η παρακατω απ τη Σαγιάδα, φωτο της Ελένης Γρηγορίου

κι επόμενη απ το Ριζό, φωτο του Γιάννη Βέλλη

κι επόμενη αποψη των Φιλιατών φωτο Γιώργος Ανδρέου

η παρακατω απ τη Σαγιάδα, φωτο της Ελένης Γρηγορίου

κι επόμενη απ το Ριζό, φωτο του Γιάννη Βέλλη

κι επόμενη αποψη των Φιλιατών φωτο Γιώργος Ανδρέου

Δημήτρη ΖώηΗ Θεσπρωτία είναι σήμερα μία από τις φτωχότερες Περιφέρειες της Ε.Ε. και υπήρξε πάντα Νομός αποστολής μεταναστών κι εργατικού δυναμικού σε διάφορες χώρες.
Ο ευρύτερος Δήμος Φιλιατών, ο φτωχότερος Δήμος της φτωχότερης Περιφέρειας της Ελλάδας , γνώρισε από αρχές του 20ου αιώνα τον «ξενιτεμό» . Πολλοί ήταν οι Συντοπίτες μου/μας από τα χωριά της Μουργκάνας του σημερινού Δήμου Φιλιατών, που πήγαιναν στην Αμερική . Στη συνέχεια έφευγαν πολλοί Συντοπίτες ως Μετανάστες «ορισμένου ή απεριόριστου χρόνου» και σε πολλές άλλες χώρες όπως στην Αυστραλία, στον Καναδά και σε διάφορες χώρες της Αφρικής .
Τη δεκαετία του ’60 ήρθε ο «μεγάλος ξενιτεμός». Πάρα πολλοί συντοπίτες μας που βρίσκονταν στην πιο παραγωγική ηλικία, μετά την ελληνογερμανική συμφωνία (31.03.1960) «περί απασχολήσεως Ελλήνων εργατών στη Γερμανία», έφευγαν για τη Γερμανία .
Τη δεκαετία του ΄70 ακολούθησαν οι εναπομείναντες τότε Νέοι των χωριών του ακριτικού Δήμου Φιλιατών, το δρόμο προς την αναπτυσσόμενη Αθήνα.
Ο «ξενιτεμός» όμως, των τότε Νέων συντοπιτών μας, τα τελευταία 50-60 χρόνια προς τη Γερμανία, το Βέλγιο ή σε άλλες χώρες, αλλά και προς το εσωτερικό της Ελλάδας, κυρίως στην Αθήνα, άφησε στα χωριά του σημερινού Δήμου Φιλιατών τα σημάδια του. Εντυπωσιακά σπίτια και … «λιγοστούς» κατοίκους!…
Αυτή η ζοφερή κατάσταση προβλέπω, δυστυχώς, να επιδεινωθεί τα επόμενα χρόνια, κυρίως λόγω της υπεργήρανσης των κατοίκων του Δήμου Φιλιατών και της περαιτέρω Μετανάστευσης. Όλα αυτά θα φέρουν με …μαθηματική ακρίβεια μία «ταχεία πληθυσμιακή συρρίκνωση» και μια ανησυχητική ερημοποίηση των χωριών του ευρύτερου Δήμου Φιλιατών!…
Αξιοσημείωτη είναι σήμερα, λόγω της ζοφερής κατάστασης που βιώνουμε στην Ελλάδα, μια νέα μετανάστευση των συντοπιτών μας. Με χαρακτηριστικά τα προβλήματα απασχόλησης και την απόγνωση πολλών που βρίσκονται στην πιο παραγωγική ηλικία. Αυτή η νέα μετανάστευση οδηγεί πολλούς, όπως και τους γονείς ή παππούδες μας, στη … Γερμανία. Εκεί όμως, η έλλειψη σωστής προετοιμασίας και οι απατηλές προσδοκίες των Νεομεταναστών ανειδίκευτων Συντοπιτών μας, δημιουργεί δυσάρεστες εκπλήξεις.
Συνειδητοποιούν γρήγορα πως η Γερμανία ζητά μόνο εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό !…
Οι λόγοι που οδηγούν τους Συντοπίτες μας στη «φυγή» είναι γνωστοί. Κι έχει εντοπισθεί η «ανημποριά μας» να δείξουμε πολιτικές που ίσως μπορέσουν να αναστρέψουν τη ζοφερή κατάσταση του Τόπου μας. Ευθύνες που μπορούν να αναζητηθούν και στην πολιτική φτώχεια που μπορεί να δει κανείς στα …Γιάννενα, μα κυρίως στην Αθήνα!…
Είναι λυπηρό που στον ακριτικό Δήμο Φιλιατών, που είναι ο φτωχότερος Δήμος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η πλειοψηφία των «Φιλιαταίων» έχει πάρει λόγω της μεγάλης φτώχειας κι απόγνωσης που επικρατούσε και επικρατεί, τους «4 δρόμους του ορίζοντα».
Είναι λυπηρό που το πολιτικό προσωπικό του Τόπου μας συμπεριλαμβάνεται κι αυτό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δέχεται παθητικά αυτή τη ζοφερή κατάσταση.
Είναι λυπηρό που αποτύχαμε να δημιουργηθούν οι απαιτούμενες «γέφυρες επικοινωνίας» με τους απανταχού Φιλιαταίους, τους απανταχού Θεσπρωτούς ή Ηπειρώτες !…
Εύχομαι μέσα από την Ομάδα «ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΦΙΛΙΑΤΑΙΟΙ» να δούμε από κοινού, με μεγάλη σοβαρότητα, πως θα γεφυρωθούν οι σχέσεις επικοινωνίας μεταξύ των «Απανταχού Φιλιαταίων», με τον ακριτικό Δήμο Φιλιατών και τον Τόπο μας , τη Θεσπρωτία.
Παράλληλα ελπίζω η Ομάδα ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΦΙΛΙΑΤΑΙΟΙ, να γίνει ένας χώρος «διαβούλευσης και κοινού προβληματισμού» και να λειτουργήσει υποστηρικτικά στις προσπάθειες ΟΛΩΝ που επιδιώκουν να σταθεί ο ευρύτερος Δήμος Φιλιατών «όρθιος» !…

«Δεν είναι εποχή για τρέλες, η πραγματικότητα πληγώνει κι επιτίθεται, δαγκώνει, πεινασμένη για αλήθειες/ είναι στιγμές, τόσες στιγμές, που ξένη δείχνει, μα καθισμένη διατάσσει, εκτελεί/ δεν πεθαίνει, όσο κι αν της πετάμε δύο όνειρα, κάποια σημάδια ευτυχίας/ αλλοπρόσαλλη ώρα, μετράει λεπτά και εξαργυρώνεται/ μόδα ο Ιούδας στα υψηλά σαλόνια, παρέα με ένα Ηρώδη ή ένα βασίλειο/ να σκοτώνει, το νέο, κρατώντας την εξουσία και το καταχείμωνο, σε παράλληλους δρόμους/ φάτνες και πεζοδρόμια γεμίσανε αστέγους, παιδιά πεινάνε, διψώντας για λίγο ουρανό και πολλή αγάπη.» Γιάννης Βέλλης
«Όσο κυνηγάς τις σκέψεις σου, εκείνη καίει το τελευταίο της τσιγάρο, αδιέξοδο.» Γιάννης Βέλλης
«Ιδιοκτησία μας, μια καρδιά ταλαιπωρημένη, λίγα όνειρα, παρατημένα χρόνια τώρα/ ασήκωτες αναμνήσεις, καλά κρυμμένες, αντιδράσεις, όσες τα χαράγματα/ μόνη μας ελπίδα ένα σοβαρό ατύχημα, που θα το ερωτευτούμε, μέχρι να μας τελειώσει.» Γιάννης Βέλλης
«Τι να πω στην Άννα, κάθονταν, περίμενε/ είχε παγιδευτεί στις συγγνώμες και τις ενοχές/ πέτρες πετούσε, όσο αγνάντευε το πέλαγος/ ταραγμένη γελούσε, έκλαιγε, σαν άνεμος η αιτία/ παρακμή των ρόλων σε μια αγάπη, επιπολαιότητα/ θυσία, θύτης και θύμα μια αγκαλιά, αδιέξοδο/ Τι να πω στην Άννα, κάθονταν, περίμενε.» Γιάννης Βέλλης
Το παζάρι της Πέμπτης

Η λαϊκή αγορά, «παζάρι της Πέφτης» το έλεγαν τότε, παρέμενε ένα σημαντικό κομμάτι της φιλιατιώτικης αγοράς και όχι μόνο. Στα χωριά της σκάλας κυκλοφορούσε το παρακάτω: «Το ‘χεις για το παζάρι την Πέφτη στο Φιλιάτι η όχι;- όχι, εγώ δεν το ‘χω, αλλά το ‘χει η νύφη…». Το παζάρι, πέρα από τις οικονομικές δοσοληψίες, εξυπηρετούσε και κοινωνικές ανάγκες, νυφοπάζαρο και ευκαιρία ανταμώματος του κόσμου από τα χωριά αλλά και από την ξενιτιά.
Ο χώρος που γινόταν το παζάρι αυτά τα χρόνια ήταν στην πάνω πλατεία και στο δρόμο της. Από το απόγευμα της Τετάρτης ερχόταν ο Βαρότσης- μανάβης από την Κέρκυρα και άπλωνε τις πραμάτειες του. Δίπλα ο Βαγγέλη Τσάγκος έψενε στη φουφού το σπληνάντερο. Το ίδιο έκανε κι ο Μπένας, έξω από το μαγαζί του Κοτσιώνη, ενώ έξω από το μαγαζί του Κόλιο-Γούλα, ο Βασίλης Τσώτρας (Μπασιέκος).

Αχάραγα τις Πέφτες έφταναν τα καραβάνια με τα άλογα και τα γομάρια, φορτωμένα με τις πραμάτειες. Πρώτος και καλύτερος ο Αβραάμ από το Ράϊ, με το γαϊδουράκι του φορτωμένο μπάμιες. Έτρεχε ο Βαγγέλης Λούμπας να πάρει να δέσει και να φυλάξει τα μεταφορικά ζώα. Έτρεχαν άλλες τέσσερεις οικογένειες Λούμπα, να πάρουν ζώα για να τα φροντίσουν, πεταλώσουν κλπ. Άχαγε ο τόπος από τα ποδοβολητά των ζώων και από τους ήχους του αμονιού του Τσιάβου Κολωνιάρη και του Γκουβάτσιου- ετοίμαζαν τις κόσες και τα κασάρια, τις τσάπες και τις δικέλλες, για τον κόσμο. ¨Καίει και βράζει και τον μουστερή φωνάζει¨, διαλαλούσε ο γέρο Γκάνιας τα κοκορέτσια του κι αργότερα, στο ίδιο χώρο, στο ίδιο μοτίβο, ο Γρηγόρης Λάπας. Να κι ο Γιαννιώτης ο χοντρός με τους χαλβάδες στα σκαφίδια και το σκεπάρνι στο χέρι, για να τους κόβει – εκεί μπροστά στο εστιατόριο Δάλλα. Δίπλα του άνοιγε το κασελάκι ο χρυσοχόος απ’ την Παραμυθιά και παραδίπλα το δικό του ο πανέξυπνος ντουσκαλίτης πρόσφυγας- έμπορος μπιχλιμπιδιών. Κόσμος πολύς, μαγαζιά πολλά, δουλειές με φούντες, χρήμα και χαρά. Μέρα γιορτής- στο καφενείο του Τσίλη Βήτου λάλαγαν βιολιά ως αργά το απόγευμα. Κάποιες χρονιές ο δήμος διοργάνωνε και εμποροζωοπανήγυρη.

Υπάρχουν ειδήσεις που δεν εξαντλούνται στην επικαιρότητα. Που δεν αφορούν απλώς πρόσωπα, πολιτικές αποφάσεις ή δημόσιες αντιπαραθέσεις. Αφορούν τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται την ευθύνη της απέναντι στα παιδιά και τις οικογένειες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η δημόσια στήριξη δέκα γυναικείων οργανώσεων προς την Όλγα Κεφαλογιάννη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Όχι ως πολιτικό γεγονός, αλλά ως κοινωνικό μήνυμα με σαφή κατεύθυνση: ότι τα ζητήματα επιμέλειας και γονεϊκότητας δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται αποκομμένα από την πραγματικότητα των παιδιών και των γονέων τους.
Δέκα οργανώσεις, μία κοινή θέση
Οι οργανώσεις που παρενέβησαν δημόσια δεν λειτουργούν ως φορείς αντιπαράθεσης. Αντιθέτως, εκπροσωπούν χρόνια εμπειρίας, καθημερινής επαφής με γυναίκες και οικογένειες που βιώνουν τις συνέπειες αποφάσεων οι οποίες συχνά λαμβάνονται με γενικούς κανόνες, χωρίς εξατομικευμένη κρίση.
Το κοινό τους μήνυμα είναι ξεκάθαρο:
η συζήτηση γύρω από τη συνεπιμέλεια και τις ρυθμίσεις γονεϊκής μέριμνας δεν μπορεί να γίνεται με όρους αυτοματισμών, ούτε με λογικές «ίσης κατανομής χρόνου» που αγνοούν τις πραγματικές συνθήκες κάθε οικογένειας.
Το συμφέρον του παιδιού δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι ζήτημα ασφάλειας, συναισθηματικής σταθερότητας και καθημερινής φροντίδας.
Όταν το προσωπικό γίνεται πολιτικό, κάτι έχει πάει λάθος…
Το δίκιο που δεν είναι προσωπικό
Σε αυτό το σημείο, η στήριξη προς την ΜΗΤΕΡΑ Όλγα Κεφαλογιάννη ξεπερνά το πρόσωπο. Ξεπερνά οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα. Το δίκιο της δεν είναι ατομικό. Είναι συλλογικό. Είναι το δίκιο κάθε μάνας που γνωρίζει το παιδί της, που αντιλαμβάνεται τις ανάγκες του όχι μέσα από νομικά σχήματα, αλλά μέσα από τη ζωντανή καθημερινότητα.
Γιατί τα παιδιά δεν είναι ρύθμιση νόμου.
Δεν είναι άρθρα και παράγραφοι.
Δεν είναι ισοζύγιο χρόνου.
Είναι άνθρωποι σε διαμόρφωση. Και κάθε απόφαση που τα αφορά πρέπει να ξεκινά από αυτή την απλή αλλά συχνά ξεχασμένη αλήθεια.
Όταν το ιερό γίνεται εργαλείο, η κοινωνία οφείλει να μιλήσει
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη πλευρά αυτής της υπόθεσης που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Η αμήχανη, σχεδόν βιαστική προσπάθεια ορισμένων να προσδώσουν πολιτικό χρώμα σε κάτι βαθιά προσωπικό. Να μετατρέψουν μια σχέση ιερή — αυτή της μάνας με τα παιδιά της — σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Εδώ δεν υπάρχει πολιτική.
Υπάρχει μόνο ανθρώπινη ευθύνη.
Και όποιος επιμένει να θολώνει τα όρια, να συγχέει τον θεσμικό ρόλο με τη μητρότητα, να «διαβάζει» ιδεολογικά μια οικογενειακή πραγματικότητα, δεν υπερασπίζεται αρχές. Αποφεύγει τις πραγματικές ερωτήσεις.
Πώς γίνεται να δίνεται τόσο έδαφος στην απουσία;
Πώς γίνεται να προσφέρεται δημόσιο βήμα — άμεσα ή έμμεσα — σε έναν πατέρα που αντί να προστατεύει, εκθέτει;
Που αντί να σιωπά για χάρη των παιδιών του, επιλέγει τη σύγκρουση;
Που αντί να σταθεί με ευθύνη, διεκδικεί με όρους δύναμης;
Αυτά δεν είναι πολιτικά ερωτήματα.
Είναι ηθικά.
Και εδώ γεννιέται το πραγματικό ερώτημα:
ποιον τελικά υπηρετεί αυτή η επιμονή στην εξίσωση των ανόμοιων;
Τα παιδιά ή την ανάγκη κάποιων να «κρατήσουν ισορροπίες» εκεί που δεν υπάρχουν;
Η ουδετερότητα δεν είναι πάντα αρετή
Σε ζητήματα που αφορούν παιδιά, η δήθεν ουδετερότητα μετατρέπεται εύκολα σε συνενοχή. Όταν όλα παρουσιάζονται ως «δύο πλευρές», χάνεται το ουσιώδες: ποιος προστατεύει και ποιος εκθέτει. Ποιος σιωπά για χάρη των παιδιών και ποιος μιλά εις βάρος τους.
Δεν είναι όλα ίσα.
Δεν είναι όλες οι στάσεις ισοδύναμες.
Και η κοινωνία δεν μπορεί να κάνει πως δεν βλέπει.
Να μπουν τα πράγματα στη θέση τους
Η μητρότητα δεν είναι πολιτική ταυτότητα.
Η προστασία των παιδιών δεν είναι ιδεολογική θέση.
Και η ευθύνη ενός γονέα δεν κρίνεται από το πόσο θόρυβο μπορεί να προκαλέσει.
Όσοι έσπευσαν να μετατρέψουν μια ανθρώπινη υπόθεση σε πολιτικό αφήγημα οφείλουν, έστω και τώρα, να σταθούν μπροστά στις ευθύνες τους. Να αναγνωρίσουν ότι εδώ δεν χωρούν στρατόπεδα, παρά μόνο συνείδηση.
Γιατί όταν η σχέση μάνας και παιδιών γίνεται πεδίο σκοπιμότητας, τότε δεν αποτυγχάνει ένα πρόσωπο.
Αποτυγχάνει ο δημόσιος λόγος.
Η συνεπιμέλεια δεν είναι μαθηματική εξίσωση
Οι γυναικείες οργανώσεις τονίζουν ότι η συνεπιμέλεια, ως έννοια, δεν είναι από μόνη της ούτε καλή ούτε κακή. Γίνεται όμως προβληματική όταν εφαρμόζεται χωρίς να λαμβάνει υπόψη πραγματικούς κινδύνους, ανισορροπίες ή ιστορικό βίας, ελέγχου ή κακοποιητικών συμπεριφορών.
Ο νόμος οφείλει να προστατεύει.
Όχι να εξισώνει καταστάσεις που δεν είναι ίδιες.
Και κυρίως, να μην μετατρέπει τα παιδιά σε αντικείμενα ρύθμισης, αλλά σε υποκείμενα προστασίας.
Όταν ο νόμος πρέπει να σκύβει μπροστά στη ζωή
Το κεντρικό αίτημα που αναδεικνύεται από τη συλλογική αυτή παρέμβαση είναι σαφές:
ο νόμος πρέπει να υπηρετεί την ανθρώπινη πραγματικότητα, όχι να την απλοποιεί επικίνδυνα.
Η γονεϊκότητα δεν είναι διοικητική διαδικασία. Δεν χωρά σε φόρμες. Δεν λύνεται με συμμετρίες. Είναι σχέση, ευθύνη και παρουσία. Και εκεί ακριβώς χρειάζεται κρίση, ευαισθησία και κοινωνική ωριμότητα.
Το πραγματικό καλό νέο της ημέρας
Σε μια περίοδο όπου ο δημόσιος λόγος συχνά γίνεται επιθετικός και επιφανειακός, η στάση των γυναικείων οργανώσεων λειτουργεί ως αντίβαρο. Υπενθυμίζει ότι υπάρχει ακόμα χώρος για σοβαρή, ψύχραιμη και ουσιαστική κοινωνική παρέμβαση.
Ότι υπάρχουν φωνές που δεν ζητούν αντιπαράθεση, αλλά κατανόηση.
Όχι ιδεολογική επιβολή, αλλά προστασία των πιο ευάλωτων.
Και ίσως αυτό να είναι το ουσιαστικό μήνυμα:
ότι το δίκιο μιας γυναίκας δεν είναι ποτέ μόνο δικό της όταν αφορά το παιδί της.
Είναι δίκιο κοινωνικό. Είναι δίκιο ανθρώπινο.
Και πάνω απ’ όλα, είναι υπενθύμιση πως τα παιδιά δεν είναι νόμος.
Είναι ζωή.
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Προτάσεις Αλεξ, Καχριμάνηγια τη βιοασφάλεια της κτηνοτροφίας στη σύσκεψη Πρωθυπουργού- Περιφερειαρχών για την ευλογιά τωναιγοπροβάτων
Σύσκεψη με αντικείμενο την ευλογιά των αιγοπροβάτων και την εφαρμογή των μέτρων βιοασφάλειας για την αντιμετώπιση της ζωονόσου, πραγματοποιήθηκε σήμερα στο Μέγαρο Μαξίμου με την προεδρία του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη.
Στη σύσκεψη συμμετείχαν ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης κ. Κ. Χατζηδάκης, η ηγεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ο Πρόεδρος της Εθνικής Επιστημονικής Επιτροπής Διαχείρισης και Ελέγχου της Ευλογιάς κ. Χαράλαμπος Μπιλλίνης, οι τέσσερις Περιφερειάρχες, στις Περιφέρειες των οποίων έχουν εντοπιστεί προβλήματα με τη ζωονόσο και ο Περιφερειάρχης Ηπείρου κ. Αλέξανδρος Καχριμάνης, ο οποίος κλήθηκε να ενημερώσει σχετικά με τα μέτρα βιοασφάλειας που έχουν ληφθεί στην Ήπειρο, αποτρέποντας μέχρι τώρα τη μετάδοση της νόσου.
Ο Περιφερειάρχης κ. Αλέξανδρος Καχριμάνης στην τοποθέτησή του, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στους ελέγχους και τις απολυμάνσεις των οχημάτων που πραγματοποιεί καθημερινά η Περιφέρεια στην βασική είσοδο- έξοδο της Ηπείρου στα διόδια Μαλακασίου, στις απολυμάνσεις των οχημάτων από τις γαλακτοκομικές επιχειρήσεις και στις ενημερώσεις που έγιναν από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες στους κτηνοτρόφους για την απολύμανση των εγκαταστάσεών τους.
Επεσήμανε ωστόσο, ότι υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι από τις δομικές αδυναμίες που εντοπίζονται και αφορούν την καθυστέρηση του εντοπισμού της επαφών, τις παράνομες ή αδήλωτες μετακινήσεις που υπονομεύουν κάθε προσπάθεια ελέγχου.
Ηλεκτρονική ταυτότητα ζώων
Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω ο Περιφερειάρχης πρότεινε την εφαρμογή ψηφιακού συστήματος ιχνηλάτησης μέσω ηλεκτρονικής ταυτότητας των ζώων, την ψηφιακή δήλωση κάθε μετακίνησης, τον αυτόματο έλεγχο των ζωνών προστασίας και επιτήρησης, τη σάρωση και τον έλεγχο κατά τη μεταφορά των ζώων και τη διασύνδεση με σφαγεία και αγορές.
Με το σύστημα αυτό, εξήγησε, θα είναι δυνατός σε πραγματικό χρόνο ο έλεγχος της νομιμότητας των μετακινήσεων και ο άμεσος εντοπισμός επαφών σε περίπτωση κρούσματος και συνέχεια η στοχευμένη εφαρμογή των μέτρων, που θα αποτρέψουν οριζόντιες και άδικες απαγορεύσεις.
Ο Περιφερειάρχης κ. Αλέξανδρος Καχριμάνης, επεσήμανε επίσης ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν αξιοποιηθεί με επάρκεια οι παρεμβάσεις του Στρατηγικού Σχεδίου της ΚΑΠ για την ένταξη μέτρων βιοασφάλειας στις επιδοτούμενες δράσεις της αιγοπροβατοτροφίας και πρότεινε όπως κάθε εκμετάλλευση να εφαρμόζει εγκεκριμένο πρωτόκολλο βιοασφάλειας. Τέλος αναφέρθηκε και στην αναγκαιότητα δημιουργίας συστήματος πιστοποίησης εκμεταλλεύσεων, το οποίο θα συνδέεται με οικονομικά κίνητρα και ενισχύσεις.
ΗΝέα Δημοκρατία ενισχύει το προβάδισμά της στην εκτίμηση ψήφου (32,3%), έχοντας διαφορά 17 μονάδων από το δεύτερο ΠΑΣΟΚ (15,2%) στη δημοσκόπηση της Interview για λογαριασμό του politic.gr.
Παράλληλα, 70% απαντά ότι θεωρεί «λίγο ή καθόλου έτοιμη» τη Μ. Καρυστιανού για πολιτική, ενώ ένας στους δύο χαρακτηρίζει «αδιάφορο» το rebranding Τσίπρα.
Με 26,9% παραμένει πρώτη η Νέα Δημοκρατία στην πρόθεση ψήφου, ανοίγοντας τη χρονιά με ενίσχυση ποσοστών αλλά χωρίς ανατροπή της γενικής εικόνας. Οι αναποφάσιστοι παραμένουν σε υψηλά επίπεδα (16,7%), ενώ το ΠΑΣΟΚ διατηρεί τη δεύτερη θέση ενισχύοντας το ποσοστό του στο 12,7%.
Στην τρίτη θέση είναι η Πλεύση Ελευθερίας με 6,3%, ενώ ακολουθούν η Ελληνική Λύση με 5,4% και το ΚΚΕ με 5,0%. Το ΜέΡΑ25 συγκεντρώνει 3,5%, η Φωνή Λογικής 3,4% και ο ΣΥΡΙΖΑ 3,0%. Ακολουθούν το Κίνημα Δημοκρατίας με 2,7%, η ΝΙΚΗ με 2,0%, η Νέα Αριστερά με 1% ενώ το «άλλο κόμμα» φτάνει το 11,4%, ποσοστό ενδεικτικό της απομάκρυνσης από τις υπάρχουσες πολιτικές επιλογές.

Εκτίμηση ψήφου

Όσον αφορά στην εμπιστοσύνη για τη διακυβέρνηση της χώρας, πρώτος καταγράφεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης με 31,7%, με την επιλογή «κανέναν» να ακολουθεί πολύ κοντά στο 31,2%. Ο Νίκος Ανδρουλάκης συγκεντρώνει 9,7%, ενώ ακολουθούν η Ζωή Κωνσταντοπούλου με 6,6% και ο Κυριάκος Βελόπουλος με 5,1%. Σε χαμηλότερα ποσοστά κινούνται ο Στέφανος Κασσελάκης με 3,7%, ο Δημήτρης Κουτσούμπας με 3,1%, ο Σωκράτης Φάμελλος με 2%.

Στην ερώτηση για το κατά πόσο η Μαρία Καρυστιανού θεωρείται έτοιμη να εισέλθει ενεργά στην πολιτική, η πλειοψηφία των ερωτώμενων εμφανίζεται επιφυλακτική. Το 70% απαντά ότι τη θεωρεί «λίγο ή καθόλου έτοιμη», ενώ το 27% την κρίνει «πολύ ή αρκετά έτοιμη». Ένα μικρό ποσοστό (3%) δηλώνει ότι δεν γνωρίζει ή δεν απαντά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι δύο επόμενες ερωτήσεις, οι οποίες τέθηκαν χρονικά μετά τη συνέντευξη της Μαρίας Καρυστιανού, η οποία προκάλεσε έντονη δημόσια συζήτηση. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, η πρόσφατη παρουσία της Μ. Καρυστιανού φαίνεται ότι επηρέασε κυρίως τον τρόπο με τον οποίο την αντιλαμβάνονται οι πολίτες, οδηγώντας σε διαφορετικές εκτιμήσεις για την εικόνα της, χωρίς ωστόσο να καταγράφεται αντίστοιχη επίδραση στη δυνητική ψήφο.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, το rebranding του Αλέξη Τσίπρα δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να δημιουργεί ισχυρό αποτύπωμα στο εκλογικό σώμα. Σχεδόν οι μισοί ερωτώμενοι (49%) δηλώνουν ότι το αξιολογούν ως αδιάφορο, ενώ ένα επιπλέον 35% εκτιμά ότι εξελίσσεται χειρότερα από ό,τι είχε σχεδιαστεί, με μόλις το 14% να θεωρεί ότι «πάει καλά».
Η εικόνα αυτή αντανακλάται και στη δυνητική ψήφο, καθώς στο δεύτερο κύμα της έρευνας το 74,5% δηλώνει ότι δεν είναι καθόλου πιθανό να αλλάξει την επιλογή του υπέρ ενός κόμματος Τσίπρα. Αντίθετα, μόνο το 9,9% εμφανίζεται πολύ πιθανό να μετακινηθεί εκλογικά υπέρ ενός κόμματος Τσίπρα. Συνολικά, το 24,5% των ερωτώμενων δηλώνει ότι είναι λίγο, αρκετά ή πολύ πιθανό να αλλάξει την επιλογή του υπέρ ενός κόμματος Τσίπρα.

Η άποψη ότι οι Έλληνες φιλόσοφοι απαξίωσαν την ελληνική «ειδωλολατρία» δεν είναι απλώς εσφαλμένη, είναι ιστορικά ανακριβής και αποκαλύπτει άγνοια ή έλλειμα κατανόησης των ίδιων των αρχαίων ελληνικών πραγμάτων. Πρόκειται όμως μάλλον για εσκεμμένη χριστιανική διαστροφή της πραγματικότητας, που επιχειρεί να παρουσιάσει ορισμένους Έλληνες φιλοσόφους ως δήθεν «προδρόμους» του χριστιανισμού και ως πολέμιους της ελληνικής (αρχαίας) λαϊκής θρησκείας για να εξυπηρετηθεί το χριστιανικό αφήγημα.
Αν αυτή η εικόνα ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, τότε οι «Πατέρες της Εκκλησίας» θα είχαν βρει στους Έλληνες φιλοσόφους φυσικούς συμμάχους. Θα τους είχαν αγιοποιήσει. Όμως συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ακόμη και τον Πλάτωνα παρά την αυστηρή του κριτική στη μυθολογική αφήγηση οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς του «ορθόδοξου» δόγματος τον πολέμησαν, τον «αφόρισαν» και τον καθύβρισαν. Ο Πλάτων δεν πολέμησε την ελληνική θρησκεία, θεωρούσε μάλιστα απαραίτητη την μύηση στα Ελευσίνια Μυστήρια.
Καμία μεγάλη ελληνική φιλοσοφική σχολή και φιλοσοφικό ρεύμα δεν αρνήθηκε το ελληνικό πάνθεο μέχρι την απαγόρευση της λειτουργίας τους από τον χριστιανισμό. Αντίθετα, όλες προσπάθησαν να το εντάξουν και να το ερμηνεύσουν μέσα στην εκάστοτε φιλοσοφική τους κοσμοθεωρία. Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, οι Στωικοί, ακόμη και οι Επικούρειοι, δεν μίλησαν ποτέ για κατάργηση ή απαξίωση των θεών, αλλά για φιλοσοφική κατανόηση του θείου πέρα από την εκλαϊκευμένη παράσταση των θρησκευτικών μορφών με την ανθρωπομορφική τους διάσταση μέσω της μυθοπλασίας που καλλιεργήθηκε κυρίως δια της επικής ποίησης (π.χ. Όμηρος). Η φιλοσοφία δεν ερχόταν να καταστρέψει την λαϊκή θρησκεία των Ελλήνων, αλλά αντίθετα να την εμβαθύνει.
Αν οι φιλοσοφικές σχολές είχαν οποιαδήποτε σύμπνοια με τον χριστιανισμό, δεν θα είχαν απαγορευτεί και δεν θα τις είχαν κλείσει οι χριστιανοί. Αυτό από μόνο του αρκεί για να καταρρίψει τον μύθο της ιδεολογικής «συνέχειας», της «ταύτισης» ή «συμμαχίας» ορισμένων φιλοσόφων με τον χριστιανισμό κατά της ελληνικής «ειδωλολατρίας». Αλλά δεν είναι μόνον αυτό.
Η στάση της ελληνική φιλοσοφίας συνδέεται άρρηκτα με ένα θεμελιώδες γνώρισμα του ελληνικού κόσμου: την απουσία δόγματος. Οι Έλληνες δεν υπήρξαν δογματικοί. Ούτε η αρχαία λαϊκή θρησκεία συγκροτήθηκε ποτέ γύρω από δόγματα, αλλά από ανεξάρτητες κατά τόπους λατρείες. Δεν υπήρξε ποτέ κάποιο «ιερό βιβλίο» με δόγματα και «εξ αποκαλύψεως» αλήθεια. Ούτε η φιλοσοφική προσέγγιση του εκάστοτε στοχαστή μπορεί να θεωρηθεί δογματική με την θρησκευτική έννοια. Η ελληνική θρησκευτικότητα δεν σκόπευε στην δημιουργία «ορθοδοξίας», αλλά στην λαϊκή συμμετοχή· δεν απαιτούσε ομολογία πίστεως, αλλά τήρηση εθίμων, τελετών και μέτρου. Η διαφορετική ερμηνεία δεν ήταν απειλή, ήταν αναμενόμενη.
Ο φιλόσοφος, επομένως, δεν εμφανίζεται ως «αιρετικός» ούτε ως μεταρρυθμιστής. Δεν προτείνει μια μοναδική, δεσμευτική αλήθεια, αλλά μια ερμηνευτική προσέγγιση. Η διαφωνία δεν οδηγεί σε αποκλεισμό· είναι οργανικό στοιχείο της πνευματικής ζωής. Η αλήθεια δεν «περιφράσσεται», αλλά αναζητείται.
Αντίθετα, ο χριστιανισμός συγκροτήθηκε εξαρχής ως θρησκεία δόγματος. Το αφήγημά του περιχαρακώθηκε μέσα σε ένα αυστηρό θεολογικό πλαίσιο, με σαφή όρια μεταξύ «ορθοδοξίας» και «αίρεσης». Η αλήθεια δεν προσφέρεται προς αναζήτηση, αλλά προς αποδοχή. Η πίστη δεν είναι συμμετοχή σε κοινό βίο και πολιτισμό, αλλά προϋπόθεση «σωτηρίας». Εκεί όπου ο ελληνικός κόσμος ανεχόταν και ενσωμάτωνε την πολυφωνία, ο χριστιανισμός την αντιλαμβάνεται ως κίνδυνο.
Η περιφρούρηση αυτή παρουσιάστηκε ως εγγύηση αλήθειας και αδιαβλητότητας. Στην πράξη όμως, το δόγμα δεν θωράκισε το αφήγημα· το ακινητοποίησε, το πάγωσε. Εκεί όπου η ελληνική σκέψη άφηνε χώρο στην ερμηνεία, την κριτική και την παρρησία, η χριστιανική θεολογία έστησε σύνορα. Και τα σύνορα -μέσα στην αυστηρότητά τους- δεν παράγουν αλήθεια, απλώς αποκλείουν την αμφισβήτηση.
Χαρακτηριστική είναι η ελληνική αντίληψη για το θείο όπως εκφράζεται ήδη στην τραγική ποίηση. Ο Αισχύλος γράφει:
«Ζεύς ἐστιν αἰθήρ, Ζεὺς δὲ γῆ, Ζεὺς δ᾽ οὐρανός, Ζεύς τοι τὰ πάντα χὤτι τῶνδ᾽ ὑπέρτερον».
Ο λόγος αυτός δεν καταργεί τον θεό ούτε τον απομυθοποιεί με τη νεωτερική έννοια· τον καθολικεύει. Δεν επιβάλλει δόγμα, αλλά ανοίγει ορίζοντα νοήματος.
Γι’ αυτό και η προσπάθεια να παρουσιαστούν οι Έλληνες φιλόσοφοι ως πολέμιοι της ελληνικής θρησκείας ή ως πρόδρομοι της χριστιανικής θεολογίας δεν είναι απλώς ιστορικά εσφαλμένη. Είναι εννοιολογικά αδύνατη. Η ελληνική σκέψη και η χριστιανική δογματική δεν συγκρούστηκαν επειδή έλεγαν τα ίδια με διαφορετικά λόγια, αλλά επειδή αντιπροσώπευαν δύο ασύμβατους τρόπους πρόσληψης της αλήθειας: τον ερευνητικό και τον δογματικό.
Η ελληνική αντίληψη για το θείο δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη ούτε δεσμευτική. Εκφράστηκε ποιητικά, φιλοσοφικά, φυσιοκρατικά και συμβολικά, χωρίς να απαιτεί ομοφωνία. Μερικά ενδεικτικά παραδείγματα αρκούν για να καταδείξουν το εύρος αυτό.
Ο Ηράκλειτος που απορρίπτει ρητά την θεωρία της δημιουργίας από κάποιον θεό (κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν ἁπάντων, οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν), δεν απορρίπτει τους θεούς· τους εντάσσει σε μια κοσμική λογική ενότητας και μεταβολής. Ο «Λόγος» δεν είναι «αντίπαλος» του θείου, αλλά η βαθύτερη δομή του κόσμου. Αναφέρει: «εἶναι γὰρ ἓν τὸ σοφόν, ἐπίστασθαι γνώμην, ὁτέη ἐκυβέρνησε πάντα διὰ πάντων», δηλαδή υπάρχει μία σοφία, η γνώση της αρχής (γνώμης/νόμου) με την οποία κυβερνώνται τα πάντα μέσω των πάντων. Αυτό δεν ταυτίζεται με προσωπικό θεό, με μυθολογικά πρόσωπα ούτε με μυθολογική αφήγηση. Το «σοφόν» δεν μιλά, δεν αποκαλύπτεται, δεν απαιτεί πίστη. Το θείο δεν περιορίζεται σε πρόσωπα και αφηγήσεις· είναι η ίδια η ενιαία τάξη του γίγνεσθαι. Είναι το κοσμικό, ρυθμιστικό και ενιαίο στοιχείο του κόσμου. Ο Ηράκλειτος αποπροσωποποιεί το θείο χωρίς να το αρνείται. Το μεταφέρει από το μύθο στον λόγο, από την αφήγηση στο γίγνεσθαι.
Ο Σωκράτης συχνά θεωρείται «χριστιανικός πρόδρομος» λόγω της έμφασης που δίνει στην ηθική και την εσωτερική αρετή. Ωστόσο, δεν μίλησε ποτέ για κατάλυση του ελληνικού πάνθεου. Στις αναφορές του επικαλείται θεότητες όπως ο Πάνας και ο Ασκληπιός και σέβεται τις παραδοσιακές λατρείες. Δεν εισήγαγε στην πράξη κανένα «νέο δαιμόνιο»• η διάσημη έννοια του δαιμονίου για τον Σωκράτη δεν είναι θεότητα που αντικαθιστά τις υπάρχουσες. Αλλά και ο «δαίμων» στην ελληνική ορολογία δεν έχει την αρνητική έννοια που του απέδωσαν αργότερα. Το δαιμόνιο αυτό είναι η εσωτερική φωνή ή καθοδήγηση που συνδέεται με την ηθική αυτοσυνείδηση του χαρακτήρα του ανθρώπου. Η φιλοσοφία του Σωκράτη δεν συγκροτεί δόγμα ούτε διεκδικεί αποκλειστικότητα της αλήθειας, αλλά είναι μέθοδος ερμηνείας και αυτογνωσίας.
Ο Σωκράτης κρίθηκε πολιτικά επικίνδυνος για τον Δήμο σε μια πολιτικά ταραχώδη εποχή για την Αθήνα μετά τον ολέθριο Πελοποννησιακό Πόλεμο και την Τυραννία των Τριάκοντα. Δεν δικάστηκε για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Αυτή η παρανόηση γίνεται συχνά γιατί οι περισσότεροι σκέφτονται με σύγχρονους όρους (χριστιανικούς) και αδυνατούν να κατανοήσουν τόσο το ιστορικό πλαίσιο όσο τον τρόπο λειτουργίας των Ελλήνων, που ως συνήθως τον διαστρεβλώνουν κατά τα δικά τους μέτρα και σταθμά.
Οι κατηγορίες ἀσεβείας στον ελληνικό κόσμο δεν συνιστούν θρησκευτικό δογματισμό ούτε δίωξη ιδεών. Δεν αφορούσαν “λανθασμένη πίστη”, αλλά ζητήματα δημόσιας τάξης και πολιτικής συνοχής. Η φιλοσοφική ερμηνεία του θείου καθαυτή ουδέποτε ποινικοποιήθηκε· αντιθέτως, η πολυφωνία της αποτελούσε δομικό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού.
Ο Αριστοτέλης μιλά για το «πρῶτον κινοῦν ἀκίνητον», όχι ως αντικείμενο λατρείας, αλλά ως φιλοσοφική αρχή. Δεν καταργεί τους θεούς της πόλης ούτε τους αντικαθιστά· απλώς κινείται σε διαφορετικό επίπεδο λόγου. Το θείο στον Αριστοτέλη δεν απαιτεί πίστη, ούτε αποκαλύπτεται· νοείται. Και αυτό ακριβώς δείχνει την ελληνική διάκριση μεταξύ θρησκευτικής πράξης και φιλοσοφικής ερμηνείας.
Οι Στωικοί ταυτίζουν τον Δία με τον λόγο της φύσεως, με την ειμαρμένη, με το πυρ που διαπερνά τα πάντα. Ο θεός δεν είναι «εκτός κόσμου», αλλά ο ίδιος ο κόσμος σε λογική τάξη. Δεν υπάρχει εδώ αποκλειστική αλήθεια· υπάρχει κοσμική νομοτέλεια.
Ακόμη και οι Επικούρειοι, οι πιο συχνά παρεξηγημένοι, δεν αρνούνται την ύπαρξη των θεών. Αρνούνται την παρέμβασή τους και τον φόβο που εμπνέουν. Οι θεοί υπάρχουν ως μακάριες υπάρξεις, όχι ως δεσπότες της ανθρώπινης ζωής. Η θρησκευτική αγωνία αντικαθίσταται από φιλοσοφική γαλήνη, όχι από άρνηση του θείου.
Ο Ξενοφάνης είπε «εἷς θεὸς ἔν τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισι μέγιστος, οὔ τι δέμας θνητοῖσιν ὁμοίιος». Ο Ξενοφάνης επικρίνει με αυτήν την φράση τον ανθρωπομορφισμό, όχι τη θεότητα. Μεταφέρει τη θεότητα από τον κόσμο της λαϊκής λατρείας στον χώρο της φιλοσοφικής αναζήτησης και προβληματισμού. Ωστόσο δεν καθιερώνει κάποιο δόγμα· ανοίγει προβληματισμό. Δεν ζητά να καθιερωθεί μια νέα και μοναδική θεότητα· ζητά από τον άνθρωπο να σκεφτεί πέρα από την δεισιδαιμονία.
Αν και οι ελληνικές φιλοσοφικές σχολές και οι Έλληνες φιλόσοφοι είχαν αντιπαλότητες και συγκρούσεις, εντούτοις η φύση αυτών των συγκρούσεων είναι εντελώς διαφορετική από την σύγκρουση που υπάρχει στην μονοθεϊστική διεκδίκηση αποκλειστικότητας στην «εξ αποκαλύψεως» αλήθεια. Ήταν θεμιτές και γόνιμες επιστημονικές αντιπαραθέσεις. Η σύγκρουση γεννά νέες ιδέες.
Οι διαφωνίες δεν σκόπευαν να διαφυλάξουν κάποιο δόγμα. Οι Έλληνες φιλόσοφοι διαφωνούσαν συχνά. Ο Αριστοτέλης επέκρινε τον Πλάτωνα, ο Πλάτωνας τον Δημόκριτο, οι Στωικοί τον Επίκουρο, κ.ο.κ. Αυτές οι συγκρούσεις αφορούσαν γενικότερη φιλοσοφική στάση, ερμηνεία, μέθοδο και κοσμοθεωρία, όχι την «αλήθεια του θείου» ως αποκλειστικό προνόμιο. Κανείς δεν έκανε λόγο για «αίρεση» ή «καταδίκη», δεν υπήρχε δόγμα για να παραβιαστεί.
Η διαφωνία είναι συνταγματική και πολιτική στην ελληνική σκέψη. Οι φιλοσοφίες δεν ήταν αφηρημένες αλλά έδιναν πρακτικές λύσεις για την κοινωνική και πολιτική ζωή. Η φιλοσοφία στην Ελλάδα ήταν πεδίο ανοιχτής συζήτησης, δεν ήταν θεολογία με την στενή θρησκευτική έννοια, δεν ήταν κρατική ή εκκλησιαστική «ορθοδοξία». Αντιθέτως, ήταν κοσμική και πολιτική στάση. Η αντιπαλότητα δεν σήμαινε απαγόρευση, αποκλεισμό ή σωτηριολογική δέσμευση. Αντίθετα, θεωρούνταν φυσικό και θεμιτό να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, ακόμη και ακραίες.
Συγκρούσεις λειτουργούσαν ως ενίσχυση της σκέψης. Η αντιπαράθεση μεταξύ σχολών συνέβαλε στην πνευματική εξέλιξη. Η σύγκριση, η κριτική και η αντίθεση επέτρεπαν στους στοχαστές να διατυπώνουν σαφέστερα τη θέση τους, να ελέγχουν επιχειρήματα και να εμβαθύνουν την κατανόηση του κόσμου. Δεν επρόκειτο για μονοπώλιο της αλήθειας, αλλά για διερεύνηση πολλών διαστάσεων της πραγματικότητας. Η ιδεολογική αντιπαλότητα ακόμη και η οξεία αντιπαράθεση ήταν φυσικό και ανθρώπινο να υφίσταται.
Στον χριστιανισμό, η διαφωνία δεν ήταν εργαλείο πνευματικής βελτίωσης, αλλά αιτία αποκλεισμού και τιμωρίας. Η ύπαρξη δόγματος και «ορθοδοξίας» σήμαινε ότι η απόκλιση ήταν απειλή, όχι ευκαιρία για διάλογο. Η μονοδιάστατη αντίληψη του θείου υπαγόρευε μια απάντηση: είτε αποδέχεσαι, είτε είσαι αιρετικός. Αυτό είναι ριζικά διαφορετικό από τον ελληνικό τρόπο.
Όλες οι προσεγγίσεις του ελληνικού κόσμου συνυπήρξαν. Καμία δεν ανακήρυξε τις άλλες «αιρετικές». Καμία δεν διεκδίκησε αποκλειστικότητα σωτηρίας. Καμία δεν περιφράχθηκε ως τελική και αμετάβλητη αλήθεια. Ούτε «πολέμησαν» για να εξοντώσουν τις διάφορες μορφές λατρείας που κατά καιρούς προέκυψαν όπως έκανε ο χριστιανισμός που ήθελε να επιβάλει ένα θρησκευτικό μονοπώλιο.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ριζική διαφορά με τη χριστιανική θεολογία: εκεί όπου ο ελληνικός κόσμος ανέχθηκε πολλαπλές ερμηνείες του θείου, ο χριστιανισμός απαίτησε μία. Εκεί όπου οι Έλληνες στοχάστηκαν, ο χριστιανισμός δογμάτισε. Και εκεί όπου υπήρχε φιλοσοφική ευρύτητα, εγκαθιδρύθηκε θεολογική μονομέρεια.
Επομένως όχι μόνο η ελληνική φιλοσοφία δεν απαξίωσε την πατρώα ελληνική λαϊκή θρησκεία αλλά την εμπλούτισε και την αναβάθμισε. Άλλωστε η ελληνική θρησκεία δεν έμενε στάσιμη και μονολιθική, βρισκόταν σε διαρκή εξέλιξη και ήταν εξαιρετικά προσαρμοστική, παρέχοντας παράλληλα στους Έλληνες τους απαραίτητους αιώνιους συμβολισμούς μέσα από τους θεούς, τους ναούς και τις εορτές ως βασικά σημεία αναφοράς του ελληνικού πολιτισμού και της άμεσης σύνδεσης με τους προγόνους τους.
Σε αυτά ο χριστιανισμός έβαλε τέλος, και γι’ αυτό είναι αποδεδειγμένα μια θρησκεία ξένη και ουσιωδώς ασυμβίβαστη με τον ελληνικό πολιτισμό συνολικά. Αυτό το ασυμβίβαστο οδήγησε τους χριστιανούς στην καταστροφή του ελληνικού κόσμου και στην μετάλλαξη των Ελλήνων μέσω αυτής της αλλότριας ανθελληνικής θρησκείας.
©Ἀθηναΐϛ Ξούθου