«Θα χτυπήσω την πόρτα, όπως τότε κάναμε ως παιδιά, γελάγαμε και μετά τρέχαμε/ ξέρω, δεν θα ανοίξεις, δεν θα σταθείς από περιέργεια να δεις, αν είναι κάποιος γνωστός ή άγνωστος/ αλλά δεν θα το πω σε κανένα πως πέρασα, αφού γνωρίζω την αλήθεια, πάντα λείπεις.» Γιάννης Βέλλης
«Έρχονται στιγμές που λέω, θα ξανάρθει η άνοιξη, τι κι αν το φθινόπωρο χώνεται όλο και βαθύτερα μέσα στην αγριάδα του χειμώνα, με τον χρόνο ξεχασμένο στα λάθη μας/ θα ξανανθίσει το χαμόγελο, όσο η παρέα θα μιλάει για τις αγάπες της, τον πολιτισμό, ένα ποίημα, απ’ αυτά που δεν γράφτηκαν ακόμα, μια φωτογραφία, με απόψεις για το πως θα γινόταν καλύτερη και τόσα όμορφα/ μετά συγχρονίζομαι πάλι στους ρυθμούς της πόλης, σιωπώ, κρατώ τα σύννεφα, όσα περνάνε, το κρύο, κάποιες σημειώσεις για την επόμενη μέρα, πράγματα αδιάφορα.» Γιάννης Βέλλης
«Μπερδεμένα χρόνια, μαζεύονται ή απλώνονται, παράξενα μουρμουρίζουν/ αφήνουν ελπίδες, μετά τις πατάνε, αισιόδοξα ξυπνάς, αισιόδοξα κοιμάσαι, χωρίς αποτέλεσμα/ στιγμές αδιάθετες, απλόχερα χαμένες, σε κυνηγάνε, μόνη διέξοδος η φυγή προς τα μπρος ή προς τα πίσω/ χαμένα τα ενδιάμεσα διαστήματα, παρωδία ο διάλογος με τις εποχές, ξέρανε τι πούλησαν, τι έχασαν/ και το αποτέλεσμα, λίγες λέξεις αραδιασμένες σε μια ξεχασμένη ιστορία.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε