2.8. Περιηγητές στους Φιλιάτες μετά το 1850

Περιγραφή των Φιλιατών από τον Έντουαρδ Λίαρ 1856
Ο Άγγλος Edward Lear συγγραφέας και ζωγράφος έζησε από το 1812- 1888, και πέρασε κι από τον τόπο μας, όπου και μας άφησε αρκετά έργα ζωγραφικής.
«Οι Φιλιάτες είναι μια κωμόπολη μερικά μίλια από το Ιόνιο πέλαγος. Το λιμάνι της ονομάζεται Σαγιάδες. Το 19ο αιώνα υπήρχε εκεί μια κοινότητα από εύπορους Αλβανούς που είχαν κτίσει αξιόλογα κτίρια και κατοικίες. Σε μια τέτοια έμεινε ο Lear στη διάρκεια της επίσκεψης του, όπως πληροφόρησε την αδελφή του, στις 13 Αυγούστου. «Στις 9 επιστρέψαμε στην ακτή και τρέξαμε στη Σκάλα Σαγιάδας, όπου νωρίς στις 10 αποβιβαστήκαμε. Σύντομα εγκατασταθήκαμε στο σπίτι του Jaffier πασά που τόσο θα ήθελα να μπορούσες να το δεις. Είναι ένα από αυτά τα περίεργα τούρκικα σπίτια όλο στέγες και καφασωτά, χτισμένο γύρω από μια αυλή με τοίχους και πύργους. Οι τοίχοι είναι μαύροι από τις κάργιες και οι πύργοι άσπροι από τους πελαργούς».
Άποψη των Φιλιατών
Μολύβι, πένα και υδρόχρωμα σε χαρτί 34χ51 εκ.
Χειρόγραφες σημειώσεις «Φιλιάτες (ελληνικά) 11,12,13 Αυγούστου 1856
Περιγραφή των Φιλιατών του Αλέξανδρου Σλαίφλι,(1858)
Μια ακόμη περιγραφή του δρόμου και των Φιλιατών είναι του Ελβετού Alexander Schlafli- ιατρού στην υπηρεσία των Τούρκων, στη φρουρά των Ιωαννίνων.:
«Περίπου δυο ώρες πριν από τους Φιλιάτες συναντάμε, δεξιά από το δρόμο, το γραφικό χωριό Φοινίκι, που βρίσκεται πάνω σ’ ένα λόφο και περιβάλλεται από δάσος ελαιοδένδρων. Μια εύφορη, καλά καλλιεργημένη πεδιάδα απλώνεται από δω ως τους πρόποδες του λόφου, πάνω στον όποιο είναι οι Φιλιάτες κι όπου φτάνουμε μερικά λεπτά πριν απ’ τη δύση του ήλιου.
Εξαντλημένος αρκετά από την πολύωρη ιππασία, κατέλυσα σ’ ένα από τα δυο ελεεινά χάνια, τα οποία φαίνονται να συναγωνίζονται μεταξύ τους σ’ ό,τι αφορά την ακαθαρσία και τη σαθρότητα των κτισμάτων. Κάθε λοκάντα (ξενοδοχείο) της Ιταλίας, ακόμη τόσο διαφορετικό, είναι ένας παράδεισος σε σύγκριση μ’ αυτούς τους στάβλους γι’ ανθρώπους, οπού θα ντρεπόμαστε στον τόπο μας να στεγάσουμε τα αγαπητά ζώα.
Τα λίγα λεπτά με το φως της μέρας τα χρησιμοποιώ για ένα μικρό ακόμη περίπατο μέσα στη μικρή πόλη πού αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους τόπους της ονομαζόμενης Τζαμουριάς και πού πρέπει να κατοικείται από περισσότερους των 3.500 κατοίκων. Η θέση της στο μέσο από πορτοκαλιές, ελαιόδεντρα και συκιές είναι ασυνήθιστα χαριτωμένη και τ’ ασπριδερά τοπία που στεφανώνουν όλους τους λόφους πέρα από την πεδιάδα πού βρίσκεται στα πόδια μας, γίνονται πολύ γραφικά. Τα ηπειρώτικα ελληνικά χωριά είναι σχεδόν πάντοτε κτισμένα σε πλαγιές βουνών. ενώ τα Αλβανικά —τουλάχιστον της Τζαμουριάς στέκονται περήφανα και τολμηρά πάνω στις κορυφές των βουνών.
Πριν πέσουν στα νύχια του Αλή ΙΙασά και ερημωθούν από την πανώλη (1814) οι Φιλιάτες ήταν μια αξιόλογη φωλιά ληστών, της οποίας οι φιλοπόλεμες μ’ αρπακτικές διαθέσεις συμμορίες, έσπειραν το φόβο και τον τρόμο σ’ ολόκληρη την Ήπειρο. Πολλά ίχνη αυτής της κατάστασης αντιλαμβάνεται κανείς ακόμη. Έτσι, τα σπίτια των πολυάριθμων Αλβανών μπέηδων είναι σα μικρά φρούρια, κι ο υπερισχύων Μωαμεθανικός-Αλβανικός πληθυσμός κατέχεται ακόμη από μια αδάμαστη περηφάνια.
Αφού φάγαμε ένα λιτό γεύμα, σκέφτηκα ν’ αναπαύσω τα κουρασμένα από την κοπιαστική ιππασία μέλη του σώματός μου, αλλά ο λογαριασμός έγινε χωρίς τον ξενοδόχο. Ή ασφυκτική δυσωδία πού ερχόταν από τα δέντρα του χανιού, οι λεγεώνες των ζωυφίων, οι βαρετοί ήχοι ενός τούρκικου κεμάν (ενός είδους κιθάρας) με συνοδεία φωνών με τη μύτη ενός Αλβανού ταβερνιάρη, δε με άφησαν να κλείσω μάτι ολόκληρη τη νύχτα. Γι αυτό, κατά τις 2 το πρωί, άφησα να σελώσουν τ’ άλογα για ν’ απομακρυνθώ όσο το δυνατόν γρηγορότερα απ’ αυτή την επίγεια κόλαση». (από το βιβλίο του Αλέξανδρου Σλαίφλι: «Εντυπώσεις ταξιδιού στην Ήπειρο 1858- Μετάφραση Γ.Σ. Πετσάλη).)
Περιγραφή των Φιλιατών του Έντουαρντ Έβερετ, (1860)
Ο Edward Everett (1794– 1865) ήταν Αμερικανός πάστορας, διπλωμάτης, πολιτικός, φιλόλογος, ακαδημαϊκός. (απόσπασμα από το ταξιδιωτικό ημερολόγιό του)
«Όταν βγήκαμε στην τουρκική ακτή, ήμασταν ικανοποιημένοι. Το όνομα του χωριού όπου αράξαμε είναι Σαγιάδα,στο βάθος ενός όμορφου, κλειστού κόλπου, προστατευμένου από όλους τους βίαιους ανέμους κι ανοιχτού μόνο μπροστά προς την Κέρκυρα.
Στις δυόμισι τη νύχτα φτάσαμε στο χωριό Φιλιάτες και ξεσηκώσαμε τον ιδιοκτήτη ενός ελληνικού σπιτιού, για να μας δώσει κατάλυμα. Σπίτι σ’ ένα μικρό τούρκικο χωριό είναι ευφημισμός για ένα υπόστεγο, του οποίου το κάτω μισό ή πάτωμα ανήκει στο ζώο και το πάνω στον αφέντη του, ενώ οι σκάλες είναι εξωτερικές. Το δεύτερο ή κυρίως πάτωμα αποτελείται από δύο μέρη, το ένα λίγο πιο ανυψωμένο, με λίγα σκαλοπάτια, όπου βρίσκεται ο κανονικός χώρος κατοικίας, και το άλλο ένας προθάλαμος ή χώρος για τα ξύλα. Προτιμήσαμε τον δεύτερο, για να στήσουμε τα κρεβάτια μας· αυτός, αν και λιγότερο καθώς πρέπει, ήταν προτιμότερος για τη ζέστη και την μεταξύ μας άνεση και έτσι πήγαμε να ξεκουραστούμε και να κοιμηθούμε με τόση ασφάλεια κάτω από την πιο τρισάθλια στέγη, σαν να ήμασταν στο καλύτερο ξενοδοχείο του Παρισιού.»
Σχολιάστε