4.2 Η ζωή στο Φιλιάτι μετά το ‘50

Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια η ζωή ήταν δύσκολη, το χρήμα λιγοστό και η φτώχεια μεγάλη, όμως οι άνθρωποι ήταν δεμένοι κι αγαπημένοι μεταξύ τους και οι κοινωνικές σχέσεις ανεπτυγμένες.
Όλοι πήγαιναν να ευχηθούν στις οικογενειακές χαρές, να συμπαρασταθούν στις λύπες, να βοηθήσουν στο χτίσιμο του σπιτιού και να συνδράμουν στο μάζεμα της ελιάς και στον ξέφλο του καλαμποκιού.
Σιγά σιγά η κατάσταση βελτιώθηκε, έφαγε ο κόσμος ψωμί και άρχισε να φτιάχνει τα σπίτια του κοιτάει και τη διασκέδασή του- να περάσει καλά. Ξαναβρήκαν τις παλιές καλές συνήθειες, τις εκδηλώσεις, τα πανηγύρια και τις δόξες τους- τον ΑΡΗ, τη μπάντα.
Οικιστικά το Φιλιάτι παραμένει το ίδιο, η πάνω γειτονιά- ράχη (ή τσούκα), που ήταν πυκνοκατοικημένη και η κάτω γειτονιά- λούτσα, από την κάτω πλατεία έως το γήπεδο που ήταν αραιοκατοικημένη. Ήταν αραιοκατοικημένη γιατί το χειμώνα γινόταν λίμνη- λούτσα- όπως δείχνει και η φωτογραφία που τράβηξε ιταλός του 1940, από τη θέση που είναι σήμερα η παιδική χαρά της πλατείας- απέναντι φαίνεται η ηλεκτρική και το λιοτρίβι του Αγγελόπουλου.
Το ιστορικό κέντρο των Φιλιατών ήταν από παλιά στην περιοχή με τα πούσια. Στο χώρο της εκκλησίας ήταν η κεντρική πλατεία, εκεί γινόταν οι εκδηλώσεις- στις εθνικές επετείους έπαιζε η μπάντα, χόρευαν μαθητές κλπ.
Τις καθημερινές γινόταν γήπεδο κι έπαιζαν ¨διπλό¨- ξεχώριζε στις τρίπλες ο Δημήτρης ο Τσαβέλης. Μετά έγινε γήπεδο μπάσκετ.
Εκεί που είναι το ιερό της εκκλησίας, ήταν τότε ένα οίκημα από πισσόχαρτο και στέγαζε προπολεμικά τα γραφεία της κοινότητας- μετά έγινε λέσχη αξιωματικών και αργότερα στέγασε την μπάντα.
Εκεί ήταν και το ιστορικό καφενείο ¨η ΟΑΣΗ¨ του Τάση Δήμου, με τον μεγάλο πλάτανο απέξω. Στο καφενείο αυτό γινόταν χαρές και πανηγύρια και όταν γινόταν αναμετάδοση ποδοσφαιρικών αγώνων από το ραδιόφωνο μαζεύονταν όλοι εκεί να ακούσουν- από το μεγάφωνο που έβγαζε το καφενείο στην αυλή.
Η πάνω πλατεία δημιουργήθηκε μετά την κατεδάφιση του τζαμιού το ‘45 και έγινε όμορφη και πρακτική- είχε γύρω γύρω μαγαζιά, καφενεία, εστιατόρια και βέβαια από εκεί περνούσες για να πας στην υπόλοιπη αγορά, που τελείωνε μετά το ΚΤΕΛ. Αυτή ήταν ουσιαστικά η κεντρική πλατεία του καιρού. Εκεί γινόταν και οι γιορταστικές εκδηλώσεις, έως τη δεκαετία του ‘70 που αναμορφώθηκε η μεγάλη- κάτω πλατεία.
Μετά την αποξήρανση της λούτσας και την αναμόρφωση της κάτω πλατείας το Φιλιάτι άρχισε να μεταφέρετε σε αυτή τη γειτονιά. Τέλος του ‘50 χτίστηκε το γυμνάσιο, η λέσχη, τα σπίτια των αξιωματικών, ομόρφυνε ο χώρος.
Τα απογεύματα άρχιζε η βόλτα, στο δρόμο της κάτω πλατείας, χειμώνα- καλοκαίρι, πάνω- κάτω, ώρες ατέλειωτες, βόλτες, νυφοπάζαρο και κοινωνική συναναστροφή.
Σαν βράδιαζε, από το σινεμά του Δάλλα ακούγονταν τραγούδια της εποχής, σημάδι ότι όπου νάναι θα άρχιζε η ταινία κι αν ήταν ελληνική σκοτωμός στην είσοδο για ένα εισιτήριο. Στην ¨ΟΑΣΗ¨ τα καλοκαίρια έστηνε το μπερντέ του ο Κώστας Ρήγας- πατρινός καραγκιοζοπαίχτης, ουρά τα πιτσιρίκια.
Δεν ξέρω αν τα ωραιοποίησα αλλά η καθημερινότητα ήταν ακόμη δύσκολη και η φτώχεια κυρίαρχη. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια κρέας τρώγανε μια φορά τη βδομάδα, ρούχα και παπούτσια περίμεναν το Πάσχα. Γι αυτό και οι γιορτές είχαν την τιμητική τους. Τις απόκριες έκαναν καρναβάλι, την Καθαρά Δευτέρα πήγαιναν στην εξοχή, στου Τάκα, έπαιζαν, χόρευαν και έτρωγαν τα νηστίσιμα.
Τη Μεγάλη Παρασκευή περιέφεραν τον επιτάφιο- στην ίδια μαγευτική διαδρομή.
Τη μέρα του Πάσχα πήγαιναν στο τάγμα, να γιορτάσουν μαζί με τα φανταράκια.
Τ’ Αϊ Γιωργιού και την πρωτομαγιά πήγαιναν στην πηγή τ’ Αϊ Γιώρη κάτω από το Φοινίκι και έψεναν αρνιά, έπιναν και χόρευαν.
Της Αγίας Τριάδας πήγαιναν στην εκκλησία, έκαναν λιτανεία και τα βράδια στα πανηγύρια με βιολιά στα μαγαζιά, στου Μέμμου, στου Δάλλα στην πάνω πλατεία, στου Γρηγόρη Δήμου, στου Νικόλα Παππά στον πλάτανο, αργότερα κλπ.
Το καλοκαιρινό σκηνικό της νεολαίας άρχιζε με τις πρώτες βουτιές στο ποτάμι, στις βίρες του Καραγκιόζη, τη στρόγγυλη. Αργότερα πήγαιναν στη Σαγιάδα με όποιο μέσο έβρισκαν. Με τις πρώτες ζέστες άρχιζε να στεγνώνει η λούτσα και τα παιδιά χωρίζονταν σε ομάδες τσούκα- αραβία (τσούκα η ομάδα που έμενε στην τσούκα, αραβία όσοι έμεναν εκτός ράχης). Έφτιαχναν μπάλες από τη λάσπη της λούτσας κι άρχιζαν να τις πετάν, η μια ομάδα στην άλλη. Εκείνος που την πλήρωνε ήταν η μάνα, πού να βρει το νερό, με τις βαρέλες το κουβαλούσαν, από τα πηγάδια.
Τον δεκαπενταύγουστο πολλοί πήγαιναν από την παραμονή στο μοναστήρι της Παναγιάς στο Γηρομέρι και κοιμόταν εκεί. Σαν ξημέρωνε η μέρα της γιορτής, μετά τη θεία λειτουργία, έψεναν, έτρωγαν κι έπιναν κάτω από τα δασιά πλατάνια.
Στις εθνικές γιορτές και στις παρελάσεις μαζεύονταν να χειροκροτήσουν τα παιδιά που έκαναν παρέλαση, τη μπάντα, το στρατό.
Το απόγευμα παρακολουθούσαν χορούς των σχολείων, του οικοτροφείου, της οικοκυρικής, με τραγούδια που έπαιζε η μπάντα.
Σχολιάστε