
«Τι έμεινε σ’ αυτή την πόλη; λίγοι άνθρωποι να αναβοσβήνουν τα φώτα, κάποιο φευγάτο χαμόγελο, οι μετρητές στα ρολόγια για τα έξοδα/ που και που, μερικά αδιέξοδα, για να ξεχωρίζουν οι λεωφόροι, αυτό το γκρίζο στα μάτια, τα ατροφικά/ μαζί οι ειδήσεις, στολισμένες μα καθόλου αισιόδοξες, προσαρμοσμένες στις ανάγκες μας, με δείκτη τον σωστό/ κι η σιωπή; αρχοντικά απλωμένη πάνω μας, λες και γεννήθηκε να διαχωρίζει ό,τι αισιόδοξα γυρίζει/ από την άλλη, επιμένω να σ’ αγαπώ, όπως το πρώτο λεπτό κι ακόμα περισσότερο, αυτό δεν θα το κλέψει κανείς.» Γιάννης Βέλλης
«Λείπανε, οι μέλισσες, οι επαναστάσεις, οι έρωτες μέχρι θανάτου και λέγανε, πως ο κόσμος θα άλλαζε, τι ψέμα.» Γιάννης Βέλλης
«Το ταξίδι, αναγκαίο πια, μέχρι εκεί μέσα βαθιά, που χάθηκες κι ακόμη βαθύτερα/ φορτωμένος όνειρα, στιγμές, εικόνες, χαμόγελα, άλλοτε να τρέχεις, άλλοτε να προχωράς, κουρασμένος/ σα να φοβάσαι, μη σε κλέψουν, μη σου πέσει κάτι και χαθεί, απ’ ότι αγάπησες ή έκλαψες.» Γιάννης Βέλλης
«Κρατήσαμε τόσα που μας σκοτώνουν κι ακόμα ζούμε.» Γιάννης Βέλλης
«Μαζεύει τις αναμνήσεις, τις εικόνες, προσεκτικά, μετά τις διπλώνει στα συρτάρια/ αυτή ξέβαψε, αυτή τσαλακώθηκε, αυτή πόνεσε, τέτοια συλλογή μεγάλη/ επιμένει να τις κρύβει βαθιά, να ξεχαστούν, μέχρι την επομένη/ και στέκεται στο παράθυρο, όχι κανείς δεν τηλεφωνά, ούτε περνάει/ να δει μέσα της θέλει, τι έμεινε ζωντανό, εκεί που το φως δεν φτάνει.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε