ΑΝΑΡΤΗΣΕ: Ἀθηναΐϛ Ξούθου

Η άποψη ότι οι Έλληνες φιλόσοφοι απαξίωσαν την ελληνική «ειδωλολατρία» δεν είναι απλώς εσφαλμένη, είναι ιστορικά ανακριβής και αποκαλύπτει άγνοια ή έλλειμα κατανόησης των ίδιων των αρχαίων ελληνικών πραγμάτων. Πρόκειται όμως μάλλον για εσκεμμένη χριστιανική διαστροφή της πραγματικότητας, που επιχειρεί να παρουσιάσει ορισμένους Έλληνες φιλοσόφους ως δήθεν «προδρόμους» του χριστιανισμού και ως πολέμιους της ελληνικής (αρχαίας) λαϊκής θρησκείας για να εξυπηρετηθεί το χριστιανικό αφήγημα.
Αν αυτή η εικόνα ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, τότε οι «Πατέρες της Εκκλησίας» θα είχαν βρει στους Έλληνες φιλοσόφους φυσικούς συμμάχους. Θα τους είχαν αγιοποιήσει. Όμως συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ακόμη και τον Πλάτωνα παρά την αυστηρή του κριτική στη μυθολογική αφήγηση οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς του «ορθόδοξου» δόγματος τον πολέμησαν, τον «αφόρισαν» και τον καθύβρισαν. Ο Πλάτων δεν πολέμησε την ελληνική θρησκεία, θεωρούσε μάλιστα απαραίτητη την μύηση στα Ελευσίνια Μυστήρια.
Καμία μεγάλη ελληνική φιλοσοφική σχολή και φιλοσοφικό ρεύμα δεν αρνήθηκε το ελληνικό πάνθεο μέχρι την απαγόρευση της λειτουργίας τους από τον χριστιανισμό. Αντίθετα, όλες προσπάθησαν να το εντάξουν και να το ερμηνεύσουν μέσα στην εκάστοτε φιλοσοφική τους κοσμοθεωρία. Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, οι Στωικοί, ακόμη και οι Επικούρειοι, δεν μίλησαν ποτέ για κατάργηση ή απαξίωση των θεών, αλλά για φιλοσοφική κατανόηση του θείου πέρα από την εκλαϊκευμένη παράσταση των θρησκευτικών μορφών με την ανθρωπομορφική τους διάσταση μέσω της μυθοπλασίας που καλλιεργήθηκε κυρίως δια της επικής ποίησης (π.χ. Όμηρος). Η φιλοσοφία δεν ερχόταν να καταστρέψει την λαϊκή θρησκεία των Ελλήνων, αλλά αντίθετα να την εμβαθύνει.
Αν οι φιλοσοφικές σχολές είχαν οποιαδήποτε σύμπνοια με τον χριστιανισμό, δεν θα είχαν απαγορευτεί και δεν θα τις είχαν κλείσει οι χριστιανοί. Αυτό από μόνο του αρκεί για να καταρρίψει τον μύθο της ιδεολογικής «συνέχειας», της «ταύτισης» ή «συμμαχίας» ορισμένων φιλοσόφων με τον χριστιανισμό κατά της ελληνικής «ειδωλολατρίας». Αλλά δεν είναι μόνον αυτό.
Η στάση της ελληνική φιλοσοφίας συνδέεται άρρηκτα με ένα θεμελιώδες γνώρισμα του ελληνικού κόσμου: την απουσία δόγματος. Οι Έλληνες δεν υπήρξαν δογματικοί. Ούτε η αρχαία λαϊκή θρησκεία συγκροτήθηκε ποτέ γύρω από δόγματα, αλλά από ανεξάρτητες κατά τόπους λατρείες. Δεν υπήρξε ποτέ κάποιο «ιερό βιβλίο» με δόγματα και «εξ αποκαλύψεως» αλήθεια. Ούτε η φιλοσοφική προσέγγιση του εκάστοτε στοχαστή μπορεί να θεωρηθεί δογματική με την θρησκευτική έννοια. Η ελληνική θρησκευτικότητα δεν σκόπευε στην δημιουργία «ορθοδοξίας», αλλά στην λαϊκή συμμετοχή· δεν απαιτούσε ομολογία πίστεως, αλλά τήρηση εθίμων, τελετών και μέτρου. Η διαφορετική ερμηνεία δεν ήταν απειλή, ήταν αναμενόμενη.
Ο φιλόσοφος, επομένως, δεν εμφανίζεται ως «αιρετικός» ούτε ως μεταρρυθμιστής. Δεν προτείνει μια μοναδική, δεσμευτική αλήθεια, αλλά μια ερμηνευτική προσέγγιση. Η διαφωνία δεν οδηγεί σε αποκλεισμό· είναι οργανικό στοιχείο της πνευματικής ζωής. Η αλήθεια δεν «περιφράσσεται», αλλά αναζητείται.
Αντίθετα, ο χριστιανισμός συγκροτήθηκε εξαρχής ως θρησκεία δόγματος. Το αφήγημά του περιχαρακώθηκε μέσα σε ένα αυστηρό θεολογικό πλαίσιο, με σαφή όρια μεταξύ «ορθοδοξίας» και «αίρεσης». Η αλήθεια δεν προσφέρεται προς αναζήτηση, αλλά προς αποδοχή. Η πίστη δεν είναι συμμετοχή σε κοινό βίο και πολιτισμό, αλλά προϋπόθεση «σωτηρίας». Εκεί όπου ο ελληνικός κόσμος ανεχόταν και ενσωμάτωνε την πολυφωνία, ο χριστιανισμός την αντιλαμβάνεται ως κίνδυνο.
Η περιφρούρηση αυτή παρουσιάστηκε ως εγγύηση αλήθειας και αδιαβλητότητας. Στην πράξη όμως, το δόγμα δεν θωράκισε το αφήγημα· το ακινητοποίησε, το πάγωσε. Εκεί όπου η ελληνική σκέψη άφηνε χώρο στην ερμηνεία, την κριτική και την παρρησία, η χριστιανική θεολογία έστησε σύνορα. Και τα σύνορα -μέσα στην αυστηρότητά τους- δεν παράγουν αλήθεια, απλώς αποκλείουν την αμφισβήτηση.
Χαρακτηριστική είναι η ελληνική αντίληψη για το θείο όπως εκφράζεται ήδη στην τραγική ποίηση. Ο Αισχύλος γράφει:
«Ζεύς ἐστιν αἰθήρ, Ζεὺς δὲ γῆ, Ζεὺς δ᾽ οὐρανός, Ζεύς τοι τὰ πάντα χὤτι τῶνδ᾽ ὑπέρτερον».
Ο λόγος αυτός δεν καταργεί τον θεό ούτε τον απομυθοποιεί με τη νεωτερική έννοια· τον καθολικεύει. Δεν επιβάλλει δόγμα, αλλά ανοίγει ορίζοντα νοήματος.
Γι’ αυτό και η προσπάθεια να παρουσιαστούν οι Έλληνες φιλόσοφοι ως πολέμιοι της ελληνικής θρησκείας ή ως πρόδρομοι της χριστιανικής θεολογίας δεν είναι απλώς ιστορικά εσφαλμένη. Είναι εννοιολογικά αδύνατη. Η ελληνική σκέψη και η χριστιανική δογματική δεν συγκρούστηκαν επειδή έλεγαν τα ίδια με διαφορετικά λόγια, αλλά επειδή αντιπροσώπευαν δύο ασύμβατους τρόπους πρόσληψης της αλήθειας: τον ερευνητικό και τον δογματικό.
Η ελληνική αντίληψη για το θείο δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη ούτε δεσμευτική. Εκφράστηκε ποιητικά, φιλοσοφικά, φυσιοκρατικά και συμβολικά, χωρίς να απαιτεί ομοφωνία. Μερικά ενδεικτικά παραδείγματα αρκούν για να καταδείξουν το εύρος αυτό.
Ο Ηράκλειτος που απορρίπτει ρητά την θεωρία της δημιουργίας από κάποιον θεό (κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν ἁπάντων, οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν), δεν απορρίπτει τους θεούς· τους εντάσσει σε μια κοσμική λογική ενότητας και μεταβολής. Ο «Λόγος» δεν είναι «αντίπαλος» του θείου, αλλά η βαθύτερη δομή του κόσμου. Αναφέρει: «εἶναι γὰρ ἓν τὸ σοφόν, ἐπίστασθαι γνώμην, ὁτέη ἐκυβέρνησε πάντα διὰ πάντων», δηλαδή υπάρχει μία σοφία, η γνώση της αρχής (γνώμης/νόμου) με την οποία κυβερνώνται τα πάντα μέσω των πάντων. Αυτό δεν ταυτίζεται με προσωπικό θεό, με μυθολογικά πρόσωπα ούτε με μυθολογική αφήγηση. Το «σοφόν» δεν μιλά, δεν αποκαλύπτεται, δεν απαιτεί πίστη. Το θείο δεν περιορίζεται σε πρόσωπα και αφηγήσεις· είναι η ίδια η ενιαία τάξη του γίγνεσθαι. Είναι το κοσμικό, ρυθμιστικό και ενιαίο στοιχείο του κόσμου. Ο Ηράκλειτος αποπροσωποποιεί το θείο χωρίς να το αρνείται. Το μεταφέρει από το μύθο στον λόγο, από την αφήγηση στο γίγνεσθαι.
Ο Σωκράτης συχνά θεωρείται «χριστιανικός πρόδρομος» λόγω της έμφασης που δίνει στην ηθική και την εσωτερική αρετή. Ωστόσο, δεν μίλησε ποτέ για κατάλυση του ελληνικού πάνθεου. Στις αναφορές του επικαλείται θεότητες όπως ο Πάνας και ο Ασκληπιός και σέβεται τις παραδοσιακές λατρείες. Δεν εισήγαγε στην πράξη κανένα «νέο δαιμόνιο»• η διάσημη έννοια του δαιμονίου για τον Σωκράτη δεν είναι θεότητα που αντικαθιστά τις υπάρχουσες. Αλλά και ο «δαίμων» στην ελληνική ορολογία δεν έχει την αρνητική έννοια που του απέδωσαν αργότερα. Το δαιμόνιο αυτό είναι η εσωτερική φωνή ή καθοδήγηση που συνδέεται με την ηθική αυτοσυνείδηση του χαρακτήρα του ανθρώπου. Η φιλοσοφία του Σωκράτη δεν συγκροτεί δόγμα ούτε διεκδικεί αποκλειστικότητα της αλήθειας, αλλά είναι μέθοδος ερμηνείας και αυτογνωσίας.
Ο Σωκράτης κρίθηκε πολιτικά επικίνδυνος για τον Δήμο σε μια πολιτικά ταραχώδη εποχή για την Αθήνα μετά τον ολέθριο Πελοποννησιακό Πόλεμο και την Τυραννία των Τριάκοντα. Δεν δικάστηκε για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Αυτή η παρανόηση γίνεται συχνά γιατί οι περισσότεροι σκέφτονται με σύγχρονους όρους (χριστιανικούς) και αδυνατούν να κατανοήσουν τόσο το ιστορικό πλαίσιο όσο τον τρόπο λειτουργίας των Ελλήνων, που ως συνήθως τον διαστρεβλώνουν κατά τα δικά τους μέτρα και σταθμά.
Οι κατηγορίες ἀσεβείας στον ελληνικό κόσμο δεν συνιστούν θρησκευτικό δογματισμό ούτε δίωξη ιδεών. Δεν αφορούσαν “λανθασμένη πίστη”, αλλά ζητήματα δημόσιας τάξης και πολιτικής συνοχής. Η φιλοσοφική ερμηνεία του θείου καθαυτή ουδέποτε ποινικοποιήθηκε· αντιθέτως, η πολυφωνία της αποτελούσε δομικό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού.
Ο Αριστοτέλης μιλά για το «πρῶτον κινοῦν ἀκίνητον», όχι ως αντικείμενο λατρείας, αλλά ως φιλοσοφική αρχή. Δεν καταργεί τους θεούς της πόλης ούτε τους αντικαθιστά· απλώς κινείται σε διαφορετικό επίπεδο λόγου. Το θείο στον Αριστοτέλη δεν απαιτεί πίστη, ούτε αποκαλύπτεται· νοείται. Και αυτό ακριβώς δείχνει την ελληνική διάκριση μεταξύ θρησκευτικής πράξης και φιλοσοφικής ερμηνείας.
Οι Στωικοί ταυτίζουν τον Δία με τον λόγο της φύσεως, με την ειμαρμένη, με το πυρ που διαπερνά τα πάντα. Ο θεός δεν είναι «εκτός κόσμου», αλλά ο ίδιος ο κόσμος σε λογική τάξη. Δεν υπάρχει εδώ αποκλειστική αλήθεια· υπάρχει κοσμική νομοτέλεια.
Ακόμη και οι Επικούρειοι, οι πιο συχνά παρεξηγημένοι, δεν αρνούνται την ύπαρξη των θεών. Αρνούνται την παρέμβασή τους και τον φόβο που εμπνέουν. Οι θεοί υπάρχουν ως μακάριες υπάρξεις, όχι ως δεσπότες της ανθρώπινης ζωής. Η θρησκευτική αγωνία αντικαθίσταται από φιλοσοφική γαλήνη, όχι από άρνηση του θείου.
Ο Ξενοφάνης είπε «εἷς θεὸς ἔν τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισι μέγιστος, οὔ τι δέμας θνητοῖσιν ὁμοίιος». Ο Ξενοφάνης επικρίνει με αυτήν την φράση τον ανθρωπομορφισμό, όχι τη θεότητα. Μεταφέρει τη θεότητα από τον κόσμο της λαϊκής λατρείας στον χώρο της φιλοσοφικής αναζήτησης και προβληματισμού. Ωστόσο δεν καθιερώνει κάποιο δόγμα· ανοίγει προβληματισμό. Δεν ζητά να καθιερωθεί μια νέα και μοναδική θεότητα· ζητά από τον άνθρωπο να σκεφτεί πέρα από την δεισιδαιμονία.
Αν και οι ελληνικές φιλοσοφικές σχολές και οι Έλληνες φιλόσοφοι είχαν αντιπαλότητες και συγκρούσεις, εντούτοις η φύση αυτών των συγκρούσεων είναι εντελώς διαφορετική από την σύγκρουση που υπάρχει στην μονοθεϊστική διεκδίκηση αποκλειστικότητας στην «εξ αποκαλύψεως» αλήθεια. Ήταν θεμιτές και γόνιμες επιστημονικές αντιπαραθέσεις. Η σύγκρουση γεννά νέες ιδέες.
Οι διαφωνίες δεν σκόπευαν να διαφυλάξουν κάποιο δόγμα. Οι Έλληνες φιλόσοφοι διαφωνούσαν συχνά. Ο Αριστοτέλης επέκρινε τον Πλάτωνα, ο Πλάτωνας τον Δημόκριτο, οι Στωικοί τον Επίκουρο, κ.ο.κ. Αυτές οι συγκρούσεις αφορούσαν γενικότερη φιλοσοφική στάση, ερμηνεία, μέθοδο και κοσμοθεωρία, όχι την «αλήθεια του θείου» ως αποκλειστικό προνόμιο. Κανείς δεν έκανε λόγο για «αίρεση» ή «καταδίκη», δεν υπήρχε δόγμα για να παραβιαστεί.
Η διαφωνία είναι συνταγματική και πολιτική στην ελληνική σκέψη. Οι φιλοσοφίες δεν ήταν αφηρημένες αλλά έδιναν πρακτικές λύσεις για την κοινωνική και πολιτική ζωή. Η φιλοσοφία στην Ελλάδα ήταν πεδίο ανοιχτής συζήτησης, δεν ήταν θεολογία με την στενή θρησκευτική έννοια, δεν ήταν κρατική ή εκκλησιαστική «ορθοδοξία». Αντιθέτως, ήταν κοσμική και πολιτική στάση. Η αντιπαλότητα δεν σήμαινε απαγόρευση, αποκλεισμό ή σωτηριολογική δέσμευση. Αντίθετα, θεωρούνταν φυσικό και θεμιτό να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, ακόμη και ακραίες.
Συγκρούσεις λειτουργούσαν ως ενίσχυση της σκέψης. Η αντιπαράθεση μεταξύ σχολών συνέβαλε στην πνευματική εξέλιξη. Η σύγκριση, η κριτική και η αντίθεση επέτρεπαν στους στοχαστές να διατυπώνουν σαφέστερα τη θέση τους, να ελέγχουν επιχειρήματα και να εμβαθύνουν την κατανόηση του κόσμου. Δεν επρόκειτο για μονοπώλιο της αλήθειας, αλλά για διερεύνηση πολλών διαστάσεων της πραγματικότητας. Η ιδεολογική αντιπαλότητα ακόμη και η οξεία αντιπαράθεση ήταν φυσικό και ανθρώπινο να υφίσταται.
Στον χριστιανισμό, η διαφωνία δεν ήταν εργαλείο πνευματικής βελτίωσης, αλλά αιτία αποκλεισμού και τιμωρίας. Η ύπαρξη δόγματος και «ορθοδοξίας» σήμαινε ότι η απόκλιση ήταν απειλή, όχι ευκαιρία για διάλογο. Η μονοδιάστατη αντίληψη του θείου υπαγόρευε μια απάντηση: είτε αποδέχεσαι, είτε είσαι αιρετικός. Αυτό είναι ριζικά διαφορετικό από τον ελληνικό τρόπο.
Όλες οι προσεγγίσεις του ελληνικού κόσμου συνυπήρξαν. Καμία δεν ανακήρυξε τις άλλες «αιρετικές». Καμία δεν διεκδίκησε αποκλειστικότητα σωτηρίας. Καμία δεν περιφράχθηκε ως τελική και αμετάβλητη αλήθεια. Ούτε «πολέμησαν» για να εξοντώσουν τις διάφορες μορφές λατρείας που κατά καιρούς προέκυψαν όπως έκανε ο χριστιανισμός που ήθελε να επιβάλει ένα θρησκευτικό μονοπώλιο.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ριζική διαφορά με τη χριστιανική θεολογία: εκεί όπου ο ελληνικός κόσμος ανέχθηκε πολλαπλές ερμηνείες του θείου, ο χριστιανισμός απαίτησε μία. Εκεί όπου οι Έλληνες στοχάστηκαν, ο χριστιανισμός δογμάτισε. Και εκεί όπου υπήρχε φιλοσοφική ευρύτητα, εγκαθιδρύθηκε θεολογική μονομέρεια.
Επομένως όχι μόνο η ελληνική φιλοσοφία δεν απαξίωσε την πατρώα ελληνική λαϊκή θρησκεία αλλά την εμπλούτισε και την αναβάθμισε. Άλλωστε η ελληνική θρησκεία δεν έμενε στάσιμη και μονολιθική, βρισκόταν σε διαρκή εξέλιξη και ήταν εξαιρετικά προσαρμοστική, παρέχοντας παράλληλα στους Έλληνες τους απαραίτητους αιώνιους συμβολισμούς μέσα από τους θεούς, τους ναούς και τις εορτές ως βασικά σημεία αναφοράς του ελληνικού πολιτισμού και της άμεσης σύνδεσης με τους προγόνους τους.
Σε αυτά ο χριστιανισμός έβαλε τέλος, και γι’ αυτό είναι αποδεδειγμένα μια θρησκεία ξένη και ουσιωδώς ασυμβίβαστη με τον ελληνικό πολιτισμό συνολικά. Αυτό το ασυμβίβαστο οδήγησε τους χριστιανούς στην καταστροφή του ελληνικού κόσμου και στην μετάλλαξη των Ελλήνων μέσω αυτής της αλλότριας ανθελληνικής θρησκείας.
©Ἀθηναΐϛ Ξούθου
Σχολιάστε