
«Έχω δώσει μέχρι το τελευταίο συναίσθημα, σαν ασπασμό στην καρδιά σου, αυτή που γυρίζει με τα αγριολούλουδα/ όμως ο ουρανός παραμένει γκρίζος, η πόλη φασαριόζα δίνεται, η μουσική απ’ τα δωμάτια απλώνεται κι ο καφές είναι χειρότερος από ποτέ/ τι φταίει; γιατί οι άνθρωποι που αγαπιούνται πολύ, χάνονται; γιατί ο κόσμος, ξεπερνάει τα συναισθήματα, στέκεται παγερός;/ είναι και το ίδιο παράθυρο που στέκεται ακλόνητο, όσο εσύ ζητάς απαντήσεις, αλλά ο άνεμος δεν σε ακούει, ούτε μεταφέρει.» Γιάννης Βέλλης
«Έβλεπαν την άνοδο, η εξουσία τους έδινε φως, ματαιόδοξοι σωτήρες μιας στασιμότητας/ φορούσαν χλαμύδες και στολίδια, έτοιμοι να αναστήσουν τη Ρώμη, όταν κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, σκότωναν/ αφήνοντας πίσω, νεκρά κομμάτια καθημερινότητας, κυνηγημένους στόχους να κρύβονται βαθιά, εκεί που οι νεκροί έδεναν ταξίδι κι οι χριστιανοί σωτηρία/ περίμεναν τον καίσαρα να τον στολίσουν, να του χαρίσουν αιώνια πίστη, οι άπιστοι, οι λάγνοι, οι σωτήρες/ ελπίζοντας για λίγη σκόνη εξουσίας, στων πραιτοριανών την ασφάλεια/ ανασφάλεια των καιρών ό,τι σε εξουσία δίνεται και πεθαίνει, φώναζε ο άνεμος, πριν κλείσει πάλι η νύχτα/ μα ποιος τον άκουγε, στην τόση δόξα, που έτρεχε μακριά, από αγάπη ή ταπείνωση.» Γιάννης Βέλλης
«Έτρωγε και πάλι η θάλασσα, παλιά κομμάτια της στεριάς, μελαγχολούσε/ όλη τη νύχτα ξενυχτούσε κι αγνάντευε, βαριά μέσα, η ανάσα της/ τραβούσε πέτρες, μαζί και άμμο και ξανάριχνε τα πάντα έξω/ εμείς, σχεδόν μακριά, εκεί στην ασφάλεια του σπιτιού μας, ακούγαμε/ δεν μιλούσαμε, είχαμε παιδιά στα κύματα, καράβια στα ξένα/ χειμώνας φώλιαζε μέσα μας, αλλά και καταιγίδες, έρχονταν πάλι/ η ίδια σκέψη για τη θάλασσα, ήταν φίλη ή σκυλοπνίχτρα; ποτέ δεν μάθαμε.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε