«Έτσι ήταν, σιωπηρά, με μια προσευχή δική σου, παγιδευμένος στη σκοπιμότητα, δίνεσαι καθημερινά σε σταυρώσεις/ τι κι αν δίνεις, εάν μοιράζεις, το είναι σου, πάντα ένας Ιούδας περιμένει, να δείξει την προδοσία του/ ανίκανος να διαχειριστεί το λόγο, την πίστη, την αγάπη, εγωιστικά χαμένος στον κόσμο του/ ένα κόσμο καταφύγιο, που καθημερινά χτίζεται, στην προδοσία/ είναι και τα αργύρια μια λύση, μια κάλυψη, στις εποχές μας και τις ανάγκες μας/ αλλά το να πεθαίνεις, καθημερινά, είναι το μεγαλύτερο βάσανο, μέχρι την ανάσταση/ αν και δεν περίμενες την επιστροφή, στην αιωνιότητα, αν και δεν περίμενες μια ανταπόδοση, στη θυσία/ ακόμα ο ουρανός, σήμερα, τρέχει τα σύννεφα, να διώξει το μαύρο από τις καρδιές μας/ κρατώντας το φως και το γαλάζιο, ό,τι μπορεί να ζεστάνει τις ώρες μας, τις ζωές μας.» Γιάννης Βέλλης
«Θέλεις να γυρίσεις, πίσω, μα μακραίνει η απόσταση κι όλοι ξένοι/ λες και δεν τους γνώρισες ποτέ, αλλαγμένοι, παράξενοι, σιωπηροί/ το ίδιο κι η δική σου εικόνα, πνιγμένη στη σέπια, σε περιεργάζεται.» Γιάννης Βέλλης
«Δεν ξέρω γιατί λείπεις, γιατί χάνεσαι, γιατί προσεκτικά σβήνεις και την τελευταία εικόνα σου απ’ τη μνήμη μου/ έξω, όλα συνεχίζουν κανονικά να γελάνε, να μελαγχολούν, να ασπάζονται κάποια ιδεολογία, ή μια δικαιολογία για να αποστατήσουν απ’ την καθημερινότητα/ ο χειμώνας παραμένει, στην ίδια ένταση και απόσταση, τι κι αν υποσχέθηκαν άνοιξη, θέμα χειρισμού είναι; τόσες εποχές αλλοιώθηκαν στα χρόνια/ μια παρένθεση, γράφω το γράμμα, με τόσα λάθη κρυμμένα, αλλά περιμένω απάντηση, σ’ ένα τραγούδι ξένο, ή με το ξέσπασμα κάποιας θάλασσας στη στεριά.» Γιάννης Βέλλης
«Η πόλη εκεί στέκεται και σε τρώει, με τις σκόνες, τις υγρασίες, τις ενοχές της/ φθορά οι σκέψεις μαζί της, φθορά κι η απουσία της, παντού χαμένος/ παγιδευμένος στο πριν, το τώρα και το μετά, μοιράζεσαι/ όχι δεν θέλεις να ελπίζεις, με τις ελπίδες πεθάνανε χρόνια, αλλά να ζεις.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε