
Πέρα από τον χριστιανικό μύθο της ανάστασης, των θαυμάτων, της παρθενογένεσης κλπ, ας δούμε 4 άλλους συνηθισμένους χριστιανικούς μύθους-αφηγήματα.
1ος μύθος: «Ο χριστιανισμός επικράτησε ειρηνικά»
Πολλοί νομίζουν ότι ο χριστιανισμός εξαπλώθηκε αποκλειστικά μέσω πειθούς και αγάπης, χωρίς βία ή καταναγκασμό.
Η ιστορική πραγματικότητα είναι πως ο χριστιανισμός ξεκίνησε μεν ειρηνικά, κυρίως ως κίνημα εντός του ιουδαϊκού κόσμου (προσηλυτιστική προπαγάνδα του Παύλου σε κοινότητες Εβραίων σε διάφορες πόλεις της ρωμαϊκής επικράτειας), ωστόσο, η επικράτησή του στο Ρωμαϊκό κράτος τον 4ο αιώνα έγινε υπό κρατική προστασία και στη συνέχεια καταναγκασμό.
Με τον Κωνσταντίνο, ο χριστιανισμός άρχισε να απολαμβάνει προνόμια και να καταργεί αντίπαλες θρησκείες. Με τον Θεοδόσιο Α’ (379–395 ), οι «παγανιστικές» πρακτικές ποινικοποιήθηκαν, ναοί καταστράφηκαν, και η «ελληνική ειδωλολατρία» χαρακτηρίστηκε παράνομη.
Ο χριστιανισμός ξεκίνησε ειρηνικά. Χρησιμοποίησε τον λόγο και τους χριστιανούς «απολογητές» θεολόγους για να προπαγανδίσει το δόγμα του. Σίγουρα υπήρξαν άνθρωποι που πείστηκαν. Άλλοι είδαν τον Ιησού ως έναν ακόμη θεό στο υπάρχον πάνθεο. Η καθιέρωσή του όμως αργότερα ως επίσημης και μετά ως μοναδικής θρησκείας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας οδήγησε στην καθολική κρατική επιβολή με βία και όχι ειρηνικά μέσα.
Τα ιστορικά στοιχεία που αποδεικνύουν την βίαιη επικράτηση του χριστιανισμού είναι συντριπτικά και τα βλέπουμε ακόμη και σήμερα στα ερείπια των ελληνικών αρχαιολογικών χώρων-ναών.
2ος μύθος: «Ο χριστιανισμός κατάργησε τη δουλεία»
Η ιδέα ότι ο χριστιανισμός ήταν μια ηθική δύναμη που «ελευθέρωσε τους σκλάβους» στη ρωμαϊκή κοινωνία δεν ισχύει.
Η ιστορική πραγματικότητα είναι πως ο χριστιανισμός δεν κατήργησε τη δουλεία. Στις επιστολές του Παύλου (π.χ. Εφεσίους 6:5–9, Κολοσσαείς 3:22) οι δούλοι καλούνται να υπακούν στους κυρίους τους, ενώ οι κύριοι να φέρονται δίκαια.
Οι χριστιανικές αρχές προέτρεπαν σε ηθική μεταχείριση, όχι σε κατάργηση του θεσμού.
Η δουλεία συνέχισε να υπάρχει στην Ρωμαϊκή και στην έπειτα αποκαλούμενη «βυζαντινή» κοινωνία. Ο χριστιανισμός κήρυξε στην θεωρία πνευματική ισότητα, χωρίς γενική κοινωνική επαναστατική αλλαγή στην πράξη.
Στη συνέχεια ο χριστιανισμός μετρίασε μερικά σκληρά στοιχεία της δουλείας, αλλά δεν την κατήργησε.
3ος μύθος: «Ο χριστιανισμός διέσωσε την αρχαία ελληνική γραμματεία»
Πολλοί νομίζουν εσφαλμένα ότι χωρίς την Εκκλησία θα είχαμε χάσει όλη τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία των αρχαίων Ελλήνων.
Η ιστορική πραγματικότητα είναι ότι οι χριστιανοί δεν κατέστρεψαν όλα τα έργα, αλλά η χριστιανική «Εκκλησία» εξαφάνισε το μεγαλύτερο μέρος της «παγανιστικής» (όπως την αποκαλούσε) λογοτεχνίας και φιλοσοφίας.
Ναοί και βιβλιοθήκες καταστράφηκαν. Έργα που θεωρούνταν «αιρετικά» ή «αντιχριστιανικά» δεν αντιγράφηκαν. Έργα «επικίνδυνα» ή «μη χριστιανικά» κάηκαν.
Ορισμένα έργα διασώθηκαν από μοναστήρια, κυρίως μεταφράσεις στα λατινικά και αραβικά (οι Άραβες επίσης διέσωσαν αρκετά έργα), αλλά η επιλογή των σωζόμενων έργων δεν ήταν πλήρης. Παράλληλα συνεχιζόταν η καταστροφή π.χ. όταν χρειάζονταν πάπυροι για να γραφούν «ανώτερα» χριστιανικά έργα και υπήρχε έλλειψη παπύρου. Αυτά είναι σήμερα τα λεγόμενα παλίμψηστα.
Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί ο χριστιανισμός να διεκδικεί και να αξιώνει ότι συνέβαλε στην διάσωση εκείνων που δεν θα χρειάζονταν διάσωση αν δεν υπήρχε η στοχοποίησή τους από τον χριστιανισμό. Με απλά λόγια, πώς ζητά να αναγνωριστεί ως διασώστης εκείνος που κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας γραμματείας και διατήρησε ουσιαστικά ένα μικρό ποσοστό αυτής;
Η «διάσωση» ήταν άλλωστε τυχαία και μη συστηματική. Δεν ήταν μια σκόπιμη «συνεισφορά» του χριστιανισμού στη γνώση. Ενώ όσα έργα διατηρήθηκαν στόχευαν στην εκμετάλλευση από τους χριστιανούς ιδεών ή μαθημάτων στην χρήση του υψηλής ποιότητας ελληνικού λόγου, π.χ. ρητορική. Άρα, η χριστιανική «Εκκλησία» διατήρησε επιλεκτικά ορισμένα έργα, αλλά ΔΕΝ «έσωσε» την αρχαία ελληνική γραμματεία.
4ος μύθος: Οι διωγμοί κατά των χριστιανών από «ειδωλολάτρες».
Αυτό το θέμα κατ’αρχάς αφορά την ρωμαϊκή εξουσία και όχι τους Έλληνες ή την θρησκεία των Ελλήνων.
Οι πρώτοι Χριστιανοί, κατά τους πρώτους δύο αιώνες μετά τον Χριστό, θεωρούνταν συχνά απλώς μια νέα αίρεση ή θρησκευτική ομάδα μέσα στη ρωμαϊκή κοινωνία, όπως και άλλες μυστηριακές λατρείες της εποχής. Μόνο σταδιακά οι ρωμαϊκές αρχές άρχισαν να τους βλέπουν ως απειλή στην κοινωνική ή πολιτική τάξη.
Για μεγάλο διάστημα δεν υπήρχε ειδικό νομικό πλαίσιο εναντίον των Χριστιανών, και το ρωμαϊκό κράτος συνήθως τους αντιμετώπιζε με το γενικό νόμο για «παράνομες ενώσεις» (collegia illicita), παρά με ένα σύστημα καταδίωξης με κεντρική εντολή.
Η ρωμαϊκή πολιτεία θεωρούσε ότι η πίστη στους θεούς του κράτους και η λατρεία του αυτοκράτορα ήταν απαραίτητα στοιχεία της κοινωνικής συνοχής και της ευημερίας. Η άρνηση των Χριστιανών να συμμετάσχουν σε αυτές τις θυσίες (π.χ. στα δημόσια θύματα) θεωρήθηκε σε κάποιες περιπτώσεις αντικαθεστωτική πράξη.
Αντίθετα με ό,τι συχνά λέγεται στη λαϊκή αφήγηση, δεν υπήρξε συνεχής, μόνιμη, και συστηματική αυτοκρατορική εκστρατεία κατά των Χριστιανών από τον 1ο ως τον 4ο αιώνα. Οι διωγμοί ήταν μεμονωμένοι, ως επί το πλείστον τοπικοί ή εξαρτώμενοι από τις περιστάσεις και το χαρακτήρα των αυτοκρατόρων, και όχι ένας συστηματικός, για παράδειγμα, ρωμαϊκός «πολεμικός σχεδιασμός» για εξόντωση των πιστών.
Οι πιο αξιόπιστες σύγχρονες ιστορικές εκτιμήσεις θέτουν τον συνολικό αριθμό των Χριστιανών που εκτελέστηκαν λόγω θρησκείας ανάμεσα σε μερικές χιλιάδες έως περίπου 10.000 σε όλη την διάρκεια των 3+ αιώνων πριν το 313 μ.κ.χ.
Για παράδειγμα, στον Διωγμό του Διοκλητιανού (303–311) εκτιμάται ότι σκοτώθηκαν περίπου 3.000–3.500 άτομα σε όλη την αυτοκρατορία.
Οι διώξεις άλλων περιόδων (όπως υπό τον Δέκιο, κ.λπ.) είχαν πολύ μικρότερους αριθμούς θανάτων, μερικές εκατοντάδες το πολύ σε καθεμία.
Να τονίσουμε ότι οι αριθμοί αυτοί είναι πολύ μικροί σε σύγκριση με τον συνολικό πληθυσμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (πολλών δεκάδων εκατομμυρίων) και με θανάτους από άλλες αιτίες, όπως επιδημίες ή πολέμους ή με θανάτους άλλων ομάδων που υπέστησαν διώξεις.
Οι πρώιμες χριστιανικές πηγές (π.χ. Ευσέβιος, Μαρτυρολόγια, συναξάρια) έχουν συχνά θεολογική ή ιδεολογική σκοπιμότητα. Παρουσιάζουν τους διωγμούς ως σκληρούς, συνεχείς και καθολικούς, για να δείξουν την αντοχή της πίστης και την αξία των μαρτύρων.
Από την άλλη πλευρά, μη χριστιανικές ρωμαϊκές πηγές, όπως οι επιστολές του Πλινίου του Νεότερου ή τα έργα του Τάκιτου, επιβεβαιώνουν περιστατικά δίωξης και του βασανισμού, αλλά όχι σε τόσο «εκτεταμένη» ή «ολοκληρωτική» μορφή όπως απεικονίζεται στα μαρτυρολόγια.
Γιατί λοιπόν υπάρχει υπερβολή στις παραδόσεις των μαρτύρων;
Ως νικητές, οι χριστιανοί παρουσίασαν την νίκη τους από την δική τους οπτική.
Η χριστιανική παράδοση αποδίδει συχνά «στρατιές» μαρτύρων και υψηλούς αριθμούς θυμάτων, επειδή τα μαρτυρικά αφηγήματα χρησίμευαν ως πνευματικό πρότυπο υπέρβασης και θυσίας για τις κοινότητες, δηλαδή για πιο αποτελεσματικό προσηλυτισμό.
Είναι επίσης γνωστό ότι ο φανατισμός των πιστών της χριστιανικής θρησκείας οδηγούσε σε έναν υπέρμετρο ζήλο ομολογίας πίστης με την οποία πολλοί χριστιανοί ουσιαστικά επεδίωκαν τον θάνατο και τον χαρακτηρισμό τους ως μαρτύρων, μιμούμενοι τα πάθη του μεσσία της θρησκείας τους, ώστε να έχουν μια βέβαιη θέση στον παράδεισο, όπως πίστευαν.
Οι Ρωμαίοι δεν επεδίωξαν να εξαφανίσουν τον Χριστιανισμό. Δεν υπήρχε συνολική «εκστρατεία εξολόθρευσης». Οι διωγμοί ελάχιστα υπήρξαν συντονισμένοι παντού στην αυτοκρατορία εκτελούμενοι ταυτοχρόνως και με διάρκεια. Πολιτικές δίωξης ποίκιλλαν ανάλογα με τον αυτοκράτορα, τις τοπικές συνθήκες και κινδύνους για το κράτος, και σε πολλές περιοχές οι Χριστιανοί ζούσαν σχετικά ειρηνικά.
Η ύπαρξη του Χριστιανισμού δεν απειλήθηκε από την Ρώμη ή την «ειδωλολατρία». Δεν υπήρξε θέμα «θρησκευτικής επιβίωσης» όπως έγινε αντίθετα με την «ειδωλολατρία» όταν επικράτησε ο χριστιανισμός. Ο στόχος των Ρωμαίων δεν ήταν η παντελής εξαφάνιση του Χριστιανισμού. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ούτε είχαν τέτοια ενιαία πολιτική ούτε βούληση, ούτε ήταν σε θέση (λόγω κοινωνικών, θεσμικών και άλλων περιορισμών) να το πετύχουν.
Η ιστορική έρευνα δείχνει επίσης καθαρά ότι οι Χριστιανοί δεν ήταν η μόνη ομάδα που υπέστη διώξεις στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Οι περισσότεροι σύγχρονοι ιστορικοί συμφωνούν ότι ΔΕΝ υπήρξε μοναδικός, πρωτοφανής διωγμός αποκλειστικά κατά των Χριστιανών. Οι Χριστιανοί εντάσσονται σε ένα ευρύτερο μοτίβο ρωμαϊκής καταστολής. Οι διώξεις τους ήταν αποσπασματικές, τοπικές, συνδεδεμένες με πολιτική ανησυχία, όχι μίσος κατά της πίστης τους.
Οι ρωμαϊκές αρχές δεν δίωκαν «θρησκείες» καθεαυτές, αλλά συμπεριφορές, ομάδες ή πρακτικές που θεωρούσαν επικίνδυνες για την publica pax, την κοινωνική τάξη και τη νομιμότητα του κράτους.
Η εικόνα των Χριστιανών ως μοναδικών ή κατεξοχήν θυμάτων θρησκευτικού μίσους δεν επιβεβαιώνεται ιστορικά, είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν μεταγενέστερης νικηφόρας αφήγησης, και αποσιωπά ότι πολλές ομάδες (ιδίως οι Ιουδαίοι και οι Δρουΐδες) υπέστησαν ασύγκριτα βαρύτερη καταστολή.
Οι Εβραίοι ήταν οι πιο βαριά και συστηματικά διωκόμενοι. Οι Ιουδαίοι υπέστησαν στρατιωτικές εκστρατείες, μαζικές σφαγές, εκτοπίσεις και καταστροφή ιερών – κάτι που δεν συνέβη ποτέ σε αυτή την κλίμακα στους Χριστιανούς.
Επίσης οι Δρουΐδες (Κελτικές θρησκευτικές ελίτ) στοχοποιήθηκαν ρητά και ιδεολογικά, επειδή είχαν πολιτική επιρροή, λειτουργούσαν ως ενοποιητικός θεσμός αντίστασης, τελούσαν πρακτικές που οι Ρωμαίοι θεωρούσαν «απαράδεκτες» (π.χ. ανθρωποθυσίες).
Εναντίον τους υπήρξε απαγόρευση της δρουιδικής θρησκείας, Εκτελέσεις, Καταστροφή ιερών (ιδίως στη Βρετανία, νήσος Μόνα). Εδώ έχουμε κρατική απαγόρευση θρησκείας, κάτι που ΔΕΝ ίσχυσε ποτέ συνολικά για τον Χριστιανισμό.
Επί Δομιτιανού διώχθηκαν ακόμη και οι Στωικοί φιλόσοφοι με εξορίες και εκτελέσεις.
©Ἀθηναΐϛ Ξούθου
Σχολιάστε