
Μνήμες Φιλιαταίων
Μια συνήθεια να μιλώ με παλιούς φιλιαταίους για τον πόλεμο, την κατοχή και ότι άλλο και να τα σημειώνω, μου βγήκε χρήσιμη, με έμαθε πολλά και κάποιες από αυτές τις μνήμες τις παραθέτω παρακάτω:
ΓΙΩΡΗ ΜΙΓΚΟΣ: Όταν ξεκίναγαν το νοσοκομείο, προπολεμικά, στέλνει είδηση ο Πέτρο Μπέμπης από την Αθήνα στον Αθανασάκο: «εξασφάλισα 500 χιλιάδες από το Υπουργείο να ξεκινήσει το νοσοκομείο μας, βρείτε χώρο». Ο χώρος που επιλέχθηκε ήταν Βακούφικο του Ιερού Τεμένους (Τζαμιού) των Φιλιατών. Για να δοθεί έπρεπε να συμφωνήσει η μουσουλμανική κοινότητα των Φιλιατών. Εκπρόσωποι της τότε ήταν ο Μουφτής Ζεκυριγιάς, ο Μουσά Ντέμης και ο Σάκο Μπράχος- από τη Σπάταρη. Τους δυο πρώτους τους έπεισε εύκολα ο Αθανασάκος, ο Σάκκο Μπράχος του είπε ¨για να υπογράψω κι εγώ θα μου φυτέψεις 4 στρέμματα αμπέλι στη Σπάταρη, το οποίο θα φέρεις από την πατρίδα σου την Πελοπόννησο- θα φέρεις και καλούς αμπελουργούς να το φυτέψουν και να μας μάθουν την τέχνη. Το έκανε ο Αθανασάκος και πήρε και την τρίτη υπογραφή.
*Στη Σπάταρη- Τρικόρυφο που έζησα μικρός θυμάμαι τους παλιούς που έλεγαν πως υπήρχαν μουσουλμάνοι με τα επώνυμα Κοτσώνης, Μπέλλος, Ζουμπούλης κ.α
ΒΑΓΓΕΛΗ ΣΤΡΟΥΓΓΑΡΗΣ: Γκρόπιστα λέγαμε την περιοχή πίσω από το σπίτι του Θόδωρου Μέλλιου- ιδιοκτησίας Ταφεκαίων και παλιότερα του Χούσο Ντούρου. Αραδιά λέγαμε την αλάνα όπου είναι η αποθήκη Γούλα, τα σπίτια Λούμπα, Τζουτζούλη κλπ.(του Βρακά τώρα).
*Λιμ Πεπόνη ή Λίμα του Πεπόνη λέγαμε την τοποθεσία εκεί που είναι τώρα το σπίτι Δονάτου Καλαμπάκα και σιαπάνω. Το ερείπιο σπίτι που στέκει ακόμη εκεί και το λέμε του Μάλλιου- στο Λιμ Πεπόνε ήταν του Μαχμούτ Πρέκα.
*Εκεί που είναι τα σπίτια του Σταύρου (Ταβαντζή), Μπάντιου κλπ ήταν του Ασίμη, του Νταμίν Πετροβίτσα κλπ.
*Το 1954 είχε έρθει στο Φιλιάτι ο Νίκολας Χάμοντ- εγγλέζος αρχαιολόγος κι έψαχνε κάποιον να τον πάει στη Γκούμανη. Τον πήγα εγώ, του έδειξα τον τόπο, τον περπάτησε ώρες, τράβηξε φωτογραφίες, φωτογράφησε κι εμένα πάνω στα τείχη. Όταν τελείωσε έκανε ολόγυμνος μπάνιο στο ποτάμι και μετά γυρίσαμε στο Φιλιάτι. ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΟΥΛΑΣ: Μουσουλούπι την λέγαμε τη μεγάλη πέτρινη βρύση που ήταν έξω από το Τζαμί και έπλεναν τα χέρια πριν μπουν μέσα.
ΓΙΩΡΗΣ ΤΑΦΕΚΗΣ: Τον πατέρα μου τον Νίδα Ταφέκη τον συλλάβανε του ΕΛΑΣ- είχαν τα γραφεία εκεί που ήταν ο γιατρός ο Κέκκας, του έκαναν φάλαγγα τον γλίτωσε ο Μάνθος Ταβαντζής.
*Τον Σπύρο Στρουγγάρη- που ήταν κάτι σαν δικαστής επί τουρκοκρατίας, θέλησαν να τον σκοτώσουν κάποιοι Τούρκοι, πήγαν στο σπίτι και φώναξαν «ω Σπύρο, ω Σπύρο» βγήκε πρώτη η γυναίκα του, της έριξαν και την σκότωσαν. Η κόρη της η Τούλα έλεγε ¨δεν έχω αδέρφια αν δεν πάρουν το αίμα της μάνας πίσω¨. Το πήρε ο μικρότερος ο Χρηστάκη Στρουγγάρης, παραφύλαξε μια μέρα που διάβαινε ο δολοφόνος πάνω στο άλογο, στο παλιό στρατιωτικό δρόμο και τον πέτυχε στο κεφάλι.
*Ο Χότζας Μουλά Φουάτ είχε υπέροχη φωνή κι όταν ανέβαινε στο μιναρέ για το σάλα, έμενε ο κόσμος να τον ακούει, ειδικά άμα είχε καμιά κηδεία.
*Ο Σεφκέτ Τάκα είχε καφενείο, μια παράγκα ήτανε εκεί που είναι το πηγάδι στου Τάκα. Εκεί ήταν κι ένα δένδρο μισή αχλαδιά, μισή γκορτζιά σε αυτή κρεμάστηκε, γιατί ήταν λίγο φευγάτος.
*Κι ο αδελφός του ο Φείμ φευγάτος ήτανε. Τον θυμάμαι πούλαγε σύκα, μισά μαύρα, μισά κόκκινα και ξεκίναγε από το καφενείο του Ζώτου στις Κογκέλες. Έδινε σύκα και ζήταγε νιί ρακί, μετά πήγαινε παραπάνω στο Βαγγέλη Μέμμου το ίδιο και μέχρι να φτάσει στην αγορά είχε δώσει τα σύκα και ήτανε όμως στουπί στο μεθύσι.
ΤΕΛΗΣ ΤΣΕΛΑΣ: Τον παλιό καιρό, πριν το 1960, το Φιλιάτι υδρεύονταν από πηγάδια. Η μάννα μου η Τόρω τις πήγαινε διπλές τις βουτσέλες- τροφοδοτούσε δυο φούρνους. Ο Λάκη Μητροχρόνης και ο πατέρας μου Γιώρη Τσέλλας είχαν αναλάβει το νοσοκομείο και πήγαιναν βαρέλες με γομάρια. Τα πηγάδια στου Τάση Δήμα τα έσκαψε ο πατέρας μου ο Γιώρη Τσέλλας. Στο πηγάδι στην άκρη του γυμνασίου, μικρός, είχα πέσει μέσα και κατέβηκαν και με έβγαλαν.
ΝΑΚΗΣ ΝΤΑΗΣ: Ο Κόλιε Φαρίτος έσκαψε το πηγάδι του πατέρα μου του Θωμά Νταή- το 1927. Τα πηγάδια στου Τάση Δήμα τα έσκαψε ο Γιώρη Τσέλλας.
ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΓΚΑΝΙΑ σύζυγος ΜΙΧ.ΛΑΓΟΥ: Θυμάμαι τον Μέτο Λάγια όταν έφτιαχναν το εργοστάσιο, θα ήταν το 1972- έρχονταν τακτικά στο πατρικό του στου Στέρα που ήταν δίπλα στο σπίτι μας. Το παλιό του αρχοντικό έστεκε όρθιο ακόμη, σαράι με 17 οντάδες, με πηγάδια, φούρνους, μύλο και λιτρουβιό μέσα στην αυλή. Δεν είχα μιλήσει ποτέ μαζί του αλλά μια μέρα που ήμουν έξω από το σπίτι, τον είδα που πήγαινε στο δικό του και του έπιασα κουβέντα- ποιος είσαι άνθρωπε μου που σε βλέπω να περνάς κάθε τόσο; Γύρισε και μου απάντησε με ευγένεια, ¨είμαι ο Μέτος παιδί του Σαῒπη Λάγια που είχε τούτο το σπίτι¨. Δε σε γνωρίζω παιδάκι μου του ‘πα, εγώ έζησα στο Μπαμπούρι, έλα σπίτι να σου φτιάξω καφέ. ¨Ευχαριστώ πολύ μου ‘πε, θέλω καφέ αλλά αν μπορείς να μου το φέρεις εδώ, θα σου είμαι υπόχρεος¨. Του έφτιαξα καφέ και του τον πήγα, κάθονταν στην όμορφη πέτρινη σκάλα που ανέβαινε στο σπίτι του. Να σου φέρω μια καρέκλα άνθρωπέ μου, του είπα. Όχι μου είπε, μια χαρά είμαι, κάτσε άμα θέλεις να μου κάνεις παρέα. Έκατσα κι εγώ στα σκαλιά και πιάσαμαν κουβέντα. Έλεγε, έλεγε και έκλαιγε. ¨δώ κυρά Καλλιόπη, γεννήθηκα κι έζησα τα παιδικά μου χρόνια. Από τούτο σπίτι πέρναγε όλος ο κόσμος μουσουλμάνοι και χριστιανοί και έβρισκαν φροντίδα κι αγάπη από τον πατέρα και τη μάννα μου. Μια φορά ήρθε όλος ο Βλαχομαχαλάς να γλιτώσει από τους Ιταλούς. Τι να πρωτοθυμηθώ, έχασα 71 δικούς μου ανθρώπους σε εκείνα τα μαύρα χρόνια- άλλους δίκαια και άλλους άδικα- αυτά έχουν οι πόλεμοι. Αυτά θυμάμαι και γι’ αυτά κλαίω και θρηνώ και να με συγχωρείς¨. Έχεις δίκιο παιδάκι μου, κλάψε να σου φύγει ο πόνος, του είπα- ο κόσμος δεν γυρίζει πίσω. Εσένα στο Φιλιάτι σε αγαπάνε γιατί τρώνε ψωμί με τα έργα που κάνεις για το εργοστάσιο σου. Είχα στεναχωρηθεί κι εγώ και δεν άντεχα να κάτσω άλλο, τον χαιρέτισα και τον άφησα να συνεχίσει μόνος του, να κλάψει για να του περάσει.
ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΠΟΥΛΟΥ: Πριν τον πόλεμο είχε έρθει στο Φιλιάτι ένα τάγμα ευζώνων από το Αγρίνιο. Έναν τέτοιο λεβέντη, τον Μάκη, το είχε ερωτευτεί η Γεωργία του Βαγγέλη Τσόκα- αλλά σπάνια τον έβλεπε, της είχαν βγάλει και ποίημα:
Η καημένη η Γεωργία /έκαμε αναφορά
Στον διάδοχο τον Παύλο/Και ζητούσε παντρειά
Κι ο Παύλος της απήντη/Γεωργία υπομονή
Ώσπου να τελειώσει ο Μάκης/Από τη στρατιωτική
Μετά το στρατό ο Μάκης παντρεύτηκε την όμορφη Γεωργία και έζησαν στην περιοχή του Αγρινίου, απέκτησαν κι απογόνους (πρωτοξαδέλφη του πατέρα μου).
ΑΛΕΞΗΣ ΤΑΓΚΑΣ: Οι μύλοι της Σκέφαρης πρέπει να ήταν δώδεκα: 1.Πέτρου Αγγελόπουλου- πριν ήταν ή του Τσαμαντιώτη Μήτση Ντάμαλη ή του μουσουλμάνου Φιλιατιώτη Ντάμα. 2.Δακούκη- Γιάννη Μπεράτη 3.Χρήστου Λιόλιου- Γιώρη Κυρίτση ήταν του Αλή Ρουστένι 4. Μιλτιάδη Μπεράτη 5.Γιάννη Τσίτου είχε και μαντάνι 6.Γιώρη Τσώνη, μετά Κώστα Χρ. Ντάικου 7.Σπύρου Τάγκα- Γκουρούση. Τους άλλους δεν τους θυμάμαι.
ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: Γεννήθηκα το 1923 γιός του Χρήστου και της Ανδρομάχης με καταγωγή την Πρεμετή. Ο πατέρας μου διετέλεσε έφορος στο Φιλιάτι, ήρθαμε το 1928-9 περίπου, εγώ και οι αδερφές μου Αφροδίτη και Πόπη ήμασταν μέσα σε καλάθια φορτωμένα σε ζώα. Η εφορία τότε ήταν εκεί κοντά στο ζαχαροπλαστείο του Λεβέτσιου, εκεί και το σπίτι μας. Από πίσω έμενε ο Νταούτ Χότζας. Το 1948 παντρεύτηκα την Ελένη- κόρη του Κωνσταντίνου Αλεξίου (Κώτσια Αλέξη). Το 1953 ήρθα στο Φιλιάτι ως μαθηματικός, και ήμουν ο πρώτος καθηγητής και διευθυντής στο γυμνασιακό παράρτημα Φιλιατών. Σε λίγες μέρες ήρθε κι ο συνάδελφος Σαρρός. Στην αρχή διδάσκαμε στο δημοτικό, μετά στο σπίτι του Γιώρη Τσώνη και τέλος στο κτίριο- που σήμερα είναι το ΟΤΕ.
ΜΝΗΜΕΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Επί αρχιμουσικού Πλασκασοβίτη στο κτίσμα που ήταν η φιλαρμονική γινόταν χαμός με τις αυτοσχέδιες ορχήστρες, Μπατζίλης κλπ. Όταν είχε δημοτικό ρεπερτόριο γινόταν το έλα να δεις, με το κλαρίνο του Αχιλλέα Μαντζούκη και τη ντραμς που έπαιζε ο Πάκος- τότε ήταν που ο Κοτίτσιος σύνθεσε το «της Σαρίνας το παιδί είναι όμορφο πολύ/Πάκο τον φωνάζουνε κι όλες τον θαυμάζουνε».
Σχολιάστε