Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


Ηπειρωτική Εταιρεία

Παράλληλα με την αποστολή του εκστρατευτικού σώματος του Ελληνικού και έναρξη των επιχειρήσεων στην Ήπειρο το φθινόπωρο του 1912, αιματηρά και φρικιαστικά γεγονότα και όργια πραγματοποιούνταν από τους τουρκαλβανούς κατά του αμάχου Ηπειρωτικού πληθυσμού.

Ο αριθμός και τα ονόματα των αθώων γυναικοπαίδων που έπεσαν θύματα του «μαχαιριού του γκέγκα», δεν θα γίνουν ποτέ γνωστά με κάποια ακρίβεια. Όπως επίσης θα μείνει άγνωστος και ο αριθμός των άλλων θυμάτων που για να διασυρθούν από την μανίαν των ανθρώπινων κτηνών, πέθαναν από το ψύχος και την πείνα στη διάρκεια ενός από του ψυχρότερους χειμώνες της Ηπείρου.

Επίσης οι υλικές ζημιές σε αριθμούς είναι δεκάδες χωριών και συνοικισμών που πυρπολήθηκαν και ερημώθηκαν, βέβαια η σημασία είναι μικρότερη από την απώλεια του μεγάλου αριθμού των αθώων ανθρωπίνων υπάρξεων που θυσιάστικαν στο βωμό της τουρκαλβανικής θηριωδίας.

Ενώ το Ελληνικό στράτευμα προήλαυνε διαρκώς και καταδίωκε τους Τούρκους από τα νότια της Ηπείρου προς τα Γιάννινα, οι Ελληνικοί πληθυσμοί σε διάφορες περιοχές της υφίσταντο τα πάνδεινα. Στα τέλη Οκτωβρίου 1912 τουρκικά στρατεύματα από κυρίως βαζιβουζούκους τουρκαλβανούς, περνούσαν από τα χωριά της Ηπείρου και διέπρατταν τρομερά και ακατονόμαστα όργια. Η δύναμη τους ήταν 800 έφεδροι, 300 άτακτοι και 150 χωροφύλακες, διέπραξαν ακατανόμαστες φρικαλεότητες. Σε κάθε είσοδο σε χωριό έπερναν τρόφιμα και ιδιαίτερα είχαν προτίμηση στα οινοπνευματώδη, μετά την κατανάλωση τους και κατά την αναχώρηση πυρπολούσαν τα σπίτια. Έτσι έκαψαν ολοκληρωτικά τα χωριά Βοδίβιστα, Θεριακίσιο, Πέτρα, Μπουρντονέλι, Λιόπη σαν παράδειγμα. Επίσης τα χωριά Γότιστα, Κράψη, Σιρράκο, Λοζέτσι, Φορτόσι, Κοτόρτσι, Κολτσάνι, Πάτερο, Λαγανά, Βαλιτσόρα της περιφερείας Μαλακασίου κάηκαν μερικώς και υπέστησαν γενική λεηλασία.

Οι κάτοικοι τους διέφυγαν στα δάση και σε σπηλιές σε υψώματα απόκρημνα και δύσβατα. Υπολογίζεται ότι σε σπηλιές πάνω από 6000 γυναικόπαιδα βρήκαν καταφύγιο για να αντιμετωπίσουν τον παγωμένο βοριά, το χιόνι και τον πάγο. Η τροφή τους ήταν χόρτα και βελανίδια όπου υπήρχαν. Ανέμεναν δε να απελευθερωθούν οι περιοχές από τον Ελληνικό στρατό για να επιστρέψουν στα λεηλατημένα και πυρπολημένα τους χωριά και συνοικισμούς. Ένας αριθμός άγνωστος δεν μπόρεσε να επιζήσει και πέθαναν από το κρύο και την ασιτία. Ένας αριθμός περί τα 1000 γυναικόπαιδα, πέρασαν στο Ελληνικό έδαφος και πήγαν στο χωριό Χαλίκι στερούμενα των πάντων, τουλάχιστον δεν είχαν τον φόβο να υποστούν τη βία των βασιβουζούκων.

Στο χωριό Μεγάλη Γότιστα οι Τούρκοι συνέλαβαν 25 προκρίτους του χωριού και δύο ιερωμένους τους οποίους κατέσφαξαν μετά από φρικτά βασανιστήρια, ιδιαίτερα δε τους ιερωμένους.

Στο χωριό Δεματιά, οι τουρκαλβανοί συνέλαβαν 12 γυναίκες και κορίτσια, αυτά τα αθώα θύματα, εβιασθηκαν πολλές φορές και μετά ακροτηριάστικαν και κατακρεουργήθηκαν φρικτά.

Δέκα γέροντες ανίκανοι να ακολουθήσουν τους υπολοίπους συνεληφθησαν και υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο. Στα εύπορα χωριά ζητούσαν την είσπραξη βαρυτάτων φόρων, όσοι αδυνατούσαν να πληρώσουν τους εκτελούσαν μετά από βασανιστήρια.

Οι προύχωντες του Μετσόβου πωλούσαν τα υπάρχοντα τους για να μπορέσουν να καταβάλουν τους φόρους. Ένας Μετσοβίτης με τη βία πλήρωσε 600 λίρες, άλλος 200 λίρες, μετά δε από όλη αυτή τη βίαιη δοκιμασία απεβίωσαν.

Οι ανώτεροι αξιωματικοί, οι κατώτεροι και οι αρχηγοί των τουρκαλβανών, τα λαεηλατούμενα απέστελναν με κατάφορτα ζώα στις οικογένειες και συγγενείς τους στους τόπους καταγωγής τους.

Οι ορδές των βαρβάρων πήγαν και στη Ζίτσα, πρωτεύουσα των Κουρέντων, την έκαψαν αφού τη λεηλάτησαν, ο πληθυσμός απομακρύνθηκε έγκαιρα για να διασωθεί από τη μανία των βαζιβουζούκων.

Συνέλαβαν έναν νέο άνδρα 19 ετών, τον μετέφεραν στα Ιωάννινα και τον εξετέλεσαν δημόσια στην Πλατεία του Διοικητηρίου παρουσία των αρχών. Επίσης έσφαξαν τον πρωθιερέα Ιωάννη Σακελλίων.

Τα λεηλατούμενα είδη αλλά και τα οικόσιτα ζώα μεταφέρονταν στα Τσαμοχώρια. Οι πληθυσμοί ήταν σε απόγνωση και ήταν αβοήθητοι. Ανέμεναν να πλησιάσει κάποια ελληνική στρατιωτική δὐναμη για την προστασία τους.

Οι πυρπολήσεις και οι λεηλασίες των χωριών συνεχίζονταν από τα άγρια στήφη που εξαγριωμένα από τις ειδήσεις ότι οι επιχειρήσεις του στρατού ήταν επιτυχείς εξαντλούσαν το θυμό τους πάνω στους αμάχους.

Πυρπόλησαν χωριά του Ζαγορίου μέχρι τα μέσα του Νοεμβρίου. Τα χωριά: Ντρεστενίκο, Γρεβενίτη, Στόλοβο, Κάμνια, Δολιανά, Σιωτανή(😉, Δοβρά, Καλοτά, Άνω και Κάτω Σουδενά και το μισό Τσεπέλοβο υπέστησαν ολοκληρωτική καταστροφή. Το Ζαγόρι μετεβλήθη σε απέραντο νεκροταφείο.

Μέσα στα Γιάννινα η εκεί φρουρά διέπραξε επίσης όργια, τα περιγράφει η γυναίκα του Γάλλου Προξένου στο σχετικό βιβλίο που εξέδωσε η Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών μεταφρασμένο από τον Τσοκόπουλο από τα γαλλικά.

Οι Γιαννιώτες υπέφεραν τα πάνδεινα από τον Τουρκικό στρατό της φρουράς και τους διερχομένους στρατιώτες. Και ο τελευταίος φαντάρος είχε αποκτήσει δικαίωμα ζωής και θανάτου και στην περιουσία των Γιανιωτών χωρίς τιμωρία. Οι συλλήψεις για ασήμαντη αφορμή, οι βιαιοπραγίες και οι εξευτελισμοί δεν είχαν τέλος.

Περισσότεροι από 500 επιφανείς Γιαννιώτες οδηγήθηκαν στα μπουντρούμια του Κάστρου, η ασφάλεια της ζωής τους ήταν εξαρτημένη από τη διάθεση κάθε βαθμοφόρου των οποίων ο φανατισμός και το ανθελληνικό μίσος είχε φθάσει στα ύψη.

Οι τουρκικές αρχές προσήγαγαν στο Στρατοδικείο τον αρχιερατικό επίτροπο Παπαγιώργη και τον πρόκριτο Αθανάσιο Γρηγορίου από την Ηγουμενίτσα για ασήμαντη αφορμή. Ο πρώτος εκτελέστηκε στην αγχόνη, και ο δεύτερος φυλακίστηκε στα μπουντρούμια. Ο ιερέας Θωμάς Μέκαλης ενώ εβάδιζε πορευόμενος προς την εκκλήσια τον πυροβόλησαν στη μέση του δρόμου.

Τετρακόσιοι Λιάπηδες από την περιοχή της Πρεβέζης υποχωρούντες έφθασαν στους Φιλιάτες και λεηλάτησαν τα πάντα. Τα χωριά ερήμωσαν, τα άγρια στήφη, με οδηγούς Ρουμανίζοντες έφθασαν στα βλαχοχώρια της Αβδέλλας, Περιβολιού και Γρεβενών.

Τα ελληνικά ανταρτικά σώματα αν και ολιγάριθμα και με στοιχειώδη οπλισμό και λίγα πυρομαχικά κινήθηκαν κατά των στιφών αυτών.

Στο Τσεπέλοβο του Ζαγορίου υπήρχε φρουρά από 40 τουρκαλβανούς, τα ενωμένα σώματα των Καραγιώργου και Κ. Βάσου ή Μέμου με 50 περίπου ενόπλους κυρίως Ηπειρώτες εθελοντές έπειτα από πολιορκία ανάγκασαν τη φρουρά να συνθηκολογήσει και να παραδόσει το χωριό, τους επετράπη να φύγουν μέσω Μπάγιας και Δοβράς για τα Γιάννινα.

Το σώμα του Καραγιώργου στη συνέχεια προέλασε και εύκολα κατέλαβε την Άνω και Κάτω Βίτσα και τα Πάνω Σουδενά. Οι κάτοικοι που απέμεναν τους υποδέχτηκαν και μοιράστικαν μαζί με τους αντάρτες τα τρόφιμα που διέθεταν και είχαν καλά κρυμμένα.

Τα σπίτια όμως ήταν πυρπολημένα.

Στους συνοικισμούς Κρυονέρι με 40 σπίτια και Μαυρονόρος με 55 σπίτια ξετυλίχτηκαν άγριες σκηνές φρίκης, πέρα από κάθε φαντασία. Οι κάτοικοι προέβαλαν ένοπλη αντίσταση και οι εισβολείς έχασαν πάνω από 80 άνδρες. Οι υπόλοιποι αιμοχαρείς βασιβουζούκοι αφού είχαν καλλίτερο οπλισμό και πυρομαχικά μπήκαν στους οικισμούς και επιδόθηκαν σε σφαγή παντός εμψύχου, ακόμη και σκυλιά και γάτες κατέσφαξαν. Μετά δε και την λεηλασία παρέδωσαν στις φλόγες τα σπίτια.

Το ίδιο έγινε και στην Ποδγορίτσα, εκεί 160 από τα 220 πυρπολήθηκαν και έσφαξαν όσους κατοίκους βρήκαν εκεί.

Στην παρακείμενη Μονή Σωσίνου είχαν καταφύγει κάτοικοι από τα παρακείμενα χωριά για ασφάλεια. Όλοι όσοι βρέθηκαν εκεί κατακρεουργήθηκαν.

Μετά από λίγες ημέρες έφθασε ο απελευθερωτής Ελληνικός στρατός και βρήκε ένα οικτρό θέαμα. Ο ηγούμενος της Μονής Φιλόθεος Γρηγοριάδης βρέθηκε σ’ ένα δέντρο με διάτρητο το ακρωτηριασμένο σώμα του από σφαίρες και μαχαιριές. Τα άκρα του τα είχαν παραδώσει στα αγρίμια. Τις λεπτομέρειες διηγήθηκε ένας διασωθείς ποιμένας που είχε κρυφτεί και είδε τα βασανιστήρια και το μακελειό. Οικτρό τέλος είχε και ο πρόκριτος Κουλάνος που είχε καταφύγει στη μονή.

Πυρπολήθηκε και το χωριό Κουκλιοί και κατακρεουργήθηκε μια ανίκανη γριά που δεν μπόρεσε να διαφύγει στα γύρω δάση. Ανάλογες σκηνές εξελίχτηκαν και στα χωριά Γρίμπιανη και Βροντισμένη.

Δεν εξαιρέθηκαν από τους βανδαλισμούς τα χωριά της Παραμυθιάς.

Οι κάτοικοι είχαν καταφύγει στα δάση και στα βουνά. Οι Μουσουλμάνοι μπέηδες κατάφεραν να τους μεταπείσουν να επανέλθουν στις εστίες τους διότι δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο. Τους πίστεψαν και επανήλθαν, μετά την επάνοδο τους αποσπάσματα που τα ακολουθούσαν άτακτοι, τους συνέλαβαν και τους βασάνισαν με φρικώδη τρόπο. Ένας χωρικός που δεν άντεχε να βλέπει την ατίμωση της 15ετους θυγατέρας του προσπάθησε ν’ αντισταθεί τον σταύρωσαν και πέθανε μαρτυρικά.

Παρόμοιες σκηνές εξελίχθηκαν και στα χωριά Ρεβενί, Λύκου, Μολούνι, Μπαμούρι, Κεραμίτσα και Γλούφα.

Σχολιάστε

Ετικετοσύννεφο