«Θα έρθεις, τελικά; να ανοίξω τον κήπο, να φέρω την άνοιξη, τον γαλάζιο ουρανό, ό,τι πάντα σου άρεσε περισσότερο, το χαμόγελο/ μαζί τη θάλασσα, αυτή που επιμένει να γίνεται ένα, με τα μάτια σου και το φως, το αλλιώτικο/ να απλώνεται τρέχοντας, κυνηγώντας, μέχρι το τελευταίο ασήμαντο σύννεφο στον ορίζοντα.» Γιάννης Βέλλης
«Ας το φιλοσοφήσουμε το θέμα, είπε και γέλασε πικρά, νεκροί στέκονταν/ όλοι οι φιλόσοφοι και ήταν χαμένη η ιστορία, αδιέξοδο.» Γιάννης Βέλλης
«Όλα σε τάξη, έτσι οργανώνεται πια ο κόσμος, φόβος και θρησκεία η πολιτική, το νέο ευαγγέλιο/ χαθήκαμε στα στενά, δεν συμφωνήσαμε, σε μια ανάταση, με συμβιβασμούς και θυσίες/ σε μικροπρεπείς συγκυρίες και καμώματα, ανέκαθεν χάναμε το δρόμο/ ό,τι μας χάραζαν, ως διαδρομή, επαναστατούσαμε, μα περισσότερο, νεκρώναμε το αύριο/ αυτό που δεν μας δέχονταν, παρά μόνο, ως συνεπείς σκλάβους μιας αντιξοότητας.» Γιάννης Βέλλης
«Ατρόφησαν οι αισθήσεις μου και δεν πεινάνε μόνο σκέφτονται.» Γιάννης Βέλλης
«Και τι περίμενες; να σταθεί κοντά σου; τόσοι οι ουρανοί παραμένουν αξόδευτοι, εσύ; μια τρικυμία στον χειμώνα/ στάσου στα βράχια τώρα, μέτρησε ορίζοντα, βλέπεις; δεν φτάνει το μέτρο σου, έτσι κι οι αποφάσεις των ανθρώπων/ σήμερα είναι, αύριο δεν είναι, πολλά αλλάζουν, μόνο τα πορτραίτα μένουν ακέραια, στολίζοντας κάποια φυλαγμένη φωτογραφία/ όπως τότε που έλεγες, πήγα στον πόλεμο και γύρισα, μετά σ’ έφαγε η ζωή, τα τρεχάματα, η αγωνία/ τίποτα δεν έμεινε όρθιο, ούτε η εικόνα σου στον καθρέφτη, ούτε ο δρόμος, ούτε η καρδιά σου.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε