
γιός αντάξιος γονέων
της λαμπράς οικογενείας
των γνωστών Μπαξεβανέων.

Τους παλιούς όλους γνωρίζω
σ’ όλους θέλω να μιλήσω
θέλω και του Γεώργη  Φίλιου
τη φαλάκρα να φιλήσω

Αναιβένω εις την Μάλια
Το Φοινίκι αμέσως είδα
Βλέπω κι ένα σπίτι νέο
Του σεπτού Βασίλη Τζήβα

Μα δεν είναι φαντασία
Ζωντανό ένα πράμα τόσο
Π’ αγκαλιάζω και φιλάω
Τη θειούλα μου τη Φρόσω

Στέκω και στο Γηρομέρι
Για να θυμιθώ τα πλούτια
Των Βουγίδιδων και  άλλων
Και του Χρήστου του Κολιούτα

Πάγω στη Φανερωμένη
Και γυρνώ στο μοναστήρι
Αναιβένω στις σκαρπάτες
Και τραβώ για το Φατήρι

Την Πλεσίβιτσα και Κότσκα
Μες τα ματια τα χω νατα
Που αγαπιόνταν κειν τα χρόνια
Σαν ο σκύλος με τη γατα

Κι ενθυμούμαι κειν τα χρόνια
Τολμηροί παλλικαράδες
Με Χαράλαμπο τον Σιόλη
Σκοτωθήκαν με τα Αγάδες

Και τη Βάναρη περνάω
Και αφήνω τους χωριάτες
Για να ιδω κάτι ακόμα
Στους αγαπητούς Φιλιάταις

Και τους γύφτους αγναντεύω
Και τις γύφτισσες μια μία
Αυτοί μ είχαν κουναρίσει
Παρεξήγηση καμία

Και πηγαίνω στις Κογκέλες
Και γυρίζω πάλε πίσω
Κι όταν φθάσω εις τα πούσια
Όλους θα τους χαιρετίσω

Προσπαθώ να μην περάσω
Απ το σπίτι το δικό μου
Μην γνωρίζων την αλήθεια
Χάσω και το λογικό μου

Γιατί εκεί αν πάγει ο νους μου
Σκέψεις έρχονται παλιές
Περασμένα μεγαλεία
Διηγώντας τα να κλαίς

Μόνο τρέχω μες την θειά μου
Και της λέγω κούσε Κούλα
Σου φιλούμε όλοι το χέρι
Σε φιλάει κι μαννούλα

Και νομίζω πως με βλέπει
Πούμαι δάκρυα γεμάτος
Να μη την στεναχωρήσω
Φεύγω απ εκεί τρεχάτος

Και πηγαίνω άνω κάτω
Τα ξαδέρφια να ζητήσω
Ύστερα από τόσα χρόνια
Δεν μπορώ να τα γνωρίσω

Για τον Φώντα και Αλέκο
Όλγα και τον Κωνσταντίνο
Χαρίλαο Παρασκευή
Το δάκρυ πικρό πίνω

Και γυρίζω πάλι πίσω
Και φωνάζω είδα είδα
Και ξυπνώ κι αναστενάζω
Αχ αγαπητή πατρίδα

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Γ. ΔΑΓΚΑΣ
Κάϊρω 21/2/1936

 

Φιλιατιώτες δημιουργοί & καλλιτέχνες …


Περπατώντας στη «Νέα Ελβετία» των Φιλιατών μια μέρα, πέρασα τυχαία έξω από το σπίτι του αγαπητού συμπολίτη Γρηγόρη Κασσαβήτα- συνταξιούχου της Γερμανίας και μου έκανε εντύπωση αυτό που είδα.

ΚΑΣΑΒΗΤΑΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ 1........

Καθισμένος στο πρόχειρο μα λειτουργικό εργαστήρι του έφτιαχνε πανέμορφα καλάθια και καλαθάκια, ωραία και σπουδαία από πορδαλιά, πλεγμένα με μεγάλη τέχνη και σπουδαίο μεράκι φτιαγμένα.

ΚΑΣΑΒΗΤΑΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ 2....

Είδα κι αποτύπωσα τη χαρά της δημιουργίας στο πρόσωπο και στα λεγόμενα του αγαπητού Γρηγόρη. Από μικρός μου άρεσε να ασχολούμαι με αυτή την τέχνη, μας διηγιόταν ενώ συγχρόνως τα χέρια του έφτιαχναν το καλάθι που θα μας χάριζε. Για χόμπι το κάνω και πολύ θα ήθελα να δείξω και στη νεότερη γενιά αυτή την τέχνη. Μια μοναδική τέχνη, να δημιουργείς πανέμορφα καλάθια από το ταπεινό κλαρί της πορδαλιάς.

ΚΑΣΑΒΗΤΑΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ 3.......

Πολλοί οι συμπατριώτες- δημιουργοί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του Δήμου Φιλιατών, τι ωραία θα ήταν να στέγαζαν τα καλλιτεχνήματα τους στα ερημωμένα μαγαζιά της παλιάς αγοράς των Φιλιατών! Για φέρτε στο μυαλό σας- την παλιά αγορά των Φιλιατών- τα κλειστά μαγαζιά που καταρρέουν μαζί με την πόλη.

ααααααααααααααααα

Αυτά τα κλειστά μαγαζιά να τα δώσουν για χρήση οι νοικοκυραίοι- σε έναν φορέα που θα στεγάσει όλους τους δημιουργούς. Πιστεύω ότι είναι μια μοναδική ατραξιόν, μια ξεχωριστή προσπάθεια που θα φέρει κόσμο στο Φιλιάτι- γιατί όχι και χρήμα!

απο το προχθεσινό Φιλιατιώτικο Παζάρι


Το πρώτο του Μάη, με τα λουλούδια…

1.......

που είχε και κόσμο και χάρη- αρχές του μήνα είχαν και λεφτά οι παζαριώτες…

1α......2.....3....4....5......6......7......8...

κάπου ξεπεσαν και τουρίστες, στο βάθος- θα έχασαν το δρόμο;9.....10.....

13......

τα χαιρετίσματα απο τον φίλο Τανζού που έχει γίνει φιλιατιώτης της Λούτσας…11......

έλα Βρυσέλλα, ωά απο αλανιάρες όρνιθες


ΦΡΕΣΚΑ ΑΥΓΑ ΤΙΣ ΗΜΕΡΑΣ ΑΠΟ ΚΟΤΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑΣ ΒΟΣΚΗΣ ΜΟΝΟ ΣΤΗ ΒΡΥΣΕΛΛΑ ΒΕΛΛΗΣ ΤΗΛ 6938358105

Φωτογραφία του Hlias Kontis.

Φιλιατιώτες στη Σαγιάδα, πριν 50 χρόνια…


Θα γράψω τα ονόματα όπως μου τα είπε αυτός που έστειλε τη φωτό, και όποιος γνωρίσει γνώρισε….

απο αριστερά: Μάντζας, Πετράν και Τσίληκότας…

σαγιαδα πριν 50

Φιλιάτες 1930…


                  (απο την εφημερίδα ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ ΤΟΥ 1930)         

     Αποτέλεσμα εικόνας για παλιο καφεαμαν ( η φωτο είναι ενδεικτική)

              ΤΑ ΒΙΟΛΙΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ

Υπό του Λόγιου κ. ΣΠΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

(Ο φίλος λόγιος κ. Σ. Οικονόμου του οποίου η Ελπινίκη έργο θεατρικό, πήρε έπαινο σ’ ένα αυστηρό διαγωνισμό στην Πόλη που κήρυξε ο «Φιλολογικός Σύλλογος» – του οποίου ιδρυτής μια εξέχουσα Ηπειρωτική φυσιογνωμία : ο μακαρίτης Βασιάδης – μας έστειλε για τη «Θεσπρωτία», το παρακάτω διήγημα. Το δημοσιεύουμε με μεγάλη, ξεχωριστή ευχαρίστηση τόσο γιατί είναι βγαλμένο από διαλεχτή του πέννα, όσο και γιατί συμμεριζόμαστε κι εμείς τον μεγάλο του πόνο και την ψυχική του οδύνη για το χαμό…. του λεβέντη χορευτή…)

Ήτο μια τετράδη βράδυ του Δεκέμβρη του 19…

Έξω έκανε ένα κρύο τουρτουριστό… έπεφτε νερόχιονο!….

Εις τις Φιλιάτες είχον έρθει πολλοί για την αγορά της Πέφτης! Και όταν νύχτωσε όλοι συγκεντρώνονταν στο καφενείο στο Κέντρο.

Ένα κατάστημα στενόμακρο με δυο παράθυρα στο βάθος και μια θυρούλα πώβγαινε στον ξύλινο εξώστη, με δυο μεγάλα παράθυρα εμπρός στην είσοδο και μια θύρα στενόψηλη που μόλις χωρούσε δυο κάπες μαζί… Με καναπέδες ξύλινους καρφωμένους στον τοίχο, με πάτωμα μωλωπισμένο και νταβάνι καπνισμένο…. Και έναν μπουφέ που έβγαζε τον καπνό των ξύλων και τον αχνό του βρασμένου νερού σαν τουλούπες και τον σκόρπιζες τους θαμώνες…. Με μια προσθήκη απροσδιορίστου εποχής και χρώματος… με κάτι άθλια ξύλινα τραπέζια κι αθλιέστερα καθίσματα που μόλις υπεβάσταζον τον φόρτον των καπών και έτριζον…με τοίχους ασβεστοχρισμένους, κιτρινωπούς εκ του καπνού, κάτωθεν του χρωματισμού των οποίων διακρίνοντο τα χρώματα του κόκκινου και πράσινου τα ιερά χρώματα της περασμένης τουρκοκρατίας … Ιδού το καφενείον το Κέντρον!…

Εκεί κατέφευγαν όλοι να περάσουν την ώρα τους να δροσίσουν το λαρύγγι τους η μάλλον να κάψουν τα σωθικά των με δηλητήριο του…ούζου!…

 Ο καφετζής, νέος καθ’ όλα χαριτωμένος, ευγενής και γελαστός προσπαθούσε να ευχαριστή τους πελάτας του και το μετέβαλλε εις χοροδιδασκαλείο!…Κοντά τα Χριστούγεννα έρχονταν από τη Βελιτσίστα τα βιολιά…. Αυτή η μουσική η εγχώριος απετελείτο από ένα κλαρίνο, ένα βιολί, ένα μπουζούκι και ένα ντέφι… Εκεί εις το βάθος καθισμένοι εις τον καναπέ η βιολιτσήδες χορδίζουν τα όργανά των.

Το καφενείο τώρα είνε γεμάτο απ’ άκρη σ’ άκρη!.. Τα τραπέζια είνε φορτωμένα από ποτήρια και ποτηράκια… και μεζέδες!… Δυο λάμπες ασυτιλίνης που χαλνούν κάθε τόσο και σβήνουν… προσδίδουν με τον καπνόν του μπουφέ και των τσιγάρων όψιν μιας ταβέρνας του Ζολά, μέσα εις την οποίαν διαγράφονται λογιών, λογιών πρόσωπα και ακούονται λογιών λόγια.

Αίφνης τον θόρυβο του καφενείου κόβει η αρχή του γλεντιού… Τα βιολιά αρχίζουν τώρα το μοιρολόγι ή όπως θα τώλεγεν ένας οπαδός της καθαρευούσης το πένθος της Ηπείρου!…

Σιγά, σιγά το καφενείο προσελκύει και άλλον κόσμον που κάθεται ‘όπως όπως, διότι θέλει να ακούσει, να ιδεί το γλέντι…

Μετά ένα δύο άλλα τραγούδια… τα βιολιά παίζουν τώρα χορούς…. και να οι φαντάροι μας μπαίνουν πρώτοι. Παραμερίζονται ολίγον τα τραπέζια και αρχίζει ο χορός… Χορεύουν οι φαντάροι τους χορούς της πατρίδος των!… Ενθουσιάζονται πηδούν και τα στρατιωτικά αρβύλα έρχονται όχι εις μαλακήν επαφήν με το πάτωμα… Ακούεται ένα τρέξιμο!… ο φαντάρος μ’ένα πόδι επάνω και τα’ άλλο χωμένο μεσ’ το πάτωμα θυμώνει που του χάλασεν όλη η χάρη του χορού του σε μια μαγευτική στροφή!….

Μέσα τώρα στους χορευτάς πρέπει ο καφετζής με ένα σκεπάρι και με ολίγα ξύλα θραυσμένου πετρελαιοκιβωτίου κλείει την ανοίχθεισαν τρύπαν γελών και χαριεντιζόμενος και ο χορός….. καλά κρατεί.

Ο καπνός πνίγει τον κόσμον που διαμαρτύρεται τώρα!…

Ο καφετζής φωνάζει επειδή είχε κάτσει ο στρατιώτης – Αέρα! αέρα! Ανοίγουν οι δύο πόρτες… σχηματίζεται ένα δυνατό ρεύμα… διάφορα με ορμήν καπνοδοχής υπερωκεανίου!…

Κρυώσαμε .. Κλείστε! κλείστε!…

Οι θύρες κλείονται πάλιν… οι σάλπιγγες καλούν εις τους στρατώνας τους φαντάρους και μένει τώρα το πεδίον ελεύθερο εις τους πολίτας…

Όσοι ήρθαν εις τους Φιλιάτες για την Πέφτη, μια που βρέθηκαν ει; το καφενείο… θέλουν κι αυτοί να δοκιμάσουν. Και μπαίνουν στο χορό… άλλοι χορεύουν… της πλέχας και άλλοι τον άη-Βασίλη!… άλλοι πηγαίνουν κοντά εις τα βιολιά και τους δείχνουν τον σκοπό… και κερνούν τους βιολιτσήδες!…. Ας το πούμεν ο καφετζής είναι συνεννοημένος μ’ αυτούς και τους δίνει νερό για ούζο!…

Σιγά σιγά τώρα έκλειναν τα μαγαζιά!… και συγκεντρώνονται και οι μαγαζάτορες… Δύο όμως νέοι θεωρούνται οι καλύτεροι χορευτήδες….

Ένας κανονικού αναστήματος με πρόσωπο συμπαθητικό που το καθιστούσε συμπαθητικότερο η ασθένειά του…. και ο άλλος μικροτέρου αναστήματος και ζωηρότερος….

Και όταν οι δύο αλληλοκρατούμενοι ως αδελφοί έσυρον εκ περιτροπής τον χορό…. όλων η προσοχή εστρέφετο εκεί ωσάν ετελείτο καμία θεία μυσταγωγία!….

Οι εγχώριοι χοροί διεδέχοντο ο ένας τον άλλον… Ο βαρύς μπερατικός ακολουθούσε τον μεγαλοπρεπή Τσάμικον και τούτον ο χορός των Ρετζαίων (αποθανάτισεν αυτούς η λαϊκή μούσα) και ακολούθως διάφοροι ρυθμικοί συρτοί χοροί…

Η ώρα πέρασε τώρα!… έφθανεν η 12 του μεσονυχτίου, το καφενείον άδειαζε τώρα, δεν έπαιζαν πλέον τα βιολιά εις το Κέντρον, σύμφωνα με την αστυνομική διάταξη.

Όσοι περνούν σήμερα από της Φιλιάτες δεν ακούουν βιολιά εις το Κέντρον και απορούν.

Η απάντηση που τους δίνουν δεν ανταποκρίνεται εις την βαθιά του πράγματος εξιστόρηση.

Ο καλός διευθυντής του τότε Κέντρου δεν υπάρχει… πλέον!….Και από τους δυνατούς χορευταράδες έλειψαν ο ένας…. το στόλισμα του χορού!…

Και τα χρόνια που πέρασαν από τότε δεν μπόρεσαν όχι μόνο να ρίξουν τη λήψη και το ξέχασμα είς τη μνήμη του αλλά την μεταφέρουν πάντοτε αυτό τον καιρό με σπαραγμό.. της ψυχής μου.. εις εκείνην την εποχήν που έπαιζαν τα βιολιά… εις το Κέντρον!…

Και σεις διαβάτες μου που περνάτε τώρα από της Φιλιάτες…μη με ερωτάτε…

-Γιατί δεν παίζουν τα βιολιά εις το Κέντρο.

ΣΠ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: