«Ήταν τόσο εύθραυστο ότι ερχόταν πριν το πιάσω, γινόταν μικρά κομμάτια, τόσα που δεν άντεχαν στο μέτρημα/ μετά αρκέστηκα να μεγαλώσω, κρατώντας στην άκρη της ψυχής μου ένα παιδί, είχε ξεμάθει πια και βαρεθεί τις αταξίες/ αυτός ο συμβιβασμός με την πραγματικότητα, ένα συμφέρον, να πέφτεις μέσα και να αλλοιώνεσαι πως να το αντέξεις/ κάθισα κοιτώντας τις σταγόνες της βροχής, να φεύγουν αργά αργά από ένα κεραμίδι, σάπιο ξεβαμμένο/ σκέφτηκα, γιατί βιαζόμαστε να δώσουμε το παιδί στα χρόνια, να το γεράσουμε με τους συμβιβασμούς μας/ και η αγάπη πως τη μετράμε τελικά; με πράγματα δοσμένα σε ένα πλούσιο περιτύλιγμα, ασφάλειας και διαβίωσης/ είναι τόσο μπερδεμένα τα ναι και τα όχι, καλύτερα να σιωπούμε, όπως τότε όταν κρυβόμαστε σε ένα δέντρο, μέχρι να μας ανακαλύψουν τα άλλα παιδιά και να χάσουμε.» Γιάννης Βέλλης
«Σκοτώσαμε την Τροία για κάποια Ελένη, φώτισε η νύχτα από τις φωτιές μας/ ό,τι αφήσαμε πίσω ήταν μόνο νεκροί, ακόμα κι ο Αχιλλέας στα πόδια της Περσεφόνης έστεκε/ δεν ξέρω αν γυρίσω στην Ιθάκη ξανά, τόσο αίμα πνίγει τα όνειρά μου και μου κρύβει το δρόμο/ είναι ασήμαντο αν με σκοτώσει ο Ποσειδώνας ή τα κύματα, συνήθισα πια την απώλεια/ έχω χάσει την ψυχή μου, κάπου εκεί γυρίζει, όσο θάβει τον χρυσό στις λάσπες/ κι ό,τι φως έμεινε για ελπίδα, το ξεσκεπάζω και το αφήνω να φύγει μόνο του, ελεύθερο/ ίσως το βρει ταξιδιώτης, να του δείξει το σωστό δρόμο μακριά μας.» Γιάννης Βέλλης
«Περιτριγυρισμένος από σκέψεις, όσες επιμένουν να έρχονται και να χάνονται, όπως οι σκιές των δέντρων όταν αγναντεύουν τον ήλιο/ κάθεσαι εδώ και ώρα σιωπηρός, λες και περιμένεις να ανοίξει η πόρτα και να περάσει ένας άλλος κόσμος/ όπου φρουροί και άρχοντες δε θα έχουν αξία, ούτε νόμοι ασύστολα δεμένοι στο άρμα κάποιου αρχηγού/ αισιόδοξος; ίσως βαθιά απογοητευμένος από την τόση στασιμότητα, που συσπάται στα πλαίσια μιας κοινωνικότητας αβέβαιης/ ελπίζοντας σ’ ένα καλύτερο αύριο, βαθιά δομημένο σε κάτι λειτουργικότερο μα περισσότερο δίκαιο.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε