Η απελευθέρωση κι ο εμφύλιος απ’ τα μάτια ενός παιδιού
του Χρυσόστομου Ζούλα

Απελευθέρωση : Τα πολεμικά γεγονότα αλλάζουν το ’44 και όλα δείχνουν ότι πλησιάζει η ώρα της απελευθέρωσης. Το πανηγύρι άρχισε με την απόβαση των συμμάχων στη Νορμανδία, 5-6 Ιουνίου 1944, και στη Σικελία, στις 24 Ιουλίου.
Στις 22 Σεπτέμβρη έφυγαν Γερμανοί και οι μουσουλμάνοι από το Φιλιάτι και παντού κυριαρχούν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ.
Το πήραν απόφαση οι μεγάλοι της οικογένειας και ένα πρωί το Νοέμβρη του ‘44 πήραμε το δρόμο της επιστροφής στην ιδιαίτερη πατρίδα- 4 χρόνια από την πρώτη φυγή. Μετά από περιπετειώδη διαδρομή φτάσαμε στο Καλαμά. Εκεί βρήκαμε τον Βασίλη Τσάμη, υπεύθυνο της Λούντρας -έτσι λέγανε το πλωτό που περνούσε ο κόσμος, μια βάρκα δεμένη με έναν κρίκο σε ένα χοντρό σκοινί τεντωμένο από την μια όχθη στην άλλη.
Περάσαμε τελικά, συνεχίσαμε και φτάσαμε στους Φιλιάτες.
Κι αρχίζει τώρα ένας νέος αγώνας για μια καινούρια ζωή στην ιδιαίτερα αγαπημένη πατρίδα το Φιλιάτι. Είναι χειμώνας, πλησιάζει ο Δεκέμβρης του ‘44. Στο κέντρο των Φιλιατών εκεί που είναι σήμερα η πάνω πλατεία, ήταν το μεγάλο τζαμί των μουσουλμάνων, Κάποιος ανόητος Ζερβικός εγκέφαλος διέταξε και το κατεδάφισαν.
Εγώ με τα άλλα μεγαλύτερα παιδιά είμαστε οι ΝΕΟΛΑΙΟΙ του Ζέρβα. Οπλοφορούσαμε -αν είναι δυνατόν λόγω ηλικίας- και από του Μέμμου που ήταν το πόστο μας, συνοδεύαμε όποιον ερχόταν στους Φιλιάτες μέχρι τη χωροφυλακή για εξακρίβωση. Θυμάμαι και γελάω με τον εαυτό μου, εγώ ένα πιτσιρίκι με ένα ιταλικό όπλο σχεδόν μεγαλύτερο από μένα στο ύψος να συνοδεύω έναν πολίτη. Οι αγωνιστές όμως είχαν και ανάγκες καλής διατροφής και γι αυτό πηγαίνανε οι μεγαλύτεροι στους γύρω κτηνοτρόφους και ζητούσανε -άρπαζαν θα έλεγα- αρνιά. Ο σκοπός λέει ο λαός αγιάζει τα μέσα…Το φέρνανε και το ψήναμε. Το βράδυ δεν ξέρω ποιος έκανε έλεγχο. Εγώ και οι άλλοι «αγωνιστές» κοιμόμασταν στο σπίτι μας.
Οι αντάρτες του Ζέρβα στριφογυρνούσαν κάνοντας πλιάτσικο. Βγάζανε κουφώματα από τα σπίτια των μουσουλμάνων, τα φόρτωναν σε μουλάρια και τα πήγαιναν στα χωριά τους. Άκουσα πως στο σπίτι μου μέσα οι αντάρτες σκότωσαν έναν μουσουλμάνο κι εγώ όσο το σκεπτόμουνα… ριγούσα! Στο Μεντρεσέ, το παλιό ιερατικό σχολείο των μουσουλμάνων, εκεί που τώρα είναι η λέσχη αξιωματικών, ήταν συγκεντρωμένα γυναικόπαιδα μουσουλμάνων από τους Φιλιάτες και τα άλλα χωριά και κακοποιούνταν απάνθρωπα από κάποιους αντάρτες του Ζέρβα, που νόμιζαν ότι είναι …άνθρωποι. Θυμάμαι τον τρόμο που αισθάνθηκα μπαίνοντας για λίγα δευτερόλεπτα σ’ εκείνο το κολαστήριο. Εκεί μπροστά μου βρίσκονταν η απροκάλυπτη δυστυχία, ο πόνος, η πείνα, ο θάνατος. Παρότι μεγαλωμένος στα χρόνια του πολέμου και είχα δει κάποιες φρικτές καταστάσεις, έτρεξα φοβισμένος στη μάνα μου. Μου έπιασε το χέρι με αγάπη και μου είπε να μην ξαναπάω εκεί. Θα σου εξηγήσω αργότερα είπε. Δεν πήρα εξήγηση ποτέ, και έμεινα με το ερώτημα «Γιατί;»
Είμαστε στο Δεκέμβρη του ‘44 και πληροφορίες δεν είναι καλές. Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ είχαν επικρατήσει και οι δυνάμεις του Ζέρβα υποχωρούσαν άτακτα. Οι φιλιακιώτες, άλλοι χαίρονταν και άλλοι τρομοκρατήθηκαν κι ετοιμάζονταν να φύγουν. Ένας φώναζε στα αρβανίτικα ¨άστε μο, έρδι παπόρι τι κόπρενα, κάτρ τσιμινιέρε¨- τάχα θάρθει καράβι στην κόπρενα να πάρει όσους ήθελαν να φύγουν.. κορόιδευε. Εμείς οι νέοι θέλοντας να εμψυχώσουμε τους κατοίκους παρελάσαμε με τον οπλισμό μας στη αγορά των Φιλιατών τραγουδώντας. Συμμετείχα κι εγώ παρ’ ότι είχα πυρετό από μια πρόκα που είχε μπει στο πόδι μου απ την αρβύλα. Ικανοποιημένοι για τον αγώνα που κάναμε, πήγαμε στα σπίτια μας. Το βράδυ, πολύ αργά, κτυπάει η πόρτα, κάποιος ήρθε και είπε στον πατέρα ¨… έρχονται του ΕΑΜ¨.
Νέο φευγιό, φορτωθήκαμε ό,τι μπορούσαμε και μεσάνυχτα, μιας νύχτας του Δεκέμβρη, φτάνουμε στον Καλαμά. Εκατοντάδες άνθρωποι μέσ’ τα μαύρα μεσάνυχτα στην όχθη ενός αγριεμένου ποταμού, με έναν παγωμένο αέρα, να προσπαθούν να περάσουν απέναντι, με μια μικρή βαρκούλα- μια νύχτα του διαβόλου. Ασφαλώς δεν υπήρχε σειρά ή τάξη. Όποιος μπορούσε, έσπρωχνε, χτυπούσε, κάποιος χαστούκισε τον πατέρα μου. Πανικός. Μανάδες φώναζαν να βρουν τα παιδιά τους, δεν ήξεραν αν πέρασαν απέναντι ή τα πήρε το ποτάμι.
Το πρωί φθάσαμε στην Ηγουμενίτσα. Κι εκεί πανικός. Έρχονται οι κομουνιστές! Πήγαμε στο σπίτι του Βασιάδη. Μείναμε μια μέρα. Την επόμενη μέρα ήρθαν αγγλικά πολεμικά πλοία, μας μετέφεραν με καΐκια σε αυτά και πήγαμε στη Κέρκυρα.
Σε δυο περίπου μήνες άλλαξε η κατάσταση στην πατρίδα και ο πατέρας πήγε στους Φιλιάτες για να ξεκινήσει δουλειά σε μαγαζί με τρόφιμα, τα τσιγάρα, τσιμέντα κ. α. Πήγαινα κι εγώ τακτικά να βοηθήσω στο μαγαζί ιδιαίτερα στις γιορτές και διακοπές.
Ο εμφύλιος δεν είχε τελειώσει ακόμη. Οι μάχες στη Μουργκάνα μαίνονται μεταξύ στρατού και ανταρτών του ΕΛΑΣ. Στους Φιλιάτες είχαν φέρει πολλές στρατιωτικές δυνάμεις. Κάθε μέρα σχεδόν, υπήρχαν κηδείες στρατιωτών από τις μάχες. Μια ακόμη φορά στην παιδική μου ηλικία είχα την εμπειρία του πολέμου. Οι αφηγήσεις των μεγάλων που άκουγα, έλεγαν για τους ληστοσυμμορίτες κομμουνιστές, που βασάνιζαν φρικτά τα θύματά τους και εκτελούσαν όσους δεν τους ακολουθούσαν. Πέρασαν κάποια χρόνια για να ακούσω για τα βασανιστήρια ανθρώπων από τις κυβερνητικές δυνάμεις, μόνο με αφορμή ότι είχαν βοηθήσει κάποιον συμμορίτη. Έμαθα για την κόλαση της Μακρονήσου και τα άλλα κολαστήρια που είχαν ιδρυθεί τότε.
Με τον καιρό οι μάχες τελείωσαν στην περιοχή και η ζωή έμπαινε σιγά-σιγά σε καλύτερους ρυθμούς.
Σχολιάστε