«Έρχονται οι εποχές, κοιτάνε νοσταλγικά και χάνονται.» Γιάννης Βέλλης
Απομονωμένη φώναζε, όλο και περισσότερο/ όμως η φωνή δεν έβγαινε, βαθιά μέσα παραμόνευε/ είχε βαρεθεί να παραδίνεται, να δίνει και να ξαναδίνει/ χωρίς ποτέ να πάρει κάτι, όχι δεν ήταν λυπημένη/ οργισμένη ήταν, λείπανε οι άνθρωποι από τις εξελίξεις/ φαντάζονταν, έρχονταν άνθρωποι, όλο αγάπη, έστρωναν το τραπέζι μαζί/ πέθαιναν για λίγο έρωτα, όσο χαμόγελα φεύγανε στον ορίζοντα/ μετά στέκονταν σε ένα ξεροπόταμο, το νερό κατέβαινε κρυφά σε μια λακιά και χάνονταν σε πυκνά χόρτα/ ήθελε περισσότερο νερό να πνίξει τον πόνο της, όμως δεν έρχονταν/ καλοκαίριασε άλλωστε για τα καλά, έβραζε ο ήλιος από ικανοποίηση, σε κάποια παραλία/ απρόσεκτη σκάλωσε σ’ ένα αδιέξοδο, δεν χωρούσε να περάσει εύκολα, το πάλεψε, δεν άντεξε γύρισε πίσω/ προσεύχονταν να μη τραυματίσει το όμορφο που απέμενε, διεκδικούσε/ τελικά βαρέθηκε, πάντα βαριόταν ό,τι δεν ξεπερνούσε, ναι, διαπίστωσε, είμαι θλιμμένη όσο νυχτώνει και νύχτωσε.» Γιάννης Βέλλης
«Αφυδάτωση, τραβήξαν όλες τις σκέψεις μας,
στον κατήφορο και ξεψυχάνε.» Γιάννης Βέλλης
«Και το έργο χιλιοπαιγμένο, η ίδια σκηνοθεσία, η ίδια παράσταση, το ίδιο βαρυσήμαντο φόντο στον τοίχο/ λέγανε πως είχε πάντα επιτυχία, πολλά εισιτήρια στη διάβα του, ακόμα και χειροκροτήματα/ για να πουλήσουν πάλι, την ίδια στερημένη εκδοχή, σε πεινασμένους κι αχόρταγους θεατές/ μα η αλήθεια ήταν αλλιώς, υπήρχε έλλειψη νέων ιδεών, ακόμα κι ελαχίστης εφευρετικότητας/ τίποτα δεν έπειθε πια, για την όποια αξία του, ούτε η καλύτερη διαφήμιση/ είχε χαθεί στη μετριότητα, στη σκοπιμότητα της στιγμής, απλά συνέχιζε τελειωμένο». Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε