Φιλιάτες, Ιστορικά & Λαογραφικά στοιχεία 30
Ο Γλάδστων στο Φιλιάτι

Είναι γνωστό ότι ο Γλάδστων- μετέπειτα πρωθυπουργός της Αγγλίας- είχε επισκεφθεί τους Φιλιάτες. Την επίσκεψη κατέγραψε ο Άρθουρ Γκόρτον- γραμματέας του και εμπεριέχεται στο βιβλίο του Morley με θέμα το ΙΟΝΙΟ- έκδοσης1858.
«Θα σου αρέσει η περιγραφή μιας εκδρομής που έκανε χτες όλη η συντροφιά στην Αλβανία για να επισκεφθεί μια ηλικιωμένη και πλούσια γαιοκτήμονα που ζει σ’ ένα μεγάλο ερειπωμένο κάστρο σ’ ένα μέρος που λέγεται Φιλιάτες. Είναι ίσως η σπουδαιότερη προσωπικότητας σ’ εκείνα τα μέρη και κρίθηκε σωστό να την επισκεφτεί ο λόρδος ύπατος αρμοστής αν ήθελε να δει την Αλβανία… Ήταν ένα ωραίο πρωινό, και το πρόγευμα είχε σερβιριστεί στο μπαλκόνι του ιδιαιτέρου διαμερίσματος, που βλέπει προς τον κήπο και έχει την ωραιότερη θέα απ’ άκρη σ’ άκρη του στενού. Ο Γλάδστων ήταν στα μεγάλα κέφια του, μιλούσε συνέχεια και έκανε τρέλες σα μικρό παιδί. Μετά το πρόγευμα, η λέμβος του λόρδου υπάτου αρμοστού και οι βάρκες του «Τρομερού» μας πήγαν στην όμορφη μικρή κανονιοφόρο.
Φτάσαμε στη Σαγιάδα, σε δύο ώρες περίπου, κατά την αποβίβαση μας υποδέχτηκε ο διοικητής της επαρχίας, που είχε έρθει από τους Φιλιάτες για να μας προϋπαντήσει. Πήγαμε στο σπίτι του Άγγλου υποπρόξενου, ενώ το μακρύ καραβάνι των αλόγων ετοιμαζόταν να ξεκινήσει, αλλά ύστερα από λίγα λεπτά ο Γλάδστων άρχισε να αδημονεί φανερά και επέμεινε να ξεκινήσουμε με τα πόδια και φυσικά ακολούθησα. Ήρθε μαζί μας κι ο γέρο-καμαρότος και μια πεζή συνοδεία από οχτώ παλληκάρια με άσπρες φουστανέλες. Η υπόλοιπη συντροφιά πήγε καβάλα, και όταν σε λίγο φτάσαμε στην κορυφή ενός μικρού λόφου και κοιτάξαμε πίσω, η μακριά συνοδεία, που ξεκινούσε από τη Σαγιάδα και προχωρούσε στο στενό υπερυψωμένο καλντερίμι, που ξετυλίγονταν παράλληλα με το μονοπάτι μας, παρουσίαζε ένα όμορφο θέαμα με τις σιλουέτες των καβαλάρηδων να προβάλλουν πάνω στο φόντο της θάλασσας.
Οι Φιλιάτες είναι περίπου 12 μίλια από τη Σαγιάδα, ίσως και παραπάνω, το μονοπάτι ορεινό και άγριο και η θέα από εκεί απάνω ωραία σε πολλά σημεία. Τα παλληκάρια της συνοδείας μας πυροβολούσαν συνέχεια προς όλες τις κατευθύνσεις με τα μακριά σαν των Αφγανών όπλα τους, προς μεγάλη στεναχώρια του Γλάδστων, αλλά ήταν αδύνατο να τους σταματήσει κανένας. Πρόσκοποι στους λόφους ειδοποίησαν πως πλησιάζαμε, και κατά την είσοδό μας στους Φιλιάτες γίναμε δεκτοί από όλο τον πληθυσμό. Μπροστά το προσωπικό της Βαλιντέ πίσω οι δημογέροντες, κατόπι οι χοτζάδες με τα πελώρια πράσινα σαρίκια τους, η χριστιανική κοινότητα, και τέλος στην κορυφή του λόφου, ο μικρός εγγονός της Βαλιντέ, πολυτελέστατα ντυμένος και συνοδευόμενος από τον παιδαγωγό του κι από μερικούς μαύρους σκλάβους.
Το αγοράκι χαιρέτησε το Γλάδστων κατά το μουσουλμανικό τρόπο με πολλή χάρη και αξιοπρέπεια κι ύστερα μας οδήγησε στο κάστρο, όπου βρήκαμε τους υπόλοιπους κατοίκους της πόλεως, όσους δεν είχαν λάβει μέρος στην υποδοχή, συγκεντρωμένους σε γραφικές ομάδες πάνω στο μαλακό πράσινο γρασίδι και κάτω από τα πελώρια πλατάνια.
Το κάστρο είναι μια ερειπωμένη περιοχή από τείχη και πύργους, με κτίρια όλων των ειδών και των εποχών στο εσωτερικών του. Η ίδια η Βαλτινέ, φορώντας πράσινο μεταξωτό και πανωφόρι από γούνα, ακολουθούμενη από δύο μαύρες σκλάβες που κρατούσαν την ουρά, μας δέχτηκε στο κεφαλόσκαλο και μας οδήγησε σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο περιτριγυρισμένο με ντιβάνια, που έπιαναν τις τρεις πλευρές του. Μας έφεραν γλυκό και νερό, και τσιμπούκια και καφέ, όπως συνηθίζεται. Μερικά από τα φλιτζάνια και οι φιλιγκράν βάσεις τους ήταν ωραιότατα.
Βγήκαμε να δούμε την πόλη, κι ένας ψηλός μαύρος σκλάβος πήγανε μπροστά μας, φορώντας ένα πολυτελέστατο σακάκι από μπλε βελούδο και κρατώντας στο χέρι ένα θαυμάσιο ασημένιο μπαστούνι. Μ’ αυτόν οδηγό επισκεφθήκαμε τα χάνια, το παζάρι και το τζαμί. Όχι μόνο μας επέτρεψαν να μπούμε στο τζαμί φορώντας τα παπούτσια μας, αλλά όταν ο Γλάδστων εξέφρασε την επιθυμία ν’ ακούσει το κάλεσμα στην προσευχή , ο μουεζίνης διατάχθηκε ν’ ανέβει στο μιναρέ και να φωνάξει το αζάν δύο ώρες πριν από την κανονική ώρα.
Το θέαμα του πρασινοσαρικοφορεμένου ιμάμη να φωνάζει το αζάν για ένα Φράγκο, ήταν πολύ παράξενο και η ατελείωτη ποικιλία των ενδυμασιών του πλήθους που είχε κατακλύσει τα μπαλκόνια γύρω από το τζαμί πολύ γραφική. Η πύλη του κάστρου παρουσίαζε κι αυτή ένα γραφικό θέαμα. Υπηρέτες και φρουροί, σκλάβοι και στρατιώτες, ακόμα και γυναίκες, στέκονταν χαζεύοντας εκεί, κι ένα ωραίο, ήμερο θηλυκό ζαρκαδάκι έπαιζε με τα όμορφα, φανταχτερά ντυμένα παιδάκια που ήταν μαζεμένα κάτω από τον αχανή θόλο της.
Δειπνήσαμε σ’ ένα άλλο μεγάλο δωμάτιο. Μέτρησα τριάντα δύο φαγητά, ή μάλλον πιάτα, γιατί κάθε πιάτο έρχεται στα τουρκικά γεύματα ξεχωριστά και θεωρείται αγένεια να μη φάει κανείς απ’ όλα. Το γραφικότερο και πιο ασυνήθιστο μέρος του δείπνου ήταν ο τρόπος που φωτιζόταν το δωμάτιο. Οχτώ ψηλοί Αλβανοί με εντυπωσιακό παρουσιαστικό στεκόταν πίσω μας σαν αγάλματα κρατώντας ο καθένας τους από ένα κερί στο χέρι. Μου θύμισαν τους δαδοφόρους που βοήθησαν το Σκώτο λόρδο να κερδίσει το στοίχημα στο «Θρύλο των Μοντρόζ»
Μετά το δείπνο ακολούθησε ένα παρατεταμένο και βαρετό διάλειμμα για να καπνίσουμε και να πούμε ιστορίες στα σκοτεινά, και ζητήσαμε από το Λακάϊτα να μας απαγγείλει ιταλικά ποιήματα, πράγμα που έκανε με μεγάλη επιτυχία, αραδιάζοντας το ένα σονέτο του Πετράρχη ύστερα από τα’ άλλο, μαζί και κείνο που ο πατέρας μου θεωρεί το ωραιότερο την ιταλική γλώσσα και που μιλάει για το «αστραποβόλημα του αγγελικού γέλιου» . Αυτό μου έδειξε πόσο εύκολο είναι μα επηρεαστεί κανένας από τις συνήθειες ενός τόπου. Δεν υπάρχει άνθρωπος λιγότερο ανατολίτης από τον Γλάδστων. Κι όμως όταν παρακίνησε τον Λακάϊτα ν’ απαγγείλει έκανε ακριβώς ό,τι κάνει κάθε Πασάς μετά το δείπνο όταν ζητάει από τον παραμυθά του να επαναλάβει μια ιστορία. Εν τω μεταξύ εξαπέστειλαν τις κυρίες στο χαρέμι για τη νύχτα μαζί με τη λαίδη. Μπόουεν για διερμηνέα. Ο λόρδος ύπατος αρμοστής, οι δύο γραμματείς του, οι τρεις υπασπισταί του, λοχαγοί. Μπλόμφιντ και Μαντρικάρντι και ο υποπρόξενος κοιμήθηκαν μαζί σ’ ένα δωμάτιο, κι αυτό όχι πολύ μεγάλο και ξαπλώσαμε όλοι ο ένας δίπλα στον άλλο, κάτω από παπλώματα από χρυσοΰφαντο μεταξωτό της Προύσας, που τύλιξαν γύρω μας κάτι υπέροχοι Αλβανοί.
Ο Γλάδστων διασκέδασε προσπαθώντας να μαντέψει αν παραβαίναμε τις διατάξεις του νόμου του λόρδου Σάφτεσμπρι περί στεγάσεως εις επιπλωμένα δωμάτια. (Σημ. Μεταφρ: Νόμος που απαγόρευσε τη διανυκτέρευση περισσοτέρων από έναν ορισμένο αριθμό ατόμων σε κάθε δωμάτιο). Ύστερα από ένα μήνα λιακάδας χωρίς ένα σύννεφο, του κάπνισε του καιρού να βρέξει εκείνη τη νύχτα μέσα σ’ όλες στις νύχτες του χρόνου και να βρέξει έτσι όπως βρέχει μόνο σ’ εκείνα τα μέρη. Ο Γλάδστων κι εγώ κατεβήκαμε πάλι με τα πόδια, παρ’ όλον τον αέρα, τη βροχή και τη λάσπη, και όλα τα παλληκάρια της συνοδείας μας, για να κρατήσουν ψηλά το ηθικό τους υποθέτω, τραγουδούσαν εν χορό με αγριοφωνάρες σ’ όλη τη διαδρομή. Κοντέψαμε να κολλήσουμε για καλά στο τέλμα κοντά στη Σαγιάδα και φτάσαμε στο «Όσπρεϊ» βρεγμένοι ως το κόκκαλο. Τα χέρια μου ήταν τόσο παγωμένα που μόλις μπορούσα να κρατήσω το τιμόνι της βάρκας.
Φυσικά είχαμε φτάσει πολύ πριν από τους καβαλάρηδες και αναγκαστήκαμε να περιμένουμε. Το τι φάγαμε στο πρόγευμα δε λέγεται! Φυσικά εκείνοι από εμάς που μπορούσαν να φάνε, γιατί η θάλασσα ήταν ταραγμένη και ο Γλάδστων και οι κυρίες ξάπλα και αξιολύπητοι. Το σχόλιο του Γλάδστων στο ημερολόγιό του είναι σύντομο:
«Η συνολική εντύπωση είναι θλιβερή: παντού βρίσκεις νωθρότητα, σαπίλα, αποτελμάτωση. Φαίνεται σα να μην υπάρχει πουθενά το πρόσωπο του Θεού. Αλλά υπάρχει πολύ αγριάδα και γραφικότητα».
Σ.Σ Για την επίσκεψη του Γλάδστων στο Φιλιάτι και την οικοδέσποινα που τον φιλοξένησε, έγραψαν το 1932 στην ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ, ο στο Λονδίνο διαμένων δημοσιογράφος Χρήστος Καίσαρης, από το Βαβούρι, και ο Νικόλαος Νίτσος. Το παρακάνω άρθρο του Βουγίδη καλύπτει πλήρως το θέμα- όπως παραδέχεται και ο Νίτσος- και δεν δημοσιεύουμε τα άλλα.
