3.5. Κοινότητα Φιλιατών και επαρχία Θυάμιδος

Οι Φιλιάτες μετά την απελευθέρωση ήταν μια όμορφη κωμόπολη της βορειοδυτικής Ελλάδας. Η πόλη ήταν κτισμένη πάνω σε δυο λόφους, τη ράχη ή τσούκα και το λόφο Στέρα, με ελάχιστες κατοικίες εκτός λόφων- λόγω των προβλημάτων απο τα νερά της εποχικής λούτσας (όπου σήμερα η κεντρική πλατεία, γυμνάσιο κλπ). Στην πόλη έλειπαν βασικές υποδομές, δεν υπήρχαν αυτοκινητόδρομοι που να την ενώνουν με άλλες περιοχές. Επίσης, η ύδρευση από πηγάδια καθως και άλλες συνθήκες υγιεινής ήταν άθλιες. Ο πληθυσμός της πόλης διακρίνονταν σε χριστιανούς, μουσουλμάνους και λίγους εβραίους. Είχε διοικητικές, οικονομικές, στρατιωτικές κλπ αρχές, καλή αγορά, πολλά χάνια και εργαστήρια.
Μετά την απελευθέρωση έγιναν οι ακόλουθες διοικητικές μεταβολές: με το ΦΕΚ 184Α – 19/08/1919– σύσταση της κοινότητας Φιλιατών νομού Ιωαννίνων με έδρα τον οικισμό Φιλιατών. Με τον ΦΕΚ 119Α- 01/04/1937- η κοινότητα Φιλιατών αποσπάται από το νομό Ιωαννίνων στο νομό Θεσπρωτίας. Με το ΦΕΚ 31Α- 27/02/1947: το Φιλιάτι έγινε δήμος. Ο πανελλήνιος εμποροβιομηχανικός- επαγγελματικός οδηγός του 1933 έχει και τα παρακάτω στοιχεία:
«Φιλιάτες: Κωμόπολις του νομού Ιωαννίνων έχουσα 2.250 κατοίκους. ΄Έχει επίνειον την Σαγιάδα ήτις συγκοινωνεί μετά της Κερκύρας δια βενζινοπλοίου. Αρχαί: Κοινοτικόν Συμβούλιον, έπαρχος. Υποδιοίκησις Χωροφυλακής, Ειρηνοδικείον, Α΄Λόχος 8ου Συνοριακού Τομέως, Ταμείον, Εφορία, Επιθεωρητής Δημοτικών Σχολείων, Ημιγυμνάσιον, Φιλομουσικός ΄Όμιλος, Δημόσιον Οικοτροφείον Θηλέων και Ορφανοτροφείον Αρρένων, Υποκατάστημα Τραπέζης Αθηνών.
Επαρχία- υποδιοίκηση Φιλιατών
Οι Φιλιάτες παρέμειναν και με την ελληνική διοίκηση ως το διοικητικό κέντρο και η πόλη- αγορά της περιοχής. Ονομαζόταν υποδιοίκηση Φιλιατών ως το 1930 που βαφτίστηκε επαρχία Θυάμιδος- συμπεριλάμβανε στη δύναμή του την Ηγουμενίτσα και αρκετά χωριά της. Στην απογραφή του 1920 είχε 76 κοινότητες και 23 συνοικισμούς με συνολικό πληθυσμό 31.938 κατοίκους.
Την επαρχία την χαρακτηρίζει ποικιλόμορφο ανάγλυφο- ορεινό κυρίως, σχηματιζόμενο από τις δυτικές οροσειρές της Πίνδου που χαμηλώνουν προς το ιόνιο και αναδεικνύουν μικρές πεδινές εκτάσεις που τελειώνουν στην πεδιάδα της Σαγιάδας. Οι πεδινές εκτάσεις καλύπτουν μόνο το 5% περίπου της έκτασης της επαρχίας, το δε φυσικό λιμάνι της Σαγιάδας αποτελούσε και αποτελεί το μόνο αξιοποιημένο λιμάνι.
«Σμικρογραφία όλης της γης», χαρακτήρισε την περιοχή- ποιητικά ο Πουκεβίλ.
Το κλίμα της επαρχίας είναι κατά βάση μεσογειακό, στην ανώτερη ορεινή ζώνη μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ηπειρωτικό- με αρκετές βροχοπτώσεις ενώ σπανίζουν οι χιονοπτώσεις. Αυτό ευνοεί την ανάπτυξη πλούσιας χλωρίδας και πανίδας. Η ανατολική πλευρά του Φαρμακοβουνίου, έως τις υπώρειες της Μουργκάνας είναι δασωμένη και σ’αυτή ζουν, εκτός των άλλων και πολλά αγριογούρουνα.
Η οικονομική δραστηριότητα της επαρχίας περιορίζονταν στην κτηνοτροφία- στα ορεινά και ελάχιστη γεωργία στον βαλτώδη κάμπο. Σε μικρότερο βαθμό συμμετείχε το εμπόριο, ενώ οι τέχνες με σινάφια ειδικευμένων κασσιτερωτών, βαρελάδων κλπ αλώνιζαν την Ελλάδα. Σημαντικό μέρος του πληθυσμού ήταν μετανάστες στις παραδουνάβιες χώρες, την Πόλη, την Αίγυπτο και την Αμερική.
Ουσιαστικές αλλαγές μετά τους βαλκανικούς πολέμους
Η Ελλάδα ηρέμησε από τους πολέμους το 1923- τον Γενάρη υπόγραψε συνθήκη, περί ανταλλαγή πληθυσμών, με την Τουρκίας. Ενάμισι εκατομμύριο χριστιανοί ήρθαν και πεντακόσιες χιλιάδες μουσουλμάνοι έφυγαν. Οι μουσουλμάνοι της θεσπρωτίας, καθ’ υπόδειξη της ιταλικής προπαγάνδας δήλωσαν Αλβανοί και δεν ανταλλάχτηκαν. Δολοφόνησαν οι ίδιοι τον Ρουστάν- πρόεδρο της Βάρφανης, επειδή είχε διαφορετική άποψη. Τελικά, έφυγαν ελάχιστοι, οι πολλοί έμειναν και ο τόπος ατύχησε- γιατί πήγαν στη Μακεδονία τους 18.000 πρόσφυγες που προόριζαν για τη Θεσπρωτία. Έμειναν μερικές εκατοντάδες στο Ντούσκο που το μετονόμασαν σε Νέα Σελεύκεια και ελάχιστοι σε άλλες πόλεις της Θεσπρωτίας. Στο Φιλιάτι έμειναν 5-6 οικογένειες, Αγαρτζίδη, Ευθυμιάδη, Ιασιμόπουλου, Ιωακειμίδη κλπ.
Το 1923, όσα κτήματα δεν καλλιεργούνταν, απαλλοτριώθηκαν. Η περιοχή Ντούσκο (μετέπειτα Νέα Σελεύκεια) ήταν κτήμα του Φιλιατιώτη αγά Σέλφο Μαχμούτ Σέικο- απαλλοτριώθηκε, εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες κι ο αγάς αποζημιώθηκε. Από μαρτυρία του αείμνηστου Γκέλε Μεμή: «είχε πολύ παρά ο αγάς, είχε 2.000 στρέμματα στο Ντούσκο, είχε και κούλια δικιά του, είχε μαγαζιά πολλά, το φούρνο του Γιώρη Μαντζιάρα, και άλλα. Το σαράι του ήταν κάτω στου Γιόγιακα κοντά, αλλά, τον περισσότερο καιρό ήταν στο Παρίσι, έρχονταν, μάζευε τον παρά κι έφευγε».
Σχολιάστε