ΑΝΑΡΤΗΣΕ: Ioannis Bougas

Την Σλαβοϋποκινούμενη Ανταρσία του 1946 – 49, την υπέφερε ο απλός λαός της επαρχίας με πολύ τρόμο, με πλιάτσικο, με βασανισμούς, με βίαιη στρατολογία, με δολοφονίες και εξαφανίσεις και με Παιδομάζωμα!
Ακολουθεί μια οικογενειακή μαρτυρία από εκείνα τα χρόνια, και στο τέλος η θέση του συγγραφέα της μαρτυρίας για τα επακόλουθα της «πολιτικής λήθης» των τότε γεγονότων.
Η μαρτυρία.
«Με τον αδελφοκτόνο εμφύλιο να μαίνεται σε ολόκληρη τη χώρα και την ελληνική ύπαιθρο να ζει σε καθεστώς φόβου και αβεβαιότητας, εξαιτίας των καθημερινών επιθέσεων των ανταρτών, που στόχο είχαν τη βίαιη στρατολόγηση αλλά και το πλιάτσικο για την επιβίωσή τους, ένα ανοιξιάτικο βράδυ του 1948 τρεις αντάρτες του αυτοαποκαλούμενου Δ.Σ.Ε. (Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας) χτύπησαν βίαια την πόρτα ενός σπιτιού στο κέντρο του χωριού της Ομβριακής – Δομοκού.
«Άνοιξε, συναγωνιστή Δημήτρη!» φώναξε επιτακτικά ο επικεφαλής τους.
«Άνοιξε!» επανέλαβε λίγο αργότερα.
Ύστερα από λίγο φάνηκε μια σκιά πίσω από την πόρτα και πριν καλά καλά προλάβει ο ιδιοκτήτης να την ανοίξει, οι τρεις αντάρτες μπήκαν γρήγορα μέσα στο σπίτι.
«Τι θέλετε, βρε παιδιά, από μένα;» απόρησε ο Δημήτρης. «Εγώ δεν έχω πειράξει κανέναν. Ούτε έχω τίποτα να σας δώσω τέτοια ώρα, που μου ξυπνήσατε και την οικογένεια με τις φωνές σας».
«Συναγωνιστή Δημήτρη, πρέπει να πας κάποια πράγματα που θα σου δώσουμε στην Αθήνα», του είπε κοφτά ο επικεφαλής.
Στο αμυδρό φως του φαναριού που μόλις είχε προλάβει να ανάψει, ο Δημήτρης αναγνώρισε έναν από τους τρεις. Ήταν ο ξάδελφός του, που είχε βγει στο βουνό με τους αντάρτες.
«Εγώ, Νίκο; Γιατί;» ψέλλισε. «Τόσους συνδέσμους έχετε στο ΚΚΕ, εμένα βρήκατε;»
«Ξάδερφε, εσύ πρέπει να πας», του απάντησε κοφτά. «Ο σύνδεσμος που έχουμε στο χωριό πρότεινε εσένα. Μη σε φοβίζει. Δεν έχεις πάρει θέση σε αυτή τη διαμάχη και κανείς στο χωριό δεν θα υποψιαστεί ότι δουλεύεις για μας».
«Όχι!» απάντησε ο Δημήτρης. «Έχω γυναίκα και τρία παιδιά. Δεν μπορώ να μπλέξω. Αυτά είναι επικίνδυνα πράγματα. Με βάση τον νόμο φέρνουν εκτέλεση. Όχι… όχι και πάλι όχι!»
Ο επικεφαλής αγρίεψε.
«Συναγωνιστή Δημήτρη, δεν το συζητάω. Το απαιτώ. Σε μας δεν υπάρχει “όχι”. Όλοι πρέπει να δουλέψουμε για να έρθει η λαοκρατία σε αυτόν τον τόπο. Αν αρνηθείς ή αν δεν παραδώσεις τα πράγματα, την επόμενη μέρα θα είστε όλοι νεκροί. Κι αν γλιτώσεις εσύ, θα εφαρμοστεί η Αρχή της Οικογενειακής Ευθύνης. Θα πληρώσουν το σπίτι σου και η οικογένειά σου».
Ακούμπησε μπροστά του δύο μεταλλικούς τενεκέδες μεταφοράς τυριού.
«Αύριο στις επτά το πρωί θα είσαι στη στάση στον κεντρικό δρόμο των μεταλλείων. Θα περάσει το λεωφορείο για Αθήνα».
Ο φόβος τον είχε κυριεύσει. Προσπάθησε να κερδίσει χρόνο.
«Δεν ξέρω από Αθήνα», είπε. «Ούτε ξέρω σε ποιους πρέπει να τα παραδώσω».
Η απάντηση δεν άφηνε περιθώρια.
«Στο πρακτορείο θα σε περιμένει ένας συναγωνιστής μας από τα δικά μας τα χωριά να σε οδηγήσει. Σε προειδοποίησα. Αν θες να ζήσεις, θα το κάνεις χωρίς δεύτερη σκέψη».
Οι αντάρτες, άνοιξαν την πόρτα και χάθηκαν στο σκοτάδι.
Ο Δημήτρης έμεινε ακίνητος. Τα πόδια του δεν τον κρατούσαν. Κάθισε σε μια καρέκλα και μονολογούσε:
«Τι να κάνω, Θεέ μου; Αν δεν τα πάω, χαθήκαμε όλοι. Αν με πιάσει ο στρατός με αυτά, θα με στήσουν στα έξι μέτρα…»
Άνοιξε τους τενεκέδες. Το περιεχόμενο ήταν σκεπασμένο με μια παχιά στρώση βουτύρου, για καμουφλάζ. Το μόνο που πρόδιδε ότι δεν ήταν απλό βούτυρο ήταν το βάρος τους.
«Ή λίρες έχουν μέσα ή χειροβομβίδες», ψιθύρισε. «Είναι ασήκωτοι».
Η γυναίκα του έκλαιγε.
«Δεν έχουμε άλλη επιλογή», του είπε. «Πρέπει να πας».
Έτσι, το ξημέρωμα τον βρήκε καβάλα στο μουλάρι, με τους δύο τενεκέδες φορτωμένους, να κατευθύνεται προς τον κεντρικό δρόμο των Μεταλλείων. Πίσω του χωρίς να το ξέρει τότε, σε απόσταση περίπου διακοσίων μέτρων, τον ακολουθούσε ένας αντάρτης, που όλο το βράδυ ήταν κρυμμένος στο υπόγειο του σπιτιού, πίσω από τα βαρέλια με το κρασί, για να βεβαιωθεί ότι η αποστολή δεν θα αποτύχει. Μόλις ο Δημήτρης ανέβηκε στο λεωφορείο για την Αθήνα, εξαφανίστηκε.
Στον δρόμο προς τη Λαμία, στη θέση «Δραχμάναγα» το λεωφορείο πέρασε από μπλόκο του στρατού που έλεγχε όλα τα οχήματα. Ο Δημήτρης κράτησε την ανάσα του, αλλά για καλή του τύχη δεν το σταμάτησαν.
Στην Αθήνα, μόλις κατέβηκε, τον περίμενε ένας σύνδεσμος του ΚΚΕ από τα χωριά του Δομοκού, όπου και τον οδήγησε στο γραφείο ενός γιατρού. Ο γιατρός, περιχαρής, τον ευχαρίστησε και του έδωσε έναν μεγάλο χαρτοφύλακα με οδηγίες και σχεδιαγράμματα.
Ο Δημήτρης έγινε έξαλλος.
«Ούτε να το σκέφτεσαι, γιατρέ. Η αποστολή μου τελείωσε εδώ. Δεν παίρνω τίποτα».
Όσο κι αν προσπάθησε να τον πείσει, εκείνος ήταν ανένδοτος.
«Όχι και πάλι όχι. Εγώ δεν θα στηθώ στα έξι μέτρα για τη λαοκρατία σας. Έχω οικογένεια να θρέψω. Αρκετά σας βοήθησα».
Η άρνησή του αποδείχθηκε σωτήρια. Πριν προλάβει να πάρει το λεωφορείο της επιστροφής, έπεσε σε μπλόκο της αστυνομίας και του έκαναν εξονυχιστικό έλεγχο. Δεν βρήκαν τίποτα. Μέχρι να φτάσει στο χωριό, ευχαριστούσε την Παναγία που δεν τον είχαν σταματήσει λίγο νωρίτερα.
Το ίδιο βράδυ οι τρεις αντάρτες επέστρεψαν στο σπίτι του για να πάρουν τον χαρτοφύλακα. Όταν τους είπε ότι δεν τον πήρε και ότι στην Αθήνα τα μπλόκα ήταν παντού, άρχισαν οι φωνές και οι απειλές. Τελικά ο επικεφαλής του είπε:
«Ξάδελφε σε προειδοποίησα. Τώρα τον λόγο τον έχει ο καπετάνιος μας».
Χάθηκαν στο σκοτάδι και ευτυχώς, δεν τον ενόχλησαν ξανά.
Στις 12 Ιανουαρίου του 1949, μια ημέρα μετά από την επίθεση των ανταρτών στην Ομβριακή, μια γυναίκα που ήταν παντρεμένη σε διπλανό χωριό συνελήφθη σε έλεγχο του στρατού στην είσοδο του χωριού. Στο σαμάρι του γαϊδάρου της βρέθηκε σημείωμα με οδηγίες για τον σύνδεσμο των ανταρτών που βρισκόταν στην Ομβριακή. Ακολούθησε ξυλοδαρμός. Κάτω από τον φόβο και τον πόνο, η γυναίκα λύγισε. Κατέδωσε τέσσερις συγχωριανούς της που ήξερε ή άκουσε ότι συνεργάζονταν με τους αντάρτες. Ανάμεσά τους ήταν και ο Δημήτρης.
Στις 20 Ιανουαρίου του 1949 ο Δημήτρης οδηγήθηκε στις φυλακές της Λαμίας και έμεινε μέχρι τον Οκτώβριο, οπότε και πραγματοποιήθηκε το στρατοδικείο. Η οικογένεια, για να σταθεί στο πλευρό του, πούλησε ό,τι είχε και δεν είχε, μόνο και μόνο για να μπορέσει να πληρώσει δικηγόρο για να τον απαλλάξει απ΄ την κατηγορία.
Κατά τη διάρκεια της δίκης αναγνωρίστηκε πως ο Δημήτρης είχε πολεμήσει στην άμυνα του χωριού με την πλευρά των Τ.Ε.Α. Είχε μάλιστα ρισκάρει τη ζωή του, μεταφέροντας πυρομαχικά σε δύο φυλάκια, όταν αυτά είχαν εξαντληθεί ύστερα από την ολονύχτια μάχη με τους αντάρτες. Παρόλα αυτά, το δικαστήριο τον καταδίκασε σε τρία χρόνια φυλάκιση με αναστολή.
Ο Δημήτρης μετά από δέκα μήνες παραμονής στην φυλακή, γύρισε τελικά στην οικογένειά του ζωντανός, μα και πικραμένος. Δεν μιλούσε συχνά για εκείνα τα χρόνια, προτιμούσε να σιώπα καθώς γνώριζε πολύ καλά ότι, ο εμφύλιος δεν άφησε μόνο φόβο και σιωπή, άφησε αίμα.
Σε πολλά μέρη της χώρας, άνθρωποι που δεν ασπάστηκαν την ερυθρά ιδεολογία του κομμουνισμού, που δεν ακολούθησαν ή δεν υπάκουσαν, βρέθηκαν στο στόχαστρο. Αγρότες, χωρικοί, οικογενειάρχες, ακόμη και άνθρωποι που απλώς θέλησαν να μείνουν ουδέτεροι, εκτελέστηκαν, βασανίστηκαν ή εξαφανίστηκαν γεμίζοντας με τα σώματα τους τα πηγάδια και τα βάραθρα της περιοχής τους. Οι σφαγές αυτές δεν έγιναν πάντα στο όνομα της μάχης που θέλουν να λένε κάποιοι ακόμη και σήμερα, αλλά συχνά στο όνομα της «κάθαρσης». Έτσι, ως Έλληνες, φτάσαμε να αντικρίσουμε το πιο σκοτεινό πρόσωπο του πολέμου, όπου η ιδεολογία μας, έγινε πιο σημαντική από την ανθρώπινη ζωή δυστυχώς.
Ας μην γελιόμαστε, όσο κι αν επιχειρήθηκε και επιχειρείται η λήθη, τα γεγονότα δεν αναιρούνται. Η βία του εμφυλίου σπαραγμού, δεν υπήρξε απλώς συνέπεια σύγκρουσης, αλλά αποτέλεσμα επιλογών. Και αυτές οι επιλογές άφησαν πληγές που δεν επουλώθηκαν ποτέ.
Οι κοινωνίες που αρνούνται να αντιμετωπίσουν το παρελθόν τους δεν συμφιλιώνονται, απλώς το θάβουν. Και ό,τι θάβεται χωρίς δικαίωση δεν εξαφανίζεται επιστρέφει. Όταν η αλήθεια αποσιωπάται ή παραποιείται στο όνομα μιας επιλεκτικής ψευδεπίγραφης εθνικής συμφιλίωσης, η ιστορία παύει να είναι μνήμη και μετατρέπεται σε εργαλείο. Έτσι καθίσταται ευάλωτη, έρμαιο και βορά στα αλλότρια συμφέροντα που διαχρονικά υπονομεύουν τη χώρα μας».
Δημήτριος Τ. Φαράντος, ιστοριοδίφης.
Σχολιάστε