«Ήταν ο άνεμος, πάλευε τις τελευταίες λέξεις, μέχρι να κερδίσει/ τίποτα δεν άφηνε όρθιο, ηγεμόνευε αντιστάσεις, ξεσήκωνε/ κάθε τι που στέκονταν, αγκυλωμένο σε ένα φράκτη ή μια ζωή/ όλα άλλαζαν, όσο η σκόνη γύριζε και έτρωγε τις καρδιές μας/ κοιτώ ψηλά από συνήθεια τελευταία και μετά, σιωπηρά, κλείνω την πόρτα/ για λίγη ησυχία, ό,τι φωνάζει χαλάει το μυαλό μου, ίσως και το χρώμα μου.» Γιάννης Βέλλης
Στέκεσαι στο παράθυρο, όσο έξω χάνεται η βροχή/ στην αγκαλιά του ανέμου κι η θάλασσα μετράει κύματα/ όμως ακόμα ψάχνεις, χωρίς να πιστεύεις πια/ σε κάποια απάντηση ή δικαιολογία.» Γιάννης Βέλλης
«Η νύχτα, πλησιάζει τα πρώτα παράθυρα, σκοτεινιάζουν οι σκέψεις σου/ το φως αδύνατο, παγιδευμένο, αδυνατεί να σε ξεκουράσει/ ξεχασμένες μουσικές, ξεχασμένα χρόνια, ξεχασμένες ζωές, προκαλούν αναστάτωση/ θελήματα των ανθρώπων, περνάνε, ονειρεύονται, σβήνουν στα ξημερώματα/ η πόλη σου τρελάθηκε απόψε, μουρμουρίζει πάλι, μα δεν το παραδέχεται.» Γιάννης Βέλλης
«Έτσι απλά κοιτάχτηκαν, μια ματιά, δεν μίλησαν ποτέ, τι κρίμα/ εκείνος την αγάπησε πολύ, εκείνη το αποδέχτηκε, μα έφυγε/ τι κρίμα η καρδιά της έτρεχε ποιο γρήγορα από τα μάτια της, κάπου χάθηκε/ χρόνια έρχονταν και ξανάρχονταν, φλυαρούσαν για την ίδια αγάπη.» Γιάννης Βέλλης
«Μετράς χρόνια, σκέφτεσαι, πόσο τα αγάπησες και τα αγαπάς ακόμα.» Γιάννης Βέλλης
«Έρχονται οι άχρωμες απουσίες, μαζεύονται, τίποτα ξεχωριστό, στριμώχνονται, φιγουράρουν την ανυπαρξία τους/ στέκεσαι προσεκτικά, θέλεις να τους κόψεις τον αέρα, με αυτό ζουν, σ’ αυτό προσκυνούν ή θυσιάζουν/ παράξενο, η ειρωνεία είναι ότι ο κόσμος, δεν κατάλαβε ποτέ την απουσία τους, κάνανε και τόσο δρόμο, στην αφάνεια.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε