Σωτήρης Λ.Δημητρίου

Οι γυμνασιακές μου σπουδές στην Ηγουμενίτσα είχαν ένα ξεκίνημα που έμοιαζε περισσότερο με σκηνικό θεατρικής παράστασης παρά με οργανωμένη σχολική ζωή. Θυμάμαι ακόμη την πρώτη αίθουσα, ένα χαμηλό ισόγειο κτίσμα στα Πλατάνια, “στου Τσώνη”, όπως το αποκαλούσαμε όλοι με μια οικειότητα που έσπαγε τη σοβαρότητα της μαθητικής μας ηλικίας. Τα θρανία στριμωγμένα, οι τοίχοι νωποί, το φως να μπαίνει δειλά από τα παράθυρα και να φωτίζει πρόσωπα γεμάτα ανυπομονησία. Κάπου στο κέντρο της πόλης, τα κορίτσια ξεκινούσαν τη δική τους πορεία σε άλλο νοικιασμένο ισόγειο, στη γωνία της Εθνικής Αντίστασης με την Ευαγγελιστρίας, απέναντι από τον παιδικό σταθμό. Ήταν λες και δύο παράλληλοι κόσμοι, έτοιμοι όμως κάποτε να ενωθούν. Και πράγματι, όταν φτάσαμε στη δευτέρα τάξη, έγινε το αναμενόμενο βήμα. Μαζί, αγόρια και κορίτσια, βρεθήκαμε στη μεγάλη αίθουσα της νότιας πλευράς του Γυμνασίου. Το κτίριο έμοιαζε να μας αγκαλιάζει με την ευρυχωρία του, σαν να αναγνώριζε ότι μεγαλώναμε και χρειαζόμασταν περισσότερο χώρο, όχι μόνο για τα θρανία μας αλλά και για τα όνειρά μας. Ο ήχος των φωνών μας αντηχούσε πιο δυνατά εκεί μέσα, γεμίζοντας τον αέρα με μια αίσθηση συλλογικής νεότητας και υπόσχεσης για το μέλλον.
Σχολιάστε