Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


https://www.iefimerida.gr/kosmos/hamas-exi-prosopa-poy-apaitei-afethoyn-eleythera-apo-israil?utm_source=rss



https://www.iefimerida.gr/kosmos/oykraniko-drone-eplixe-rosiko-pyriniko-ergostasio?utm_source=rss


ΑΡΚΕΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ 11-19 ΥΓΡΑΣΙΑ 45% ΑΝΕΜΟΙ 5BF BΔΥΤΙΚΟΙ


ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΕΣ Κώστας Πετρόπουλος 

Ο Γκαίτε είχε τόσο γοητευθεί, απ το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, που σε επιστολή προς τον γιο του Αύγουστο, στις 15 Ιουνίου του 1815, αναφέρει με ενθουσιασμό ότι το δημοτικό τραγούδι των Ελλήνων «είναι τόσο δραματικό, επικό και λυρικό που δεν υπάρχει αντίστοιχό του στον κόσμο. Οι εικόνες αυτού του τραγουδιού είναι εκπληκτικές. Δυο βουνά μαλώνουν μεταξύ τους, ένας αετός μιλάει με το κομμένο κεφάλι ενός κλέφτη, ένας κλέφτης λέει να του κόψουν το κεφάλι για να μην το πάρουν οι Τούρκοι…»

Αυτήν την ευτυχία που γεύτηκε ο Γκαίτε, ερχόμενος σε επαφή με το δημοτικό μας τραγούδι, θέλησε να τη μοιραστεί με έναν σημαντικό αριθμό λογίων της Γερμανίας. Έτσι, κάπου το φθινόπωρο του 1815, οργάνωσε μια φιλολογική σύναξη με τους σημαντικότερους λογίους της Γερμανίας και τους «σύστησε» τα δημοτικά τραγούδια των Ελλήνων. Είχαν όλοι μείνει άφωνοι. Ο ενθουσιασμός με τον οποίον τους μιλούσε ο Γκαίτε, οι εικόνες που δημιουργούσαν με τη φαντασία τους ακούγοντας τα τραγούδια, η πρωτόγνωρη για αυτούς ποιητική δομή, τα μορφολογικά και τα άλλα χαρακτηριστικά των δημοτικών τραγουδιών, τους είχαν καθηλώσει.

Ο Γκαίτε, λοιπόν, εξομολογήθηκε πως τον συνεπήραν αυτές οι εικόνες και κάλεσε τους ζωγράφους για να τους τις διαβάσει και να τις ζωγραφίσουν!

Το δημοτικό τραγούδι ο Γκαίτε το γνώρισε απ το βαρώνο Βέρνερ Φον Χαξτχάουζεν .

Μετά το 1806, και αφού ο Ναπολέοντας έθεσε υπό τον έλεγχό του τη Γερμανία, ο βαρόνος Βέρνερ Φον Χαξτχάουζεν, ο οποίος μιλούσε δεκατρείς γλώσσες και είχε σπουδάσει Νομικά, Ανατολικές Σπουδές και Ιατρική, όντας πολέμιος του Βοναπάρτη, αποφάσισε να αυτοεξοριστεί στην Αγγλία. Για να βιοπορίζεται, έπιασε δουλειά ως γιατρός σε ένα ναυτικό νοσοκομείο κοντά στο Λονδίνο. Ο γιατρός αυτός μια μέρα, καθώς περπατούσε στους διαδρόμους του νοσοκομείου, άκουσε μια παρέα Ελλήνων ναυτικών να σιγοτραγουδούν κάτι που το βρήκε ενδιαφέρον. Ο Χαξτχάουζεν, ο οποίος μιλούσε και ελληνικά, παράτησε τη δουλειά που έκανε και πήγε κοντά στους Έλληνες ναυτικούς παρακαλώντας τους να του πουν το τραγούδι τους. Τότε αυτοί ξεκίνησαν:

«Συννέφιασε ο Παρνασσός,

βρέχει στα καμποχώρια

κι εσύ, Διαμάντω, νύχτωσες,

πού πας αυτήν την ώρα;

Πάω γι’ αθάνατο νερό,

γι’ αθάνατο βοτάνι

να δώσω της αγάπης μου

ποτέ να μην πεθάνει».

Για όσες μέρες έμειναν στο νοσοκομείο οι Έλληνες ναυτικοί, ο Χαξτχάουζεν κατέγραφε μαγεμένος τα τραγούδια που του έλεγαν. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος προέβαινε σε συστηματική καταγραφή των δημοτικών τραγουδιών.

Το 1814, μετά την πτώση του Ναπολέοντα, ο βαρόνος Φον Χαξτχάουζεν πήγε στο συνέδριο της Βιέννης, έχοντας στις αποσκευές του τα δημοτικά τραγούδια που του είπαν οι Έλληνες ναυτικοί. Η Βιέννη τότε αποτελούσε παγκόσμιο πολιτικό και πνευματικό κέντρο, στο οποίο είχαν σημαντική παρουσία και δράση Έλληνες των γραμμάτων και του πνεύματος. Έναν απ’ αυτούς συνάντησε εκεί ο Χαξτχάουζεν, τον Μακεδόνα Θεόδωρο Μανούσο, και του είπε πως θέλει να καταγράψει όσο το δυνατόν περισσότερα ελληνικά δημοτικά τραγούδια με σκοπό να τα εκδώσει. Πρόθυμος ο Μανούσος πήγε τον βαρόνο στη γιαγιά του, την κυρία Αλεξάνδρα, η οποία τους είπε αρκετά τραγούδια. Ακολούθως, ο Χαξτχάουζεν, που είχε πλέον συγκεντρώσει έναν σημαντικό αριθμό τραγουδιών, τα μετέφρασε σε έμμετρη γερμανική γλώσσα, αλλά η εκδοτική του προσπάθεια δεν μπόρεσε να συνεχιστεί, επειδή ο ίδιος ένιωθε πως δεν διέθετε τις κατάλληλες γνώσεις, προκειμένου να προλογίσει και να επεξηγήσει ικανοποιητικά τα τραγούδια.

Έτσι, ο Χαξτχάουζεν, μη μπορώντας να συνεχίσει τα εκδοτικά του σχέδια, έδωσε σε μερικούς γνωστούς του τα τραγούδια αυτά για να τα διαβάσουν. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο μεγάλος ποιητής Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε. Ο Γκαίτε ερωτεύτηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής του το είδος αυτό της ελληνικής λαϊκής ποίησης. Τόσο, που σε κάθε ευκαιρία παρότρυνε τον Χαξτχάουζεν να εκδώσει αμέσως τα δημοτικά τραγούδια.

Τώρα βέβαια αν με ρωτήσετε τι έκανε πραγματικά το ελληνικό κράτος για την μελέτη την προβολή και την ανάδειξη του δημοτικού τραγουδιού, δεν θα απαντήσω θετικά.

Το κείμενο το βρήκα απ το διαδίκτυο που κυκλοφορεί από πολλούς, χωρίς να ξέρω ποιος το πρωτοέφτιαξε.

Κλείνω μέσω μιας διάσημης φράσης του συνθέτη Γκούσταβ Μάλερ που είναι: «Παράδοση δεν είναι η λατρεία της στάχτης, αλλά η διατήρηση της φλόγας» ή «Παράδοση δεν είναι η διατήρηση της στάχτης, αλλά η μεταφορά της φλόγας». Σημαίνει ότι η πραγματική παράδοση δεν είναι η προσκόλληση σε παλιές συνήθειες και τελετουργίες (τη «στάχτη»), αλλά η διατήρηση και η μεταβίβαση του πνεύματος και του ζωντανού νοήματος αυτών των παραδόσεων (τη «φλόγα») σε επόμενες γενιές.



Άκου φίλε… πρέπει να φύγει η σαπίλα… ΠΡΩΤΟΔΗΜΟΣΊΕΥΣΗ ΟΚΤΩΒΡΗΣ 2013

 Το έχουμε γράψει επανειλημμένα, ότι τη στιγμή που δεν έγινε κάθαρση και δεν πλήρωσαν τις ευθύνες τους αυτοί που οδήγησαν τη χώρα σε αυτό το χάλι, γιατρειά δεν θα υπάρξει. Ο κόσμος μαζεύει οργή και αυτή θα πέσει επί δικαίων κι αδίκων… τα πρόβατα θα γίνουν λύκοι…

(ο φίλος που μου έστειλε τα παρακάτω ήταν απαιτητικός και ήθελε αυτά που είχε βαθειά μέσα του να τα δημοσιεύσει. Του κάνω λοιπόν το χατίρι, εν μέρει… )

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΓΙΩΡΓΟ ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ?

ΘΕΛΩ ΜΙΑ ΧΑΡΗ ΑΚΟΥΣΕ ΠΡΟΣΕΧΤΙΚΑ ΤΙ ΘΑ ΣΟΥ ΠΩ

ΟΤΑΝ ΕΙΧΕ ΒΓΕΙ Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΝΤΑΜΗΝΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟ ΕΙΧΑ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΕ ΕΙΧΑΝΕ ΠΑΡΕΙ ΕΙΧΑΝ ΠΑΡΕΙ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΚΑΝΑ ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΜΕ ΠΗΡΑΝΕ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΠΕΝΤΑΜΗΝΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟΥ ΤΟΥ 2012. ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΧΑ ΚΑΝΕΙ ΕΝΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΓΣΕΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΜΕ ΠΗΡΑΝΕ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΧΑ ΤΑ ΜΟΡΙΑ ΠΟΛΥΤΕΚΝΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΑΛΛΙΩΣ.

ΤΩΡΑ ΕΚΑΝΑ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ ΜΟΥ ΠΑΛΙ ΣΤΗΝ ΠΕΝΤΑΜΗΝΗ ΣΥΜΒΑΣΗ 2013 ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΕ ΠΗΡΑΝΕ. ΠΗΡΑΝ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΑΛΙ ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΟΥ ΚΑΝΑΝΕ.

ΑΚΟΥΣΕ ΤΩΡΑ ΠΡΟΣΕΧΤΙΚΑ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ

ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΑ ΣΤΙΣ ΚΑΛΠΕΣ ΣΤΙΣ ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΦΙΛΙΑΤΩΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ Τ….. ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ Μ….. ΤΟΝ Μ…… ΜΑΣ ΕΤΑΖΑΝ ΕΜΕΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ ΜΟΥ 500 ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΕΝΑ ΛΑΠΤΟΠ ΓΕΙΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΨΗΦΙΣΟΥΜΕ ΝΑ ΒΓΟΥΝΕ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΕΙΔΑΜΕ ΤΙΠΟΤΑ

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΒΓΟΥΝΕ ΜΑΣ ΕΔΩΣΑΝ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΕΝΑ ΦΑΚΕΛΟ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΟ ΕΤΟΙΜΟ ΝΑ ΤΟ ΡΙΞΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΚΑΛΠΕΣ ΚΑΙ ΜΑΣ ΕΔΩΣΑΝ 100 ΕΥΡΩ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΣΟΥ ΓΡΑΦΩ ΝΑ ΤΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΣΟΥ ΜΕ ΕΚΤΙΜΗΣΗ Ο ΦΙΛΟΣ ΣΟΥ ΓΚ

Σ.Σ. Άκου φίλε.

Γνωρίζω πολύ καλά τα προβλήματα που βιώνεις, εσύ και η οικογένειά σου. Χαίρομαι ειλικρινά που εντοπίζεις τα προβλήματα και τις αδυναμίες της πολιτείας για χρηστή διοίκηση και παλεύεις με καταγγελίες και ενστάσεις. Τώρα, για τη συμπεριφορά των συγκεκριμένων ¨τοπικών πολιτικών στελεχών¨ που δήθεν νοιάζονται για τα προβλήματα του τόπου- όλοι ξέρουν ότι  τόπος είναι η τσέπη τους. Όμως σου λέω και πάλι ότι δεν θα τους κάνεις τίποτε με την καταγγελία σου- αυτούς τους τρέφει το σύστημα; Απλά πιστεύω ότι η καταγγελία σου δεν θα αλλάξει κάτι, αν δεν αλλάξει ο κρατικός μηχανισμός και δεν φύγει η πολιτική σαπίλα. Αν τα έγραφα επώνυμα, όπως ήθελες, θα έχανες κι άλλα πεντάμηνα, θα έχανες κι άλλα ευρώ- που τόσο έχεις ανάγκη. Όμως, αφού βλέπεις την κατάσταση πράξε ανάλογα… άρμεξέ τους όσο μπορείς, δούλεψέ τους όσο μπορείς και μαύρισέ τους με πίσσα… Τότε τους κάνεις μεγαλύτερη ζημιά, και σίγουρα έτσι βάζεις ένα χέρι να εξαλειφθεί το ρουσφέτι και να χαθούν τα λαμόγια.  



απο το βιβλίο ¨Φιλιάτες- ιστορικά και Λαογραφικά στοιχεία¨ του Θωμά Σόρογκα- φιλόλογου αρχαιολόγου!

Κεφαλοχώρι (Γλούστα): Η ομαλή, ήπια, προσήλια και «εύυδρος» (σημ. βρύση Μπιτσινάρα) αυτή τοποθεσία στα ριζά της Βελίκας, στο φυσικό πέρασμα προς και από Τσαμαντά, Βούρκο και περιοχή Δελβίνου, δικαιολογεί την ύπαρξη εδώ αρχαί ου οικισμού, που σίγουρα είχε οικιστική σχέση και καταφύγιό του το Κάστρο-ακρόπολη του Γαρδικίου. Ο Αραβαντινός τοποθετούσε εδώ πολίχνη με το προελληνικό όνομα Βόλουρος ή Βουλωρός.

Ταφικά ευρήματα Κεφαλοχωρίου (Γλούστας): Σε έργα διάνοιξης που έκανε εκ- σκαφέας στη Γλούστα τις 14/7/ 1993, στον περίβολο του σπιτιού του Γιώργη Μούτσιου, βρέθηκε οικογενειακός τάφος της ελληνιστικής εποχής. Ο τάφος περιείχε έξι (6) ταφές και πλούσια κτερίσματα. Σαράντα τρία συνολικά πήλινα αγγεία συνόδευαν τις τέφρες των έξι νεκρών. Εννιά χρυσά στεφάνια από λεπτό έλασμα χρυσού και μια ταινία, σε σχήμα φύλ- λων βελανιδιάς, σφενταμιού και μυρτιάς, λάμπρυναν με ξεχωριστή τιμή τους νεκρούς.

Ένα, ακόμη, ζεύγος χρυσών ενωτίων (σκουλαρικιών), που συνόδευαν την οικοδέ- σποινα -πιθανόν -του τάφου, αποτελεί δείγμα προηγμένης υψηλής μικροτεχνίας. Το στέλεχος των σκουλαρικιών είναι κατασκευασμένο με συρματοτεχνική και απο- λήγει σε κεφαλή λυγκός (σαρκοβόρο ζώο με οξυδερκή μάτια) κατασκευασμένη με σφυρηλάτηση λεπτού ελάσματος χρυσού. Τρεις χρυσές δάνακες (μικρά κέρματα) με έκτυπες μορφές από νομίσματα ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ του Κοινού των Ηπειρωτών, συ- νόδευαν ακόμα τους νεκρούς, για να πληρώσουν – κατά έθιμο -τα πορθμεία, τα ναύλα, στον βαρκάρη Χάροντα. Αιχμές δοράτων, εγχειρίδια, ξιφίδια, πόρπες και στλεγγίδες(ξέστρεςγιαάλογα)ολοκλήρωναντααγαπημένα συνοδευτικά αντικείμενα των νεκρών. Η χρήση του τάφου τοποθετείται στην περίοδο από τα τέλη του 3ου π.Χ. αι. μέ- χρι και το 1000 π.Χ., για 100-120 χρόνια, για 3-4 δηλ. γενιές, επιβεβαιώνοντας έτσι τις φιλολογικές μαρτυρίες ότι η ευρύτερη περιοχή αυτή της Μουργκάνας και της Θεσπρωτίας συνέχισε να κατοικείται και μετά την καταστρο- φή της Ηπείρου από τους Ρωμαίους το 167 π.Χ.

Τα πλούσια ευρήματά του εκτίθενται σε περίοπτη θέση στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κέρκυρας. Ευχόμαστε να παλιννοστήσουν σύντομα – μαζί με τόσες άλλες θεσπρωτικές αρχαιότητες- από τα μουσεία των Ιωαννίνων και της Κερκύρας στο αρχαιολογικό μουσείο Ηγουμενίτσας- κι ας είναι λειψό, άκομψο και ανεπαρκές, για τη φιλοξενία των τόσων θησαυρών της θεσπρωτίδος γης.


Στημένη πίσω απ’ το τζάμι,

          τον ουρανό κοιτάζω

        και ταξιδεύει η σκέψη 

           στα σύννεφα επάνω!

         Βροχή με προσγειώνει,

      χοντρές σταγόνες πέφτουν

           με δύναμη στο τζάμι,

      μοιάζουν σαν να χορεύουν!

            Τσικ-τσακ, τσικ-τσακ.

            Κυλούν μικρά ρυάκια,

          σαν δάκρυα εξ ουρανού,

        θρηνούν για την κατάντια

        του κόσμου του «στραβού».

           Παρακαλώ βροχούλα,

              μη μας εκδικηθείς,

                ρίξε σιγά νεράκι,

            καλή μου, να χαρείς!

             Το χώμα να ποτίσει,

            η γη μας να καρπίσει,

           ο κόσμος να χορτάσει,

              γιατί έχει πεινάσει!

              Μα όσους πολεμούν

            κι ανθρώπους αδικούν,

            σκληρά τιμώρησε τους

           κι όλους αφόπλισε τους!

          Και τ’ ουρανού τα δάκρυα,

           σαν βάλσαμο ας τρέξουν,

         να κλείσουν όλες οι πληγές 

           και οι καλοί ν’ αντέξουν!

             Να ζήσουν με αγάπη,

         με γέλιο κι όχι με δάκρυ,

             να ανασάνει η γη μας.

          Και οι κακοί; Στην άκρη!!!

                     6 – 10 -2025

            Ελένη Κύρκου-Σαφάκα

Ετικετοσύννεφο