«Ήταν η πόλη, δική μας εικόνα; τι πιστεύεις αλήθεια;/ ότι την παρθενιά της την έχασε μόνη, στις πέτρες και τα μάρμαρα/ αγναντεύοντας σκεπτικά, τον ήλιο και τα αστροφέγγαρα;/ εμείς της δώσαμε τη φωτιά και την αμαρτία, όλες τις αισθήσεις μας/ μαζί βιώσαμε φόβο, τρόμο, έρωτα, αδικίες, ακόμα και τον θάνατο/ ήταν κι αυτή η κακιά εποχή που μας ήθελε, καθοδηγούσε/ να καταστρέφουμε κάθε δημιουργία, πρώτα ότι έμοιαζε με την εικόνα μας.» Γιάννης Βέλλης
«Μαζεμένες οι λέξεις σε μια γωνιά, στέκονται ευλαβικά, να βλέπουν θέλουν τη συνέχεια/ όσο ο άνεμος αγριεμένος, χτυπά τις μισοδιαλυμένες πόρτες και κοντράρει τα κεραμύδια/ έρχεται πάλι φουρτούνα, η άμμος το φωνάζει, γυρίζοντας στα χόρτα, τις ζωές μας/ αναστατωμένα ψαροπούλια, μετράνε τα οργισμένα κύματα, όσο φουντώνουν φωνάζοντας/ βράζει η θάλασσα, καθώς γκριζάρει ο ορίζοντας στα μάτια της, αντιστέκεται/ τα βράχια μαυρισμένα γέρικα, αγκαλιάζουν αχόρταγα, την νοτισμένη αρμύρα/ μακριά κάπου έρχεται κάπου χάνεται, ένα μικρό καράβι, που ίσως δεν γεννήθηκε ποτέ/ νησί των ανέμων, λέγανε τον τόπο μας, μα οι λέξεις τόσες σαν φάρος στέκονταν.» Γιάννης Βέλλης
«Ξεκίνησε επιτέλους η βροχή, γκριζαρισμένος ο ορίζοντας επιμένει, όσο άνεμος ταξιδεύει αχόρταγα μέσα στις καρδιές μας/ εσύ πάλι χάνεσαι, μόνο η εικόνα σου κρατιέται σκαλωμένη σε κλαδί λεμονιάς μισοτσακισμένο στη ζωή μου/ ξέρεις ο χρόνος σβήνει το τσιγάρο του βασανιστικά στις αναμνήσεις, ανοίγοντας καινούργιες πληγές/ τώρα στο δρόμο θα καλημερίσω το αύριο, εκεί που κρυφοπαίζει με το παρόν/ σε μια αλάνα, απ’ αυτές που αφήσαμε για να βρίσκουμε όταν πονάμε διέξοδο.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε