«Ένα γκριζάρισμα, στο φως, μια σκοτεινιά, η ψυχή/ στη σειρά στρατιωτάκια, το έργο παίζεται και θέλει συνέχεια, πολλά επεισόδια/ λίγη οργή, ένα κακό χαμόγελο, ειρωνεία της στιγμής/ φρεσκοξυρισμένα μυαλά, στον ήλιο καίγονται/ περιμένοντας μια οδηγία, ένα αντικείμενο, της παρακμής, για προσκύνημα/ θεός το στρατόπεδο κι οι ρόλοι, θεατρινισμός, το γυαλισμένο άρβυλο/ μαυρίζει το μπλουζάκι, σαν έμπλαστρο πλεγμένο τραβάει το δέρμα, απλόχερα/ σε μια παρεξήγηση, όπου φυλετικά, διακρίνεται το αύριο/ σκοτωμένοι, εδώ και ώρα, ζητούν δικαίωση, σε ένα φαύλο κύκλο/ φωτιάς, μαύρου, παράνοιας, όσο με ευλάβεια, δείχνει τα σύμβολα/ πριν χωρίσει το σκοτάδι, από τη νύχτα μας.» Γιάννης Βέλλης
«Αυτές οι πεζούλες πέφτανε, δεν είχανε λόγο να καρτερούν, να περιμένουν/ φεύγαν τα χρόνια, φεύγαν οι εποχές, μα περισσότερο εμείς/ όπως τα χελιδόνια γεμίζαμε καλώδια, όλοι στη σειρά, έτσι ήταν το ταξίδι κι οι οδηγίες/ μετά τραβάγαμε για μακριά, μαζί και τα παιδιά, ο κόσμος μας/ κι όμως δε γυρίσαμε ξανά ποτέ, μάθαμε σε άλλους τόπους, βολευτήκαμε/ μόνο στα όνειρα γυρίζαμε, κάτω από τα δέντρα μουρμουρίζαμε, γελάγαμε, ίσως να κλαίγαμε από χαρά/ έρχονταν στιγμές που και πεζούλες ξαναχτίζαμε, σαν αέναη επιστροφή στην εγκατάλειψη/ εξιλέωση, σε ό,τι αγαπήσαμε πολύ και το θάψαμε βαθιά εκεί πίσω, να μη το τρώει ο άνεμος, οι καταιγίδες.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε