Το παζάρι της Πέμπτης

Η λαϊκή αγορά, «παζάρι της Πέφτης» το έλεγαν τότε, παρέμενε ένα σημαντικό κομμάτι της φιλιατιώτικης αγοράς και όχι μόνο. Στα χωριά της σκάλας κυκλοφορούσε το παρακάτω: «Το ‘χεις για το παζάρι την Πέφτη στο Φιλιάτι η όχι;- όχι, εγώ δεν το ‘χω, αλλά το ‘χει η νύφη…». Το παζάρι, πέρα από τις οικονομικές δοσοληψίες, εξυπηρετούσε και κοινωνικές ανάγκες, νυφοπάζαρο και ευκαιρία ανταμώματος του κόσμου από τα χωριά αλλά και από την ξενιτιά.
Ο χώρος που γινόταν το παζάρι αυτά τα χρόνια ήταν στην πάνω πλατεία και στο δρόμο της. Από το απόγευμα της Τετάρτης ερχόταν ο Βαρότσης- μανάβης από την Κέρκυρα και άπλωνε τις πραμάτειες του. Δίπλα ο Βαγγέλη Τσάγκος έψενε στη φουφού το σπληνάντερο. Το ίδιο έκανε κι ο Μπένας, έξω από το μαγαζί του Κοτσιώνη, ενώ έξω από το μαγαζί του Κόλιο-Γούλα, ο Βασίλης Τσώτρας (Μπασιέκος).

Αχάραγα τις Πέφτες έφταναν τα καραβάνια με τα άλογα και τα γομάρια, φορτωμένα με τις πραμάτειες. Πρώτος και καλύτερος ο Αβραάμ από το Ράϊ, με το γαϊδουράκι του φορτωμένο μπάμιες. Έτρεχε ο Βαγγέλης Λούμπας να πάρει να δέσει και να φυλάξει τα μεταφορικά ζώα. Έτρεχαν άλλες τέσσερεις οικογένειες Λούμπα, να πάρουν ζώα για να τα φροντίσουν, πεταλώσουν κλπ. Άχαγε ο τόπος από τα ποδοβολητά των ζώων και από τους ήχους του αμονιού του Τσιάβου Κολωνιάρη και του Γκουβάτσιου- ετοίμαζαν τις κόσες και τα κασάρια, τις τσάπες και τις δικέλλες, για τον κόσμο. ¨Καίει και βράζει και τον μουστερή φωνάζει¨, διαλαλούσε ο γέρο Γκάνιας τα κοκορέτσια του κι αργότερα, στο ίδιο χώρο, στο ίδιο μοτίβο, ο Γρηγόρης Λάπας. Να κι ο Γιαννιώτης ο χοντρός με τους χαλβάδες στα σκαφίδια και το σκεπάρνι στο χέρι, για να τους κόβει – εκεί μπροστά στο εστιατόριο Δάλλα. Δίπλα του άνοιγε το κασελάκι ο χρυσοχόος απ’ την Παραμυθιά και παραδίπλα το δικό του ο πανέξυπνος ντουσκαλίτης πρόσφυγας- έμπορος μπιχλιμπιδιών. Κόσμος πολύς, μαγαζιά πολλά, δουλειές με φούντες, χρήμα και χαρά. Μέρα γιορτής- στο καφενείο του Τσίλη Βήτου λάλαγαν βιολιά ως αργά το απόγευμα. Κάποιες χρονιές ο δήμος διοργάνωνε και εμποροζωοπανήγυρη.
Σχολιάστε