Έφτασε στη Νέα Υόρκη ο Μαδούρο – Με χειροπέδες, ξυπόλητος, αλυσίδα στα πόδια, καλυμμένο κεφάλι κατέβηκε από το αεροπλάνο
https://www.iefimerida.gr/kosmos/nikolas-madoyro-eftase-nea-yorki?utm_source=rss
ΗΣΥΧΙΑ
Άκρα του τάφου σιωπή στο Δήμο βασιλεύει
μόνο λαμόγιο ακούγεται να κράζει να θεριεύει
Βάζει δεμένους και λυτούς το χρίσμα για να πάρει
μ’ αντί για ψήφους θα μετρά ζωγραφιστό π@π@ρι
Αφού όλοι εδώ γνωρίζουνε τη σκοτεινή πλευρά του
το ρήμαγμα του Δήμου μας στα χέρια τα δικά του
Μην τη πατήσει ο Αντώνης φοβούνται ορισμένοι
όπως την πάτησε ξανά… το λεν οι διαβασμένοι…
ΤΑΞΗ
Την μόνη τάξη που θα δεις στων Φιλιατών τη χώρα
είν’ τα ΤΑΧΙ π’ αράζουνε στους ΚΤΕΛ την κατηφόρα
Όλα τα άλλα λειτουργούν μ΄ασπιδα και κοντάρι
Να ‘ναι καλά το κόμμα μας, οι φίλοι κι κουμπάροι…
& ΑΣΦΑΛΕΙΑ
Όσο για την ασφάλεια που νιώθουν στο Φιλιάτι
λέει ο κόσμος πως καλιά… να είχαμε Δραγάτη
Δεν φταίνε οι εργαζόμενοι στα συνοριακά
όταν βρωμάει το ψάρι δεν φταίει η ουρά…
-η φούλα-

του αείμνηστου Σπύρου Καλογήρου
Για να καταλάβεις τώρα, δικέ μου, η μάνα μου, να πούμε, ήτανε λαγόσκυλα με πατέντες και όχι οτιδήποτες δηλαδή. Ο γέρος μου ήτανε ένας λυκόσκυλος λεβέντης και καραμπουζουκλής που της την έπεσε, να πούμε, ένα βράδυ και την αρώτησε αν είναι «δια το πονηρόν». Η μάνα μου του σήκωσε πονηρά την ουρά και συνέβη δηλαδή το μοιραίο. Γι’ αυτό, μόρτη, με έχεις τώρα αν σου κουβεντιάζω και να σου λέω κουβέντες ντεκλαρέ και όχι μπουρμπούτσαλα.
Όταν, να πούμε, μας γέννησε η συγχωρεμένη η γριά μας, τέσσερα κομμάτια ήρθε ο αφεντικός και μας πήρε μάτι και μετά έβρεξε τη μάνα μου και κάτι είπε και για το γέρο μου.
Γιατί ήθελε ο μάγκας να βγούμε και τα τέσσερα λαγόσκυλα και να μας πουλήσει. Δηλαδή εμπόριο βρεφών, αδερφάκι, και δε βρέθηκε ένας εισαγγελέψ να τον χώσει στη στενή, λες και τα κουτάβια των ανθρώπων είναι διαφορετικά από τα δικά μας.
Εκεί λοιπόν που μας είχε αγκαλιά η γριά μας ήρθε ο αφεντικός με έναν αγριομούστακο νταγλαρά, που κράταγε από το χέρι έναν πιτσιρικά και μας κάνανε χάζι. Η μάνα μας έλεγε την κοκκινοσκουφίτσα, γιατί πόναγε η κοιλιά της μικρής της αδερφής μου, οπότε πετάγεται ο πιτσιρής και λέει: «Αυτό θέλω». Με βουτάνε που λες αδερφάκι από την μάνα μου απάνω που έτρωγε ο λύκος τη γιαγιά της μικράς.
Στο σπίτι που πήγανε με βάλανε μέσα σε ένα κουτί και μου στρώσανε κάτω εφημερίδες, για να μη μουσκέψουνε τα στρωσίδια. Εκεί έμαθα να διαβάζω.
Όταν έγινα κάμποσο μηνών και την πέρναγα κοτσάνι, ήμουν ένας σκύλος κανονικός και με αγαπούσε ο πιτσιρικάς, να πούμε, και εγώ δεν είχα κανένα πρόβλημα, ώσπου ήρθε μια μέρα ένας μόρτης, μαζί με τον αφεντικό και στα καλά του καθουμένου του λέει: «Που τον βρήκες, ρε αυτόν τον κόπρο, δε βλέπει που έχει το ένα αυτί κάτω και το άλλο απάνω;» Γιατί, για να καταλάβεις, δικέ μου, οι άνθρωποι κοιτάνε τα αυτιά των κουταβιών αν είναι απάνω ή κάτω και δεν κοιτάνε τα αυτιά των παιδιών τους που είναι σαν μεγάφωνα.
Από κείνη τη μέρα αδερφάκι κάτι δεν τσούλαγε. Ο δικός μου με μπάνιζε με μισό μάτι, και μια στιγμούλα μου λέει: «Για να δούμε ρε κόπρο αν σου κόβει η γκλάβα». Παίρνει το λοιπόν ένα ξύλο και το πετάει και μετά μου λέει να πάω να το φέρω. Εγώ, να πούμε, προς στιγμή κόμπλαρα. Ρε συ, έχεις στο ξύλο στα χέρια σου και το πετάς και μετά μου λες να στο φέρω; Άντε πνίξου ρε, τι μας απέρασες, ταχυδρόμους που κουβαλάνε δέματα;
Αυτή, μόρτη μου, ήτανε η τελευταία μέρα στο σπίτι του δικού μου. Με βούτηξε από το λουρί και πήγε και με απόληξε στις κογκέλες την πρώτη μέρα ήτανε καλά, κατούραγα όπου ήθελα αλύχταγα τις χελώνες και έκανα τρελά, αλλά κατά το σούρουπο, να πούμε, αρχινέψανε να διαμαρτύρονται τα κοιλιακά μου συστήματα. Για να βρω κάτι να γεμίσω τη μπάκα μου, κατάληξα στην πλατεία που με βλέπεις τώρα. Στα λέω αυτά για να πάρεις μια γέψη με ποιον έχει να κάμεις, γιατί θα τα λέμε συχνά.
Εγώ τώρα αδερφάκι επειδή είμαι αδέσποτος, γυρίζω όλο το Φιλιάτι να πούμε χωρίς να δίνω λογαριασμό σε κανένανε, και μαθαίνω όλα τα νέα. Γιατί εμείς οι αδέσποτοι είμαστε φιλοσοφημένα άτομα και τα κουβεντιάζουμε μεταξύ μας. Αλλά τα περισσότερα τα μαθαίνω από τη Λίζα, τα λυκόσκυλα να πούμε, που ο αφεντικός της είναι άνθρωπος μέγκλα και κιμπάρης. Και μη σου πάει το μυαλό ότι εγώ με τη Λίζα δηλαδή, περί το πονηρόν, διότι την πήγανε στο γιατρό και της χαλάσανε το πράμα της, επειδή δε θέλανε κουτάβια. Τέτοια μεγαλεία να πούμε. Και αυτή να πούμε η Λίζα, είναι από μεγάλο σόι, αφού για να καταλάβεις δικέ μου, ένας τρίτος ξάδερφος της είναι στα ναρκωτικά, όπως αυτά ντε, που πουλάνε οι διάφοροι τις νύχτες στην Αγία Τριάδα και το ξέρουνε όλοι εκτός από την Αστυνομία και τη βρίσκουνε να πούνε οι πιτσιρικάδες αμφοτέρων των φύλων και κάνουνε μετά σούζες με τα μηχανάκια και μπορεί δηλαδή να συμβεί το χειρότερο, να πατήσουνε δικέ μου κανένανε δικό μας και τότε θα πέσει το ουρλιαχτό γόνατο.
Τώρα, από φαγητό να πούμε, τα πράγματα έχουν δυσκολέψει, γιατί βάλανε τους κάδους. Κάπου τσιμπάγαμε κανένα μεζέ από την πιτσικαρία στην παιδική χαρά, αλλά και αυτήν δεν την καθαρίσαν γιατί στείλανε το συνεργείο να κόψει τα χορτάρια του Παλαμπά για μη γλιστράνε οι γελάδες.
Διότι να σου κάνει αδερφέ ο Καποδίστριας έτσι που έγινε το πράγμα; Το μόνο καλό είναι ότι έστειλε το λεωφορείο και μπορούμε να ξαπλώνουμε από κάτω και δεν μας βαράει ο ήλιος στο καύκαλο και θα το ‘χουμε, να πούμε, εμείς οι αδέσποτοι, γιατί το ΚΤΕΛ έκανε μήνυση στο Δήμο επειδή πήγε να του κλείσει το μαγαζί.
Τώρα, δικέ μου, πρέπει να την κάνω, γιατί πρέπει να μάθω νέα από το Δημοτικό Συμβούλιο. Τι νέα δηλαδή, αφού όλες οι αποφάσεις παίρνονται ομόφωνα. Στην ουσία, για να καταλάβεις, τέσσερις κάνουνε κουμάντο και τους άλλους τους έχουνε για να λένε τον καιρό.
Ο Αδέσποτος
3.12. Απελευθέρωση, εμφύλιος, μετακατοχικά χρόνια

Στις 22 Σεπτέμβρη 1944 φεύγουν και οι τελευταίοι Γερμανοί από το Φιλιάτι, καταδιωκόμενοι από ελληνικές δυνάμεις έγιναν αψιμαχίες στο Σμέρτο. Τους δρόμους της διαφυγής πήραν και οι Τσάμηδες μουσουλμάνοι. Ουρές με εκατοντάδες άνδρες, γυναίκες, γερόντους και παιδιά, φορτωμένοι με τα πιο πολύτιμα από το βιός τους προχωρούν την οδό της σωτηρίας. Αν ήθελαν να ζήσουν έπρεπε να ξεριζωθούν. Στους δρόμους διαφυγής τους περίμεναν και κατσιαπλιάδες. Όσοι έρχονταν από τα τσιαμοχώρια του εσωτερικού της Θεσπρωτίας φρόντιζαν να είναι πολλοί μαζί και οργανωμένοι. Όσοι δεν το λάβαιναν υπόψη άφηναν τα κόκκαλα τους στο δρόμο- κάποιοι, στη γέφυρα στου Νάτση- κάποιοι φιλιατιώτες, στους λάκκους της Βάναρης και της Σπάταρη- από… ¨αδελφικό¨ λεπίδι. ¨Όλο το Φιλιάτι μύριζε πτώματα, δεν προλάβαιναν να τους θάψουν¨, λένε οι αδελφές Στρουγγάρη.
Ένα κεφάλαιο της τοπικής ιστορίας, η πολύχρονης συνύπαρξης ανθρώπων που τους ένωναν κοινές μοίρες- τους χώριζε μόνο ή θρησκεία, έκλεινε με το χειρότερο τρόπο.
Οι Τσάμηδες μουσουλμάνοι δεν υπάρχουν πια στο ελληνικό, τους πήραν στο λαιμό τους οι ηγέτες τους. Γιατί ως υπήκοοι έλληνες εναντιώθηκα στη χώρα τους και πάλεψαν με ανίερους τρόπους να προσαρτήσουν τμήμα της στην Αλβανία. Συνεργάστηκαν γι’αυτό με τους εχθρούς της Ελλάδας, έγειραν τα όπλα κατά της πατρίδας διαπράττοντας εγκλήματα. Όντως ήταν μεγάλη προδοσία και αυτό έφερε τη άτακτη φυγή τους. Ίσως έδωσαν την ευκαιρία στην Ελλάδα να διορθώσει το λάθος του 1924 με το οποίο οι Τσάμηδες έμειναν εδώ. Σημασία έχει πώς έδωσαν ακλόνητα επιχειρήματα και το ειδικό δικαστήριο Ιωαννίνων δίκαζε αβέρτα και ερήμην και έως τον Ιανουάριο του 1948 είχε εκδώσει 1930 καταδικαστικές αποφάσεις με τις οποίες καταδίκαζε τους κατηγορούμενους ως εγκληματίες πολέμου και δοσίλογους και τους επέβαλε ποινή θανάτου, ισόβια στέρηση της ελληνικής ιθαγένειας και δήμευση της περιουσίας τους υπέρ του δημοσίου.
Η ιστορία θεώρησε υπεύθυνους του ξεριζωμού της μειονότητας τους Ντιναίους. Τον Μαζάρ Ντίνο τον εκτέλεσε το καθεστώς Χότζα. Ελάχιστες μουσουλμανικές οικογένειες έμειναν στην περιοχή μας, όπως του Χακή Ντέμη- στο Φιλιάτι, του Χατζή Λιατίφη- στη Σπάταρη και μερικές ακόμη. Κάποιες λίγες τόλμησαν κι επέστρεψαν στην πίστη των προγόνων τους- βαπτίσθηκαν χριστιανοί και σώθηκαν.
Μετά τη φυγή των Γερμανών, ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ χώρισαν τις περιοχές. Εκεί που έμεναν πριν μουσουλμάνοι ανάλαβε ο ΕΔΕΣ. Την περίοδο της ΕΑΜοκρατίας στην περιοχή Φιλιατών (15/12/44 έως 5/2/45), κάποιοι μουσουλμάνοι αναθάρρησαν και γύρισαν, για κάνα δυο μήνες, με την επιστροφή του ΕΔΕΣ ξανάφυγαν.122Α
Ντοκουμέντα από την απελευθέρωση
*ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΑΦΕΚΗΣ: Την μέρα που θα έφευγαν οι Γερμανοί οι ΕΔΕΣίτες ήταν κάτω στις Κογκέλες και οι ΕΛΑΣίτες στην Κόντριζα. Θυμάμαι τους ΕΔΕΣίτες Αχιλλέα Μάτσακα (καπετάν Μαλούνα), Κομνηνό- δάσκαλο στο Φοινίκι, Μαυρουδή- οδοντίατρο, Πέτρο Κοτσίδα κλπ, άμα έφυγαν οι Γερμανοί μπήκαν στο Φιλιάτι και χτύπησαν τις καμπάνες. Από τους ΕΛΑΣίτες που ήταν στην Κόντριζα, ο Νικόλα Παρούσης κατέβηκε κάποια στιγμή, βρίσκει έναν Γερμανό αξιωματικό κι έναν στρατιώτη, πάει και τους αρπάζει τα όπλα και τους λέει «πότε θα μας αδειάσετε τη γωνιά;» «Σε δυο ώρες» του είπαν. Τους έδωσε πάλι τα όπλα και έφυγαν.
*Τον Αβδούλ Νούση τον σκότωσε ο Αντρέα Φ.- γαμπρός στο Φιλιάτι από την Παραμυθιά και τον έχωσε στου Τάκα στα ορύγματα των Ιταλών.
*Στον κάμπο σιοκόλια από τα χωριά σκότωσαν 49, στη γέφυρα στου Νάτση τους έχωσαν. Εκεί ήταν και ο Ισμαήλης, το μεγάλο παιδί του Χάμο Νίνα- έκανε τον σκοτωμένο, λύθηκε και έφυγε- ήτανε παλικάρι. Έφτασε στα πενταλώνια κι έπεσε πάνω στο Σίμα Γιοβάνη που έβοσκε τα πρόβατα, ο Σίμας του έδωκε φαῒ, του έδειξε και το δρόμο να φύγει. Πήγε στην Αλβανία αλλά το 1957 βγήκε κολυμπώντας στην Κέρκυρα κι από εκεί πήγε Αυστραλία. Στην Αυστραλία- λέει ο Γιώρη Μίγκος- παντρεύτηκε μια ελληνίδα από τη Ρόδο κι έκανε οικογένεια. Μια κόρη του Ισμαήλη, η Σύλβια, ήρθε το 2018 στο Φιλιάτι να γνωρίσει τον τόπο που έζησαν οι πρόγονοι.
*Στη Σπάταρη φυλάγαμαν το σπίτι του Λιατίφη, ήρθε κι ο Βήτος, η γυναίκα του βρήκε ένα τσουβάλι αλεύρι και ήθελε να το πάρει, το πήραμε και φτιάξαμε τηγανίτες.
*Δυο σοκόλια από την Πέστιανη σε ένα σπίτι που ήταν μοναχή της μια μουσουλμάνα με μικρό παιδί, σκότωσαν πρώτα το μικρό και μετά κι αυτήν. Το έλεγαν με καμάρι πως βρήκαν στο κεφαλομάντηλο της 18 λίρες. Αυτός που τη σκότωσε δεν το κατάλαβε, ο φίλος του την κλώτσησε στο κεφάλι και φανερώθηκαν οι λίρες- τότε έγιναν δεμάτι μεταξύ τους στην μοιρασιά.