3.4. Μικρασιατική εκστρατεία & φιλιατιώτικη ιστορία

Στις 19 Μαΐου του 1919 ο ελληνικός στρατός μπαίνει στη Σμύρνη. Ήταν και πολλοί από την περιοχή μας, ανάμεσά τους κι ο Βαγγέλης Γεωρ. Λιανός- το φιλιατόπουλο που πήγε εθελοντής στα 18 του.
Στη Μικρά Ασία ζούσαν τότε 1.694.000 Έλληνες και άλλοι 731.000 στη Θράκη και στην Πόλη. Επίσης 350.000 στην περιοχή Τραπεζούντας και 70.000 στα Άδανα. Σύνολο 2.845.000 Έλληνες που αποτελούσαν το 20% του πληθυσμού της περιοχής και κυριαρχούσαν οικονομικά. Είχαν καταφέρει να διατηρήσουν την πολιτιστική τους κληρονομιά παρότι ζούσαν σε εχθρικό περιβάλλον. Είχαν 2.177 σχολεία, με 177.505 μαθητές και 4.596 δάσκαλους, καθώς και 2.232 εκκλησίες.
Πολλοί από όσους συμμετείχαν στη μικρασιατική εκστρατεία δεν γύρισαν ποτέ- άφησαν τα κόκκαλα τους στη χαμένη πατρίδα. Ο Βαγγέλης Λιανός ήταν από τους τυχερούς. Επέζησε κι επέστρεψε στο Φιλιάτι μετά από πεντέμισι χρόνια μέσα από μια μυθιστορηματική περιπέτεια- σαν από θαύμα- έζησε, δημιούργησε και χάρηκε τη ζωή. Η ιστορία αυτή μοιάζει με παραμύθι, αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινή και μας την μετάφεραν με ευλάβεια οι γιοί του Δημήτρης και Θεολόγος.

«Πήγα- αφηγούταν ο ίδιος- από τους πρώτους στη Μικρασία. Πολεμήσαμε γενναία και φτάσαμε μέχρι το Σαγγάριο- έξω απ’ την Άγκυρα. Τρείς φορές είχα τραυματιστεί και άλλες τόσες είχα παρασημοφορηθεί. Το καλοκαίρι του ‘22 τα πράγματα άλλαξαν, οι σύμμαχοι μας πούλησαν. Οι Τούρκοι συγκρότησαν στρατό τον οποίο εκπαίδευαν Γερμανοί, άρχισαν αντεπιθέσεις κι εμείς αρχίσαμε να οπισθοχωρούμε. Ομαλά στην αρχή, κακήν κακώς αργότερα. Κρατήσαμε γερά στη Σμύρνη αλλά δεν αντέξαμε. Τον Σεπτέμβρη του 1922 οι Τούρκοι μπαίνουν στη πόλη και γίνεται χαμός κι οδυρμός. Πολλούς από μας τους στρατιώτες, μας συλλάβανε και όσους δεν μας σκοτώσανε μας εντάξανε σε τάγματα εργασίας. Δουλειά σκληρή, πείνα, δίψα, ξύλο, ξεφτελισμός και πολλοί δεν άντεξαν, τους έφαγε το σκοτάδι. Εγώ έζησα από θαύμα!
Μας έριξαν σε κάτι μπουντρούμια άθλια χωρίς τίποτε από τα αναγκαία και ζούσαμε με λίγο νερό κι ελάχιστο φαί. Μόλις έφεγγε η μέρα μας χώριζαν σε ομάδες και μας πήγαιναν για αγγαρείες, μέχρι να σκοτεινιάσει. Άλλοι στα χωράφια, άλλοι στα ζώα, άλλοι σε άλλες δουλειές- πάντα με τη συνοδεία οπλισμένων και άγριων Τούρκων. Εγώ έτυχα στη Σμύρνη κι επειδή ήξερα από μαραγκός με έστελναν μαζί με άλλους να επισκευάζουμε σπίτια που είχαν πάθει ζημιές- τα φτιάχναμε για να μένουν αξιωματικοί κλπ. Μια μέρα μας πήγαν σε μια μισογκρεμισμένη εκκλησιά να πάρουμε ότι υλικό μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε για τη δουλειά που κάναμε.
Μπήκα μέσα και μου σφίχτηκε η καρδιά, τι να δεις, τα ‘χαν κάνει όλα λίμπα. Μπαίνω στο Ιερό και βλέπω πάνω στην Άγια Τράπεζα το Άγιο Δισκοπότηρο σκεπασμένο με το μαντήλι- μέσα είχε ακόμη μεταλαβιά. Έχυσα τη μεταλαβιά στην προσκομιδή και πήρα το μαντήλι στην τσέπη. Δίπλα στην Άγια Τράπεζα, πεταμένη κάτω ήταν μια πάνινη εικόνα κι έσκυψα να τη μαζέψω. Την ώρα που την δίπλωνα μπαίνει στο Ιερό ένας Τούρκος συνοδός μας και μόλις είδε τι κάνω αγρίεψε, με έβρισε και μου έριξε μια με το κοντάκι στο κεφάλι. Άρχισαν να μου τρέχουν αίματα, που έπεσαν και πάνω στην εικόνα. Αυτός ικανοποιήθηκε που με είδε με τα αίματα κι έφυγε προς τους άλλους. Τότε εγώ δίπλωσα γρήγορα την εικόνα και την έβαλα στον κόρφο. Μόλις την έβαλα στον κόρφο σταμάτησαν τα αίματα να τρέχουν σταμάτησε να με πονάει και το κεφάλι. Θαύμα σκέφθηκα κι από τότε δεν έβγαλα την εικόνα απ’ τον κόρφο.
Έτσι πέρναγαν οι μέρες και οι νύχτες έως ότου μια μέρα με το που χάραξε ήρθε στο μπουντρούμι ένας τούρκος λοχίας και πήρε εννιά από μας. Μας πήγε σε ένα κτίριο που ήταν το επιτελείο ενός ταγματάρχη και μας είπε να περιμένουμε. Την ώρα που περιμέναμε στην αυλή έξω απ’ το κτίριο κουβεντιάζαμε μεταξύ μας και γνωριστήκαμε. Από τους εννιά της παρέας ο ένας ήταν ο Πλαστήρας από την Πλεσίβιτσα, ένας άλλος από την Κέρκυρα κι οι άλλοι από άλλα μέρη της Ελλάδας. Όση ώρα ήμασταν εκεί απ’ έξω και περιμέναμε ρίχναμε και καμιά λέξη στ’ αρβανίτικα για να μη καταλαβαίνουν οι Τούρκοι που έφερναν γύρω. Μια γυναίκα- που όπως έμαθα ήταν υπηρέτρια του Ταγματάρχη- πέρασε κι άκουσε που μιλάγαμε κι αρβανίτικα και πάει και του το λέει, ¨κάποιοι εκεί έξω μιλάνε τη γλώσσα σου¨. Στέλνει αυτός το λοχία και μας ανέβασε όλους απάνω, στο γραφείο του. Μας μίλησε στα ελληνικά και ρώτησε, ¨ποιος μίλαγε αρβανίτικα εκεί έξω;¨. Του είπαμε εμείς και ρώτησε εμένα, ¨και που τα ξέρεις εσύ τα αρβανίτικα;¨ . Εγώ είμαι από έναν τόπο που τα μιλάνε αφέντη, του απάντησα. ¨Κι από ποιόν τόπο είσαι εσύ ορέ, με ρώτησε¨. Από την Ήπειρο αφέντη, απ’ την τσιαμουργιά, από το Φιλιάτι¨. Μόλις του ‘πα τσιαμουργιά και Φιλιάτι, άλλαξε χρώμα και είδα μια μαλακωσιά και μια γλυκάδα στο πρόσωπό του. ¨Και πως σε λένε εσένα από το Φιλιάτι;¨ με ρωτάει. Βαγγέλη Λιανό, του λέω. Τότε έρχεται κοντά μου κολλάει το πρόσωπό του στο δικό μου και με ρωτάει ¨εμένα με γνωρίζεις;¨. Όχι αφέντη, του λέω, που να σε ξέρω. ¨Και που το ‘χεις το σπίτι στο Φιλιάτι ορέ Βαγγέλη;¨, συνεχίζει να ρωτάει εμένα. Κοντά στην ¨Αραδιά αφέντη, του λέω, στου Γούλα- κάτω από του Στέρα. ¨Τι λες όρε Βαγγέλη, ήμασταν γείτονες και δε με γνώρισες;¨. Όχι αφέντη, του λέω, δε σε γνώρισα. ¨Άκου Βαγγέλη, εμείς φύγαμε μόλις πήραν τον τόπο οι Έλληνες και ήρθαμε στην Πόλη, έχω ακόμα σόι εκεί, τον Δερβίση τον έχω πρώτο ξάδερφο, τον ξέρεις;¨. Τον ξέρω πως δεν τον ξέρω, του λέω εγώ, και καλά μάλιστα. Κατάλαβα πως ο ταγματάρχης είχε συγκινηθεί, κάλεσε τον λοχία και του είπε, ¨πάρτους αυτούς τους εννιά να πάνε χαμάμ, να τους δώσεις ρούχα και φαγητό κι ένα κονάκι να μείνουν εδώ κοντά, από δω και πέρα θα δουλεύουν για μένα¨.
Φύγαμε από ‘κει με χαρά μεγάλη, μας έσωσες αδερφέ μου έλεγε η παρέα- εγώ σκεφτόμουν την εικόνα στον κόρφο- αυτή μας έσωσε.
Από τότε άλλαξε η ζωή μου και της παρέας μου, πηγαίναμε όπου μας έστελνε ο ταγματάρχης και δουλεύαμε αλλά ξεφύγαμε απ’ το μπουντρούμι. Εμένα με έπαιρνε ο ταγματάρχης και στο σπίτι του και κουβεντιάζαμε με τις ώρες. Με αγάπησε σαν πατριώτη και μου φέρθηκε σαν αδερφός. Ήθελε να με παντρέψει και με μια δικιά του αλλά εγώ το μυαλό το είχα στους δικούς μου, στο Φιλιάτι.
Πέρναγε ο καιρός, είχαν περάσει πεντέμισι χρόνια που πρωτοπάτησα στη Σμύρνη, με βόηθαγε ο πατριώτης αξιωματικός, πέρναγα καλύτερα από πρώτα, αλλά ο πόνος της πατρίδας και των δικών μου, μού ‘τρωγε τα σωθικά. Σαν είχα αποκτήσει μεγάλη φιλία κι εμπιστοσύνη με τον αξιωματικό τού έλεγα πως πονάω τον τόπο μου και θέλω να φύγω, τον έβλεπα που στεναχωριόταν κι αυτός μαζί με εμένα- καλός άνθρωπος τι να πω. Μια μέρα μου λέει ¨Βαγγέλη το πήρα απόφαση, θα κανονίσω να φύγεις να πας στον τόπο μας¨. Μου φύγε το μυαλό απ τη θέση του, τον πήρα αγκαλιά και τον έσφιγγα, του φίλαγα τα χέρια. Χάρηκε με τη χαρά μου και μου είπε να προσέχω γιατί δεν θα είναι εύκολο και να μην το πω σε κανέναν. Του ‘πα και για τους άλλους τους φίλους μου και μου είπε ναι και γι΄αυτούς κάτι θα κάνω. Δεν είχα τι να πω. ¨Θέλω, μου είπε, ¨όταν θα πας στο Φιλιάτι να βρεις τους δικούς μου, να τους τα πεις και να μου τους φιλήσεις¨. Μετά από λίγες μέρες ήρθε ένα βράδυ ο λοχίας και μας πήρε και με προφυλάξεις μας πήγε στο λιμάνι σε ένα Ιταλικό εμπορικό καράβι. Ο Ιταλός καπετάνιος δεν δέχτηκε να μας πάρει, φοβήθηκε, γιατί αν φυγάδευες αιχμάλωτους σε καθάριζαν οι Τούρκοι. Ο λοχίας ειδοποίησε τον πατριώτη τον ταγματάρχη και ήρθε ο ίδιος εκεί, μίλησε στον καπετάνιο, τού ‘δωσε κι ένα πουγκί ασημένια μετζίτια και τελικά μας πήρε. Αγκαλιαστήκαμε με τον αξιωματικό και φιληθήκαμε για τελευταία φορά- δεν θα τον ξεχάσω ποτέ. Το καράβι μας έβγαλε στη Νάπολι και μετά μέσω Ερυθρού Σταυρού γυρίσαμε στην Αθήνα και μετά Φιλιάτι.
Όταν με είδαν στο Φιλιάτι ζουρλάθηκαν- με είχαν για σκοτωμένο, μου είχαν κάνει και τα τρίχρονα. Εμένα μου ήρθε η καρδιά στο τόπο της, στους δικούς μου στις αγκαλιές τους- χάρη στην Άγια εικόνα μου, τη θαυματουργή. Με έβαζαν και τους έλεγα τις ιστορίες για τη Μικρασία και δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Μου είπαν να πάω να κάνω τα χαρτιά για σύνταξη που είχα κουφαθεί από τους τραυματισμούς και να μου δώσουν τα παράσημα που είχα χάσει, δεν έκανα τίποτε. Μου έφτανε που γύρισα στην πατρίδα, στους δικούς μου. Την εικόνα την έβαλα στο μπαούλο μαζί και το μαντήλι, ήταν για μένα πράγματα ιερά, χάρη στα θαύματά της ζούσα. Όμως μετά από λίγο καιρό άρχισα να μην έχω καλό ύπνο, έβλεπα όνειρα ότι είμαι στη Σμύρνη κι ότι με βασάνιζαν.
Μια μέρα που ήρθε ο παπάς στο σπίτι- κάθε μήνα τότε ο παπάς πήγαινε στα σπίτια για αγιασμό- του είπα, παπά μου το και το. Με ρώτησε αν έχω κάνει κάποιο τάμα και δεν το τήρησα του είπα όχι κι εκεί που έκανε να φύγει του είπα για την εικόνα. Α, αυτό είναι- μου είπε- πρέπει να φέρεις την εικόνα στην εκκλησία. Έτσι κι έκανα, μετά από έξι χρόνια αποχωρίστηκα την άγια εικόνα. Πήγαινα όμως στη εκκλησιά και την προσκύναγα που έκανε για μένα τόσα θαύματα και κρατήθηκα στη ζωή.
Σχολιάστε